Η Όπερα (1976) ήταν η πρώτη και τελευταία επαφή του Ανδρέα Βελλισαρόπουλου με τον κινηματογράφο ως σκηνοθέτης.

Όλα όσα αξίζει να ξέρετε για την χαμένη «Όπερα» του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου

Δια στόματος του πρόωρα χαμένου σκηνοθέτη της και όχι μόνο

Είναι λυπηρό να χάνονται ελληνικές ταινίες. Να μην υπάρχουν διαθέσιμες κόπιες. Ταινίες όχι από τις δεκαετίες του '20 ή του '30 (ούτε αυτό είναι θεμιτό φυσικά), αλλά ταινίες πιο πρόσφατες, από το '60 και το '70 ή και πιο μετά. Μέσα στα χρόνια έχει καταγραφεί τεράστια ανοργανωσιά, προχειρότητα και αδιαφορία από τους φορείς (κρατικούς ή μη), που ήταν και είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον (υποτίθεται) της αρχειοθέτησης, φύλαξης και διατήρησης σε καλή κατάσταση ταινιών (σε φιλμ ή βίντεο).

 

Είναι γνωστό, φερ' ειπείν, το τι έχει χαθεί ή μάλλον καταστραφεί από την ίδια την ΕΡΤ (και την αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ). Ιστορικά σίριαλ, όπως και άλλες εκπομπές (ενημερωτικές, ντοκιμαντέρ κ.λπ.) από τα πρώτα χρόνια της κρατικής τηλεόρασης δεν υπάρχουν πουθενά. Σβήστηκαν τα tapes, για να γραφούν πάνω σ' αυτά ποδόσφαιρα ή ό,τι άλλο. Που κι εκείνα ξανασβήστηκαν για να γραφούν άλλα ποδόσφαιρα κ.ο.κ. Είναι έγκλημα ή όχι το ότι δεν υπάρχει πουθενά η τηλεοπτική εκπομπή του Φρέντυ Γερμανού με τον Τζων Λένον και τη Γιόκο Όνο, από το 1969;

 

Η Ταινιοθήκη της Ελλάδος / Μουσείο Κινηματογράφου, που δεν είναι κρατικός φορέας, αλλά ίδρυμα, που υπόκειται στη σχετική νομοθεσία και που επιδοτείται από το κράτος, από ΕΣΠΑ κ.λπ. προσπαθεί να μαζέψει όλο αυτό το «υλικό», τις ταινίες εννοούμε (όπως και προγράμματα, αφίσες, περιοδικά κ.λπ.), αλλά υπάρχουν κενά, πολλά κενά...

 

Η ταινία Όπερα του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, από το 1976, δεν είναι διαθέσιμη εδώ και χρόνια – και γι' αυτό το λόγο δεν θα προβληθεί στο αφιέρωμα στο ελληνικό queer cinema, το ενταγμένο στο 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου, που «τρέχει» τώρα στη Θεσσαλονίκη

 

Αν μπει κάποιος στο σάιτ της Ταινιοθήκης θα δει πως υπάρχει μια βάση 3062 ταινιών που φυσικά δεν είναι πλήρης (υπάρχουν ελλείψεις και στις μικρού μήκους και στις μεγάλου). Αλλά αυτό δεν είναι το βασικό πρόβλημα, γιατί το βασικό μάς το εξηγεί το... αστεράκι στο κάτω μέρος της σελίδας. Διαβάζουμε: «Ο κατάλογος της ελληνικής κινηματογραφικής παραγωγής που παρουσιάζεται εδώ, δεν σημαίνει ότι έχει διασωθεί στο σύνολό του, ούτε ότι οι εν λόγω ταινίες βρίσκονται κατατεθειμένες στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος». Κοντολογίς; Δεν γνωρίζουμε τι έχει και τι δεν έχει η ταινιοθήκη!

 

 

Φυσικά, δεν έχει και την Όπερα του Ανδρέα Βελισσαρόπουλου, η οποία στην τελευταία περιήγηση που έκανα χθες, πριν παραδώσω το κείμενο, δεν είναι καν καταγραμμένη. Δεν είναι ανάμεσα, ούτε ως τίτλος εννοώ, στις 3062 ταινίες.

 

 

Θα πρέπει να πούμε πως ο Βελισσαρόπουλος, που δεν βρίσκεται στη ζωή εδώ και πολλά χρόνια, δήλωνε πάντα «κινηματογραφιστής». Το σημειώνουμε, επειδή είχε υπάρξει και δημοσιογράφος-κειμενογράφος (στο περιοδικό Αμφί και αλλού), μεταφραστής βεβαίως και φυσικά ακτιβιστής-ιδρυτικό μέλος του ΑΚΟΕ.

 

Τα πλάνα και τα κοστούμια τής ταινίας είναι εμπνευσμένα από σουρεαλιστές και άλλους ζωγράφους. Έλληνες και ξένους: Νίκο Εγγονόπουλο, René Magritte, Leonor Fini, Paul Delvaux και Μιχαήλ Άγγελο.

 

Αν ρίξουμε μια ματιά στη γνωστή κινηματογραφική βάση IMDb θα δούμε πως ο Βελισσαρόπουλος εμφανίζεται στον ελληνικό κινηματογράφο για πρώτη φορά το 1973 στην ταινία Μαύρο + Άσπρο των Θανάση Ρεντζή - Νίκου Ζερβού, τόσο ως ηθοποιός, όσο και ως βοηθός οπερατέρ και σκριπτ, ενώ μια δεύτερη εμφάνισή του γίνεται στο ντοκιμαντέρ Μέγαρα (1974), που σκηνοθέτησαν οι Σάκης Μανιάτης και Γιώργος Τσεμπερόπουλος, βοηθώντας στην παραγωγή. Μετά από τη συμμετοχή του σ' αυτές τις δυο ταινίες δημιουργεί την Όπερα πια, το 1976, που ήταν η πρώτη και τελευταία επαφή του με τον κινηματογράφο ως σκηνοθέτης

 

Η Όπερα ήταν μια ταινία μικρού μήκους, διάρκειας 38 λεπτών και 45 δευτερολέπτων, που είχε γυριστεί, έγχρωμη στα 16 χιλιοστά (είχε κοστίσει 85 χιλιάδες δραχμές), με σκοπό να προβληθεί στο 17ο Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (24 Σεπτεμβρίου – 3 Οκτωβρίου 1976). Μάλιστα με τον τύπο του φιλμ υπάρχει ένα θέμα, που είναι ουσιαστικό. Θα καταλάβετε γιατί...

 

Πριν λίγες μέρες (30/10/2018) εδώ στο lifo.gr, o αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας του Θεάτρου και του Ελληνικού Κινηματογράφου (Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πατρών) Κωνσταντίνος Κυριακός ισχυρίστηκε σχετικά: «Η σαραντάλεπτη, ανεξάρτητη παραγωγή (παραγωγός Γιώργος Εμιρζάς) "Όπερα" του Αντρέα Βελισσαρόπουλου υπήρξε ένα φιλμ που έκανε αίσθηση στην εποχή του. Γυρισμένη σε super-8 στα 1975 από τον εικοσιοκτάχρονο, τότε, σκηνοθέτη και μεγεθυμένη στα 16 mm την επόμενη χρονιά, κερδίζει, όταν προβάλλεται στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, το Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου».

 

Επειδή στο facebook συζητήσαμε εσχάτως για την Όπερα οφείλω να μεταφέρω και εδώ όσα μας είπε επί του θέματος ο σκηνοθέτης και συγγραφέας Τάκης Σπετσιώτης (Στην Αναπαυτική Μεριά, Μετέωρο και Σκιά κ.ά.), που είχε δουλέψει ως σκριπτ στην ταινία:

«Θέλω να διευκρινίσω ότι ο Αντρέας Βελισσαρόπουλος γύρισε την ΄Οπερα... δύο φορές. Θα πρέπει να το θυμάται αυτό, δε, και ο Νίκος Μουρατίδης. Πρώτα σε φιλμ 8 χιλιοστών, το οποίο δεν έκανε –όπως γράφεται– μπλόου απ σε δεκαεξάρι. Την ξαναγύρισε την ταινία ίδια, με κάποιες παραλλαγές, απ' την αρχή σε φιλμ 16 χιλιοστών και εκεί ήμουν σκριπτ εγώ. Άρα ψάχνουμε για δύο χαμένες κόπιες της Όπερας. Την κόπια 8 χιλιοστών και την μετέπειτα βραβευμένη των 16 χιλιοστών».

 

Πριν συνεχίσουμε αξίζει να δώσουμε τα στοιχεία της ταινίας, τα οποία δεν θα τα βρείτε πλήρη πουθενά αλλού στο δίκτυο (ούτε στον IMDb).

 

Παραγωγή: Γιώργος Εμιρζάς (ηθοποιός, χορευτής, χορογράφος, συνεργάτης του Μάνου Χατζιδάκι στην Οδό Ονείρων και σκηνοθέτης) και Ανδρέας Βελισσαρόπουλος.

Σκηνοθεσία: Ανδρέας Βελισσαρόπουλος.

Κοστούμια: Αντώνης Εξαδάκτυλος.

Εικονοληψία: Γιάννης Δασκαλοθανάσης.

Μοντάζ: Σπύρος Προβής.

Ηθοποιοί: Κυριάκος Λουκατσάς, Θόδωρος Πομόνης, Γιάννης Πλιάκας, Λεωνίδας Καζαντζίδης, Ράτκα Κούνδουρου (της Ράτκας του Κολωνακίου; - το λέω με κάποια επιφύλαξη), Ιωάννα Κιουρκτσόγλου (γνωστή τραγουδίστρια της εποχής), Ελισάβετ Σφακιανάκη, Μαρία Χατζησάββα, Άντζελα Μπρούσκου (η μετέπειτα γνωστή σκηνοθέτιδα και ηθοποιός να υποθέσω), Μαρία Παπατριανταφύλλου, ενώ ένα μικρό πέρασμα από την ταινία είχε κάνει και ο σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος.

 

Έχει σημασία να μεταφέρουμε τώρα, εδώ, πριν πούμε ό,τι άλλο, ένα κείμενο που έγραψε ο ίδιος ο σκηνοθέτης της Όπερας, ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος και το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό τέχνης ΣΗΜΑ (τεύχος 15-16, Γενάρης-Απρίλης 1977).

 

«Η ταινία ΟΠΕΡΑ είναι μια πολύ ελεύθερη ανάγνωση της όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ Τριστάνος και Ιζόλδη, το μεγαλοφυέστερο και καθαρότερο ίσως δημιούργημα του ρομαντισμού, καθώς και μια έρευνα πάνω στην ιστορικότητα.

 

Η ταινία χωρίζεται στα ημερήσια και τα νυχτερινά πλάνα. Τα ημερήσια πλάνα παρασταίνουν την ιστορία και τον απρόσωπο αντικειμενικό της ρου. Τα νυχτερινά πλάνα "διηγούνται" μια υποκειμενική ιστορία – ενός αντικειμένου της ιστορίας. Το υποκείμενο όμως αυτό δεν είναι κάποιο συγκεκριμένο άτομο. Αρχίζει από τη νεότητα –μια μη ξεκαθαρισμένη αίσθηση κοινωνικών και ερωτικών συμβάντων–, περνάει από τη συζήτηση για τον έρωτα, ένα στοιχείο που κρατάει μια μεγάλη θέση στη ζωή μας, χωρίς να το συνειδητοποιούμε, για να καταλήξει στην ερωτική συνάντηση, στο ερωτικό ντουέτο και την αποτυχία της. Μετά βλέπουμε τα "αποτελέσματα", ιδεολογικά και ερωτικά: Χριστιανισμός και Αναγέννηση, Γερμανικός Ιδεαλισμός, απαγορευμένοι και υποσυνείδητοι πόθοι. Τα ημερήσια και τα νυχτερινά πλάνα εναλλάσσονται το ένα μετά το άλλο.

 

O σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος είχε κάνει ένα μικρό πέρασμα από την ταινία. Πηγή: σάιτ Γιώργου Τσεμπερόπουλου

 

Αυτή είναι μια "οριζόντια" ανάγνωση της ταινίας, η "ιστοριούλα" της. Κάθε πλάνο όμως έχει μια σχετική αυτονομία μέσα στην ταινία και μπορεί να λάβει περισσότερες από μία σημασίες.

 

Σημαντικό στοιχείο της ταινίας είναι η μορφή της. Τα πλάνα και τα κοστούμια τής ταινίας είναι εμπνευσμένα από σουρεαλιστές και άλλους ζωγράφους. Έλληνες και ξένους: Νίκο Εγγονόπουλο, René Magritte, Leonor Fini, Paul Delvaux και Μιχαήλ Άγγελο.

 

Η ταινία εκ πρώτης όψεως είναι τελείως "αντικινηματογραφική", πολύ περισσότερο "ζωγραφική", "θεατρική", "οπερατική". Για παράδειγμα έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στα κοστούμια, στη σύνθεση του κάδρου, στην παντομίμα και σε τελείως συμβατικά, μη νατουραλιστικά σκηνικά τοποθετημένα σε πραγματικούς χώρους. Παρ' όλα αυτά η Όπερα δεν θα μπορούσε να είναι παρά μια κινηματογραφική ταινία: βρίσκεται ίσως έτσι σ' ένα όριο του κινηματογράφου.

 

Μια από τις ιδιορρυθμίες της ταινίας είναι ότι δεν υπάρχει στημένος κινηματογραφικός λόγος με την κλασική έννοια του όρου: υπάρχει απ' τη μια μεριά ο πιο συμβατικός λόγος, ο τραγουδιστικός λόγος της όπερας, κι απ' την άλλη η άμεση, ζωντανή συνέντευξη.

 

Τα περισσότερα στοιχεία της ταινίας (θέμα, μουσική, κοστούμια) δεν έχουν καμιά "ελληνικότητα". Παρ' όλα αυτά η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα μισοφαίνεται τρόπον τινά "μεσ' από τις κουίντες" της ταινίας».

 

Σε πρώτο πλάνο έχουμε ένα "ζωντανό σκηνικό": ένα νεαρό καθιστό αγόρι, που έχει τη στάση των αγοριών που διακοσμούν την Καπέλα Σιξτίνα, που ζωγράφισε ο Μιχαήλ Άγγελος και που εκφράζουν στην καθαρότερη μορφή τον κλασικιστικό ουμανισμό της Αναγέννησης.

 

Και πάντα από το ίδιο τεύχος του περιοδικού ΣΗΜΑ ένα απόσπασμα από ένα κείμενο, που υπογράφουν από κοινού ο ενδυματολόγος της Όπερας Αντώνης Εξαδάκτυλος και ο σκηνοθέτης της Ανδρέας Βελισσαρόπουλος:

«Η όλη οπτική εντύπωση που προσπαθήσαμε με δώσουμε –ιδιαίτερα στα βραδινά πλάνα– με τα κοστούμια, τα σκηνικά και τους φωτισμούς είναι μια σάτιρα των σκηνικών παραστάσεων των έργων του Βάγκνερ, όπως τα ανέβαζε στο Μπάυρόυτ ο Wieland Wagner (σ.σ. γερμανός σκηνοθέτης της όπερας, εγγονός του Ρίχαρντ Βάγκνερ). Το πιο χαρακτηριστικό κομμάτι αυτής της σατιρικής μίμησης είναι το πλάνο-σεκάνς του "ερωτικού ντουέτου" και του "ευνουχισμού": ακίνητες στάσεις, αφηρημένα κοστούμια, γραμμικά σκηνικά και προπάντων "σποταρισμένοι" φωτισμοί που αφήνουν στο σκοτάδι τα πάντα εκτός από μερικά επιλεγμένα πρόσωπα ή αντικείμενα (στην προκειμένη περίπτωση ο Τριστάνος, η Ιζόλδη, ένα κόκκινο τραπέζι σε πρώτο πλάνο και μια κοπέλα παρατηρητής). Αυτή η σάτιρα των "συμβολικών" σκηνοθεσιών του Wieland Wagner λειτούργησε όμως και θετικά: το μαύρο φόντο στα νυχτερινά πλάνα μας βοήθησε να πραγματώσουμε, στο τεχνικό-φωτογραφικό επίπεδο, αυτό το εφφέ ζωγραφικών πινάκων που επιζητούσαμε: Εγγονόπουλος, Delvaux, Magritte ή Μιχαήλ Άγγελος με βαγκνερικά μέσα!(...)

 

(...) Σε πρώτο πλάνο έχουμε ένα "ζωντανό σκηνικό": ένα νεαρό καθιστό αγόρι, που έχει τη στάση των αγοριών που διακοσμούν την Καπέλα Σιξτίνα, που ζωγράφισε ο Μιχαήλ Άγγελος και που εκφράζουν στην καθαρότερη μορφή τον κλασικιστικό ουμανισμό της Αναγέννησης. Η αστική τάξη (οι κοπελιές που έρχονται και φεύγουν) πηγαινοέρχονται ιδεολογικά ανάμεσα στο Χριστιανισμό και τον Ουμανισμό. Τρεις φάσεις (τρεις κοπέλες, τρία κοστούμια): Αναγέννηση –κρατώντας στα χέρια δύο από τις αποφασιστικότερες ανακαλύψεις της εποχής, την τυπογραφία και το τηλεσκόπιο σε μια κατοπινή τους έκπτωση: ένα φασαμαίν (σ.σ. ματογυάλια με χειρολαβή) και μια χρυσή εφημερίδα–, Μπελ Επόκ, Σουρεαλισμός. Αυτό το τελευταίο κοστούμι, το πιο ξεκάθαρο «εγγονοπούλιο», ήταν και το δυσκολότερο στην πραγμάτωση. Είναι φτιαγμένο από λινάτσα περασμένη πολλά χέρια πλαστικό χρώμα, με τις πλατιές πτυχώσεις του να στερεώνουν εσωτερικά ραμμένες εφημερίδες, ενώ η ποδιά είναι από φόδρα. Στην τελειωμένη του μορφή το κοστούμι ήταν τελείως άκαμπτο και τόσο βαρύ, που στο περπάτημα της ηθοποιού ακουγόταν κάτι σαν θόρυβος ερπύστριας με την τριβή του στο πάτωμα...

 

Τη γενικότερη δυσκολία κατασκευής κοστουμιών και σκηνικών λόγω ελλείψεως μέσων επέτεινε και ο χώρος γυρίσματος: μια ταράτσα αθηναϊκής πολυκατοικίας. Τα καλοκαιρινά μελτέμια κυριολεκτικά σήκωναν τα ελαφρά μας υλικά».

 

Από τα γυρίσματα της ταινίας. Πηγή: σάιτ Γιώργου Τσεμπερόπουλου

 

Όπως μας πληροφόρησε ο Τάκης Σπετσιώτης τα γυρίσματα της ταινίας είχαν γίνει στο σπίτι του Βελισσαρόπουλου, στην οδό Τιμολέοντος Βάσσου, πίσω από την αμερικανική πρεσβεία, ενώ είχαν γίνει και (νυχτερινά) γυρίσματα στην ταράτσα της πολυκατοικίας.

 

Η Όπερα προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης τη Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 1976 και άφησε πολύ καλές εντυπώσεις, αφού έλαβε δύο βραβεία (αν και όχι από τα λεγόμενα «επίσημα»).


Το πρώτο ήταν από το Δ.Σ. του Δήμου Θεσσαλονίκης, που εκείνη τη χρονιά, για λόγους αυτόνομης κινηματογραφικής έκφρασης, που σχετίζονταν με τα κινηματογραφικά ζητήματα τα οποία διαχειριζόταν, τότε, κακήν κακώς, το Υπουργείο Βιομηχανίας, είχε απονείμει τα δικά του βραβεία. Ήταν πέντε, των 40 χιλιάδων δραχμών το καθένα, σε τέσσερις ταινίες μικρού μήκους και σε μία μεγάλου. Γι' αυτό το λόγο είχε συγκροτηθεί ειδική κριτική επιτροπή, την οποία αποτελούσαν ο Βασίλης Ραφαηλίδης και τρεις δημοτικοί σύμβουλοι, ανάμεσα στους οποίους ξεχώριζε το όνομα του Κωστή Μοσκώφ (η Αριστερά δηλαδή, για να το πούμε έτσι, είχε ψηφίσει Όπερα).


Το δεύτερο βραβείο ήταν εκείνο της Καλύτερης Ταινίας Μικρού Μήκους, που απένειμε η ΠΕΚΚ (Πανελλήνια Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου).

 

Για την Όπερα έγραψε ο Γιάννης Σολδάτος στο περιοδικό Φιλμ, τεύχος 15, Χειμώνας / Άνοιξη 1977-1978: «Ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος με την Όπερα παίρνει το βραβείο κριτικών και το βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης. Η Όπερα κινείται προς την κατεύθυνση μιας προχωρημένης για τον Ελληνικό Κινηματογράφο γλώσσας και φαίνεται επηρεασμένη από τους προβληματισμούς των νέων γερμανών κινηματογραφιστών (Στράουμπ, Στραίτερ) πάνω στις όπερες (σ.σ. Jean-Marie Straub και Werner Schroeter – o Straub ήταν Γάλλος). Η όπερα εδώ είναι ο Τριστάνος και Ιζόλδη του Βάγκνερ, που αντιμετωπίζεται σαν το "μεγαλοφυέστερο και καθαρότερο ίσως δημιούργημα του ρομαντισμού". Η ταινία είναι μια εναλλαγή ημερήσιων και νυχτερινών πλάνων ενός αντικειμένου της ιστορίας μέσα από τη χεγκελιανή αντίληψη για ανακύκλωση των ιδεών. Δανείζεται ένα πλήθος φόρμες από τη μουσική, το θέατρο, τη ζωγραφική και τις εικαστικές τέχνες (κυρίως τους σουρεαλιστές) προσπαθώντας να θέσει απόψεις για τη Φιλοσοφία, την Ιστορία, την Τέχνη και την Ιδεολογία».

 

Για την Όπερα είχαν γραφεί κάποια κείμενα και στο περιοδικό Σύγχρονος Κινηματογράφος '76 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 1976). Τα κείμενα εκείνα υπέγραφαν οι Νίκος Παναγιωτόπουλος και Άλκης Λελούδης. «Βαριά» γραπτά, θεωρητικά, σημειολογικά, στο πνεύμα της εποχής (και του περιοδικού).

 

Η Μαρία Μήτσορα στα γυρίσματα της ταινίας. Πηγή: σάιτ Γιώργου Τσεμπερόπουλου


Ο Παναγιωτόπουλος αντιμετωπίζει τη θεατρικότητα της Όπερας κάπως σαν παρωδία, υποστηρίζοντας πως ο τρόπος γραφής της «εξέθετε» τις υπόλοιπες θεατρικές ταινίες εκείνου του φεστιβάλ (Μάης του Τάσου Ψαρρά, Διαδικασία του Δήμου Θέου, Λίβιος του Γιώργου Καλογιάννη), ενώ ο Λελούδας βλέπει μια... μάχη κωδίκων, με άξονα το σώμα, το οποίο κινείται σ' ένα ερωτικό και σ' ένα εικονιστικό πλαίσιο – με την Όπερα, σαν ταινία περαιτέρω, να φλερτάρει με την ίδια την πραγματικότητα, αναιρώντας το μύθο της τόσο με τις σκηνές τής ετοιμασίας και του βαψίματος των ηθοποιών, όσο και με τις συνεντεύξεις τους.

 

Πότε προβλήθηκε για τελευταία φορά η Όπερα ή εν πάση περιπτώσει πότε συνέβη μία από τις τελευταίες δημόσιες προβολές της; Μας είπε ο Τάκης Σπετσιώτης: «Ο (σκηνοθέτης) Γιάννης Τριτσιμπίδας έγραψε πριν λίγες μέρες ότι είχε παραλάβει απ' τον αδερφό τού Ανδρέα Βελισσαρόπουλου την κόπια γύρω στα μέσα της δεκαετίας του '90 και την είχε προβάλει στο κέντρο τέχνης Ιλεάνα Τούντα και κάπου στο Λονδίνο. Με διαβεβαίωσε δε ότι, μετά τις προβολές, την επέστρεψε στον κ. Βελισσαρόπουλο».

 

Ο Ανδρέας Βελισσαρόπουλος δεν θα συνεχίσει ως κινηματογραφιστής (με ταινίες προορισμένες για τη μεγάλη οθόνη τουλάχιστον – θα κάνει μόνο κάποια τηλεοπτικά) και αυτό ήταν οπωσδήποτε λυπηρό, γιατί, όπως υποστηρίζουν άνθρωποι που έχουν δει την ταινία του ή τον γνώριζαν από κοντά, επρόκειτο για ένα αληθινό ταλέντο.

 

Βεβαίως, τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο λυπηρό από τον πρόωρο χαμό αυτού του ανθρώπου, μόλις στα 38 του, τον Σεπτέμβριο του 1985.

 

[Το φωτογραφικό υλικό, που συνοδεύει το κείμενο, δεν είναι ούτε πολύ, ούτε το καλύτερο δυνατό, είναι όμως σπάνιο. Για μια ταινία σαν την Όπερα, που αυτή τη στιγμή θεωρείται χαμένη, έχει κι αυτό τη σημασία του]

 

Σινεμά
ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Cosmic Candy: Μια ελληνική ταινία για τις καραμέλες που έσκαγαν στο στόμα αλλά με τα χρόνια έγιναν τερηδόνα

Σινεμά Cosmic Candy: Μια ελληνική ταινία για τις καραμέλες που έσκαγαν στο στόμα αλλά με τα χρόνια έγιναν τερηδόνα

19.9.2019
Γιατί δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να πάει να δει την ταινία «Ενήλικοι στην Αίθουσα»

Σινεμά Γιατί δεν μπορώ να πείσω τον εαυτό μου να πάει να δει την ταινία «Ενήλικοι στην Αίθουσα»

18.9.2019
Mπράιαν ντε Πάλμα: Κάνοντας σινεμά για το σινεμά

Σινεμά Mπράιαν ντε Πάλμα: Κάνοντας σινεμά για το σινεμά

17.9.2019
Animasyros 12: Έξι αληθινές ιστορίες αποκαλύπτονται μέσα από εξαιρετικά animation

Σινεμά Animasyros 12: Έξι αληθινές ιστορίες αποκαλύπτονται μέσα από εξαιρετικά animation

16.9.2019
Από την TV στο σινεμά: 10 τηλεοπτικές σειρές που έγιναν ταινίες

Σινεμά Από την TV στο σινεμά: 10 τηλεοπτικές σειρές που έγιναν ταινίες

16.9.2019
Τραύματα, καταχρήσεις και ντροπή: Η εξομολόγηση της Ντέμι Μουρ

Σινεμά Τραύματα, καταχρήσεις και ντροπή: Η εξομολόγηση της Ντέμι Μουρ

13.9.2019
Η μυστική ιστορία του Χόλιγουντ μέσα από επιστολές που έρχονται για πρώτη φόρα στο φως

Σινεμά Η μυστική ιστορία του Χόλιγουντ μέσα από επιστολές που έρχονται για πρώτη φόρα στο φως

12.9.2019
25 χρόνια Νύχτες Πρεμιέρας: Τα highlights του φετινού φεστιβάλ

Σινεμά 25 χρόνια Νύχτες Πρεμιέρας: Τα highlights του φετινού φεστιβάλ

11.9.2019
Ο Γούντι Άλεν και οι γυναίκες του

Σινεμά Ο Γούντι Άλεν και οι γυναίκες του

11.9.2019
Δείτε το “Pull My Daisy”, το 25λεπτο φιλμ που γύρισε το 1959 ο Ρόμπερτ Φρανκ με σύσσωμη τη γενιά των Beat

Σινεμά Δείτε το “Pull My Daisy”, το 25λεπτο φιλμ που γύρισε το 1959 ο Ρόμπερτ Φρανκ με σύσσωμη τη γενιά των Beat

11.9.2019