Η Βαρντά έχει χάσει μεγάλο μέρος της όρασής της, ενώ ο JR επίτηδες δεν βγάζει τα γυαλιά ηλίου που εμμονικά και αδικαιολόγητα φοράει, όπως και ο Γκοντάρ.

«Πρόσωπα & Ιστορίες»: Το αριστουργηματικό περσινό ντοκιμαντέρ της Ανιές Βαρντά

Η κριτική του Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλου για την προτελευταία ταινία της Γαλλίδας σκηνοθέτιδος που έφτασε μέχρι τις υποψηφιότητες των Όσκαρ

Η Ανιές Βαρντά δεν είναι φυσικά μια απλή σκηνοθέτις και ο JR κινείται πέρα από τα όρια του φωτογράφου και εικαστικού.

 

Όσο αδόκιμο είναι λοιπόν να χαρακτηρίσει κανείς το Πρόσωπα και Ιστορίες, ένα no budget χειροτέχνημα που συνθέτει το παρόν, πνευματώδες και εγκάρδιο, με αυτοαναφορικά χάδια και περίσσια γνώση, ντοκιμαντέρ, τόσο άστοχο ακούγεται να βάλει αυτούς τους δύο καλλιτέχνες σε τακτοποιημένες κατηγορίες.

 

Η συνεργασία τους αποδεικνύει την εφευρετικότητα και τη φαντασία τους: μέσα από ένα αναπάντεχο road trip πρότειναν και πέτυχαν την αθανασία ανδρών ξεχασμένων χωριών και μετέτρεψαν σε τοτέμ τις γυναίκες τους, αναρτώντας φωτογραφίες στις προσόψεις σπιτιών, σε μάντρες και φράχτες, και μάλιστα ζωντανεύοντας τη στιγμή, βάζοντάς τους να ποζάρουν, να μιλάνε ή και να χορέψουν μπροστά στα είδωλά τους!

 

Ενώ πολλές ταινίες πραγματεύονται τη μνήμη, την έννοια και τη σημασία της με ευγενικές χειρονομίες, βαριά σχήματα και συνήθως επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, το «Visages, Villages» την εγκαλεί πρακτικά και την επαναπροσδιορίζει απροσποίητα.

 

Το οδοιπορικό ξεκινά καταδεικνύοντας την παιγνιώδη σχέση των δύο σκηνοθετών, κάνοντας πλάκα με τη μεγάλη διαφορά ηλικίας που τους... ενώνει, εντοπίζοντας τις κοινές τους αγάπες που προκύπτουν από τις διαφορετικού τύπου προσεγγίσεις τους με την παραλλαγή και τη χρήση της εικόνας.

 

Κι ενώ πολλές ταινίες πραγματεύονται τη μνήμη, την έννοια και τη σημασία της με ευγενικές χειρονομίες, βαριά σχήματα και συνήθως επαναλαμβανόμενα αφηγηματικά μοτίβα, το Visages, Villages την εγκαλεί πρακτικά και την επαναπροσδιορίζει απροσποίητα.

 

Το ταλέντο του JR είναι η μεγέθυνση του ενσταντανέ, ο μετασχηματισμός της αποτύπωσης ενός προσώπου σε ένα σουβενίρ που αντέχει στις απαιτήσεις μιας υπαίθριας γκαλερί.

 

 

Το ακαταμάχητο όπλο της Βαρντά είναι η περιέργειά της, ο ενθουσιασμός της να αφήσει ανοιχτό το παράθυρο για να μπει η πραγματικότητα, η πίστη της στο τυχαίο, μια ζωηρή φιλομάθεια που δεν στρέφεται προς αυτήν, δεν ομφαλοσκοπεί ψυχαναλυτικά, αλλά ανθεί, όπως το τρελιάρικο πορφυρό χρώμα στα τελειώματα της κόμης της ακυρώνει ειρωνικά (αλλά πόσο μελετημένα...) το σοφό λευκό του κέντρου της κεφαλής της. Αντί να κυνηγά ανθρώπους για να απαντήσουν σε κρίσιμες ερωτήσεις, σπέρνει διαλόγους και θερίζει συναίσθημα.

 

Σαν τους «τύπους» από τα μαγαζάκια της οδού Νταγκέρ στο Daguerreotypes και τις σταχομαζώχτρες στο Glaneurs et la glaneuse, οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές της εργατικής εσχατιάς του Βορρά της Γαλλίας τής ανοίγονται, την εμπιστεύονται, τη θεωρούν, δικαίως, δική τους, γιατί δεν τους αντιμετωπίζει σαν καταφρονεμένους, δεν πολιτικολογεί στην πλάτη τους, αλλά ενδιαφέρεται για την αγνοημένη περηφάνια τους (και μιλώντας τους, ξεχορταριάζει την απομόνωσή τους).

 

Συγκινώντας τη Βαρντά και κινητοποιώντας τον JR, απαθανατίζονται και ακούγονται, αλλά από το βάθος της ψυχής τους, αβίαστα εξομολογητικά, στον αντίποδα της ανακριτικής λογικής πολλών ντοκιμαντέρ ‒ καμιά αντίρρηση, αλλά εδώ η κλίμακα είναι απολαυστική και γίνεται προσωπική υπόθεση, όταν η Βαρντά ξεναγεί τον νέο της φίλο στο σπίτι του Ζαν Λικ Γκοντάρ.

 

Έχει προηγηθεί η επίσκεψη στον τάφο του Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν και η καλλιτεχνική ανταπόδοση (μου δίνεις τον Πάπα της φωτογραφίας, σου δίνω τον Θεό σκηνοθέτη!) παίρνει μια παράξενη τροπή, όταν η προσπάθεια εντοπισμού του συνοδοιπόρου της στα πρώτα, ηρωικά χρόνια της νουβέλ βαγκ αποδεικνύεται παγίδα, ένα ολίσθημα πιο σοβαρό από ένα φιλικό ραντεβού.

 

 

Η Βαρντά έχει χάσει μεγάλο μέρος της όρασής της, ενώ ο JR επίτηδες δεν βγάζει τα γυαλιά ηλίου που εμμονικά και αδικαιολόγητα φοράει, όπως και ο Γκοντάρ, τον οποίο η Βαρντά πάντα πείραζε γι' αυτόν το λόγο. Όταν επιτέλους το κάνει, υποκύπτοντας στην πίεση της γηραιάς κυρίας, σε ένα παγκάκι δίπλα στη λίμνη, ακριβώς έξω από το σπίτι του ερημίτη σκηνοθέτη, η Βαρντά, κι εμείς μαζί, βλέπει τον φωτογράφο θολό.

 

Είναι σκηνοθετημένη η σκηνή, ακόμα και η απογοήτευση της Βαρντά; Μπορεί, αλλά όχι faux: αυτό που σημαίνει αυτή η συμβολική ανταλλαγή είναι το φλου που δημιουργείται όταν το πραγματικό αντικείμενο μιας ταινίας υποχωρεί μπροστά στη στείρα αυτοβιογράφηση.

 

Όσο η κάμερα της Βαρντά αποκτούσε ενέργεια μπροστά στους νέους της φίλους, τους πρωταγωνιστές των ιστοριών της, με αυτή την αφρίζουσα νεανικότητα που αναδίδει το κολάζ των σκηνών της, τόσο δείχνει να σκοντάφτει μπροστά στην αναπόληση του παρελθόντος.

 

Η τελευταία εικόνα είναι μια φθινοπωρινή καρτ ποστάλ, ο μελαγχολικός επίλογος για μια υπέροχη δημιουργό, η οποία περιπλανήθηκε στους δρόμους του κόσμου και στις παραλίες της φαντασίας της επί 60 και πλέον χρόνια και που πια παραδίδει το βλέμμα της στους επόμενους, και τη ματιά της στους ικανούς.

 

 

Faces Places trailer

 

Σινεμά
ΑΦΙΕΡΩΜΑ