Στο ρόλο της «μεγαλοαστής» πόρνης στον «Καουμπόι του μεσονυχτίου» όπου κέρδισε την πρώτη από τις δύο υποψηφιότητές της για το Όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου.
Σινεμά

Αποχαιρετισμός στη Σίλβια Μάιλς, cult ηθοποιάρα και αειθαλές party animal

Πέθανε στα 94 της, η γνωστή στο κοινό από τους ρόλους της στο «Καουμπόι του μεσονυχτίου» - για τον οποίο προτάθηκε για Όσκαρ - και στην «Κάψα», η πασίγνωστη στους κύκλους της Νέας Υόρκης ως αιώνια «ψυχή του πάρτι»

Φορτωμένη με πλατινέ ξανθιά χαίτη, έντονο μακιγιάζ και μια ιδιαίτερη ένρινη φωνή, η Σίλβια Μάιλς, που πέθανε χθες,  ήταν 45 χρονών όταν υποδύθηκε την «μεγαλοαστή» πόρνη με το κανίς ανά χείρας στον «Καουμπόι του μεσονυχτίου» του 1969, κερδίζοντας για την αξέχαστη ερμηνεία της την πρώτη από τις δύο υποψηφιότητές της για το Όσκαρ Β' γυναικείου ρόλου.

 

Η δεύτερη θα ερχόταν έξι χρόνια μετά για μια πεντάλεπτη μόλις σκηνή πλάι στον Ρόμπερτ Μίτσαμ στην κινηματογραφική μεταφορά της κλασικής αστυνομικής νουβέλας του Ρέιμοντ Τσάντλερ, «Αντίο γλυκιά μου». «Όταν μου αρέσει ένας άντρας, το ταβάνι είναι το όριο», ήταν η πιο χαρακτηριστική της ατάκα στην ταινία.

 

Ενδιάμεσα – και ενώ η σεξουαλική επανάσταση έφτανε στην ακμή της - είχε κατοχυρώσει μια τολμηρή και ασυμβίβαστη περσόνα εντός και εκτός οθόνης (και θεατρικής σκηνής). Υπό την αιγίδα του Άντι Γουόρχολ, έπαιξε στην (αυστηρώς ακατάλληλη) «Κάψα» (Heat) του Πολ Μόρισι, δίπλα στον Τζο Νταλεσάντρο. Στις ευρωπαϊκές αφίσες της ταινίας αλλά και σε περιοδικά πόζαρε γυμνή (μαζί με διάφορους άντρες, επίσης γυμνούς), γεγονός που προκάλεσε έντονη κριτική στους θεατρικούς κύκλους της Νέας Υόρκης. Η ίδια είχε δηλώσει τότε στην εφημερίδα New York Post: «Και πού βλέπετε το κακό; Εξάλλου όλοι αυτοί [οι γυμνοί άνδρες] είναι φίλοι μου».

 

Ουδείς πάντως αμφισβητούσε τις υποκριτικές της ικανότητες. «Η Σίλβια Μάιλς έχει αναπτύξει μια πραγματικά ξεχωριστή περσόνα» έγραφε η κριτική των New York Times για την ταινία. «Φαίνεται υπέροχη, ακόμα κι όταν μοιάζει εξουθενωμένη, και επειδή ακριβώς είναι εξαίρετη ηθοποιός, αυτομάτως εργάζεται δέκα φορές πιο σκληρά από όλους τους υπόλοιπους συντελεστές προκειμένου να δώσει ζωή στην ταινία».

 

Με τον Τζο Νταλεσάντρο στην "Κάψα" του 1972.

 

Ήδη από τότε, είχε αποκτήσει τη φήμη της ψυχής όλων ανεξαιρέτως των πάρτι στην περιοχή του Μανχάταν. Πολύ αργότερα, θα υπερασπιζόταν την έντονη κοινωνική ζωή της, λέγοντας σε μια συνέντευξη στο CNN το 1994: «Είναι απλούστατο. Βγαίνω έξω διαρκώς διότι αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γνωρίσω κόσμο».

 

Η Σίλβια Μάιλς γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη το 1924 (παρότι για πολλά χρόνια η ίδια παρουσίαζε ως έτος γεννήσεως της το 1932) και μεγάλωσε στη μποέμικη γειτονιά του Γκρίνουιτς Βίλατζ. Σπούδασε στο Actors Studio και στη συνέχεια καθιερώθηκε ως πρωτοποριακή μορφή του θεατρικού κυκλώματος του Off Broadway.

 

Η παρουσία της στη μεγάλη οθόνη υπήρξε σποραδική αν και πάντα αξιομνημόνευτη ανεξαρτήτως του ειδικού βάρους της εκάστοτε ταινίας. Η ίδια είχε περιγράψει τον ρόλο της στην ταινία τρόμου "The Sentinel" του 1977, ως «μια εντελώς τρελαμένη Γερμανίδα ζόμπι λεσβία πρώην μπαλαρίνα».

 

Είχε υποδυθεί τη μαμά της Μέριλ Στριπ στην «Διαβολογυναίκα», ενώ είχε εμφανιστεί και σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές, με πιο «γλαφυρή» ίσως, την παρουσία της σε ένα επεισόδιο του "Sex and the City" όπου υποδύθηκε μια εκκεντρική κυρία που ψέκαζε με ναρκωτικά το παγωτό της.

 

Στο πάρτι μετά την απονομή τωψν βραβείων της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου Νέας Υόρκης, το 2007.

 

Εκτός από ακούραστο party animal μέχρι και σε πολύ προχωρημένη ηλικία, η Σίλβια Μάιλς υπήρξε και πρωταθλήτρια στο σκάκι, έχοντας λάβει μέρος σε πολλά τουρνουά στη ζωή της. Παντρεύτηκε και χώρισε τρεις φορές, διατηρώντας το επώνυμο του πρώτου συζύγου της (το πατρικό της ήταν Λι) και έζησε όλη της σχεδόν τη ζωή στην περιμετρική ζώνη του Μανχάταν.

 

Παρά την αδυναμία στους προβολείς και τις εξόδους, ποτέ δεν έκατσε, όπως τόσοι άλλοι με πολύ λιγότερη κοσμική ζωή, να καταγράψει τις εμπειρίες της σε βιβλίο απομνημονευμάτων. Όταν ρωτήθηκε γιατί, σε μια συνέντευξή της το 2001, η απάντηση που έδωσε ήταν η εξής: «Διότι δεν έχω όλες τις απαντήσεις. Η ζωή μου παραμένει μυστήριο, ακόμα και για μένα».

 

Με στοιχεία από τους New York Times

 

Σινεμά