Ο αθώος, καλοκαιρινός παράδεισος του Γιώργου Πανουσόπουλου

Ο αθώος, καλοκαιρινός παράδεισος του Γιώργου Πανουσόπουλου

Ο ερωτισμός στις λίγες ταινίες του ορμητικού σκηνοθέτη είναι πάντα συνδυασμένος με το ελληνικό καλοκαίρι, την ανεμελιά, τη γύμνια και τη δικαιοσύνη του ενστίκτου. Ωστόσο, υπάρχουν και γι’ αυτόν θέματα ταμπού.

Κορυφαίος μάστορας της εικόνας, πρωτοπόρος διευθυντής φωτογραφίας της γενιάς του '60, έχει κινηματογραφήσει μοναδικά το ελληνικό τοπίο, το ελληνικό φως, το ελληνικό καλοκαίρι. Από την πρώτη του κιόλας ταινία ως σκηνοθέτης, το αξέχαστο Ταξίδι του Μέλιτος, τις ταινίες που ακολούθησαν, Οι Απέναντι, Μ'αγαπάς;, μέχρι τα πιο πρόσφατα, Ελεύθερη Κατάδυση, Μια μέρα τη νύχτα, αυτά που τον χαρακτηρίζουν είναι το έντονο ερωτικό στοιχείο, οι μαγευτικές τοποθεσίες, η καθαρότητα των χρωμάτων. Όλα γυρισμένα μες στην καλοκαιρινή κάψα με τον ερωτισμό να διαχέεται παντού, άνθρωποι όλων των ηλικιών που αποδεικνύονται ανίκανοι να αντισταθούν απέναντι στα ερεθίσματα της σάρκας, την έλξη των σωμάτων, το παιχνίδι των φύλων. Κάτω από τον καυτό ήλιο.

 

«[...] στον Φίνο έμεινα δυόμισι χρόνια, κι όταν μου αρνήθηκε να με κάνει οπερατέρ όταν του το ζήτησα, παρακάμπτοντας, η αλήθεια είναι, το χρονικό διάστημα που συνήθως απαιτείτο για να μεταπηδήσεις από β΄ βοηθός στην κάμερα, έφυγα. Βιαζόμουν να προχωρήσω και θυμάμαι ότι θύμωσα όταν γέλασε μαζί μου. Τελικά αμέσως μετά, σε ηλικία μόλις 23 χρονών, έκανα Το Μπλόκο του Άδωνι Κύρου, με αποτέλεσμα το όνομά μου να ακουστεί πολύ. Μετά από αυτό, κάθε νέος σκηνοθέτης ήθελε εμένα!

 

Χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι προσπαθούν να εξευτελίσουν το σεξ – κι αυτό παραμένει αλώβητο. Η σεξουαλική πράξη παραμένει καθαρή και αγνή όπως πάντα.

 

— Δηλαδή επειδή ο Φίνος δε σας έχρησε διευθυντή φωτογραφίας, γι' αυτό πήρατε το δρόμο που πήρατε;

Μα τι λες τώρα! Σχεδόν παίρναμε όρκο ότι δεν θα κάνουμε φωτογραφία σαν του Φίνου. Υπήρξα δε για την εποχή εκείνη τελείως αντισυμβατικός. Έκανα πρωτοφανή πράγματα, που άκουγα ότι τα έκαναν στη nouvelle vague, με την κάμερα στο χέρι, χωρίς πολλά φώτα έως και καθόλου. Εδώ μόνο ο Lassaly έκανε κάποια κόλπα και τον μιμήθηκα . Ήμουν ο πρώτος που πήρε αυτόν το δρόμο και για πολλά χρόνια ο μόνος! Δεν είναι τυχαίο ότι έκανα όλες τις πρώτες ταινίες όλων των νέων σκηνοθετών τότε. Του Βούλγαρη, του Παναγιωτόπουλου, του Αγγελόπουλου, του Θέου, της Μαρκετάκη, όλων. Μαθαίναμε να κάνουμε σινεμά βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Μεγάλο σχολείο να δουλεύεις με αρχάριους.

 

— Μαθητεύσατε και δίπλα στον Lassaly;

Άτυπα. Πήγα με δικά μου έξοδα στα γυρίσματα του «Ζορμπά» και παρακολουθούσα ό,τι έκανε. Τον έχω κατακλέψει! Τελικά, είναι σαν να τον είχα δάσκαλο μου...

 

— Ο Lassaly λέει ότι το ελληνικό φως δεν είναι το ιδανικότερο.

Μα είναι μύθος ότι το ελληνικό φως είναι ιδιαίτερο. Το έχουν ζωγραφίσει τόσοι μεγάλοι καλλιτέχνες και το έχουν υμνήσει τόσο πολύ, που νομίζουμε ότι είναι κάτι διαφορετικό. Έχει ένα συμβολισμό το φως στην Ελλάδα, δεν είναι αυτό που μετράμε με το φωτόμετρο. Το φωτόμετρο μετράει το ίδιο σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης.

 

— Μα είναι όλα αυτά που βρίσκονται κάτω από αυτό που το ανάγουν σε μύθο: το μπλε της θάλασσας, τα λευκά σπίτια στα νησιά, τα αρχαία μνημεία, οι βράχοι...

Έτσι λέω κι εγώ. Οπωσδήποτε είναι πολύ πιο δυνατό από της Γερμανίας.

 

— Έχετε πανικοβληθεί ποτέ από το υπερβολικό φως;

Πανικοβάλλεσαι γιατί έχει μεγάλη διαφορά η σκιά από τον ήλιο. Αν όλα τα σπίτια είναι άσπρα, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν δεν είναι, το πρόβλημα είναι μεγάλο. Οι ξένοι έχουν κάνει γκάφες εδώ προσπαθώντας να το αντιμετωπίσουν. Πρέπει να προσθέσω εδώ ότι η φωτογραφία των παλιών ελληνικών ασπρόμαυρων ταινιών είναι εξαιρετική ως προς την ποιητικότητα που βγάζουν. Μιλάω για τις απλές κωμωδίες. Εντελώς τυχαία! Οι δρόμοι αστράφτουν, κάτασπροι άσφαλτοι. Αυτή την αίσθηση του καλοκαιρινού φωτός, δεν την έχουμε πετύχει στο έγχρωμο.

 

Οι Απέναντι, 1981

 

— Έχω παρατηρήσει, ότι αν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος καταγράφει το χειμερινό τοπίο της Ελλάδας, εσείς, στον αντίποδα, είστε ο σκηνοθέτης του καλοκαιριού.

Ο Αγγελόπουλος δεν είναι ότι θέλει το χειμώνα, ψάχνει να βρει το ιδανικό τοπίο που να θυμίζει βόρεια Ευρώπη. Στεναχωριέται που δεν είναι Βέλγος ή Σέρβος. Με την Ελλάδα έχει πρόβλημα, όχι με το φως...(γέλια) Αλλά έχεις δίκιο, οι περισσότερες ταινίες μου είναι γυρισμένες καλοκαίρι.

 

— Μέσα στο κάδρο τι σας γοητεύει περισσότερο; Ένα σώμα, ένα αντικείμενο, ένα τοπίο;

Πέρασα περιόδους που με γοήτευε το ίδιο το φως. Σιγά σιγά όμως κατάλαβα ότι κανένα τοπίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον όσο το σώμα. Παρακάτω κατάλαβα ότι κανένα τοπίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον όσο το πρόσωπο, και τελευταία τείνω να πω ότι κανένα τοπίο δεν έχει τόσο ενδιαφέρον όσο τα ανθρώπινα μάτια!

 

— Πώς μεταπηδήσατε στη σκηνοθεσία;

Πειραματικά, σαν ένα παιχνίδι. Το σημαντικό όμως δεν είναι η πρώτη ταινία, σημαντική είναι η δεύτερη. Μετά την πρώτη ταινία αλλοιώνεσαι. Από την επόμενη μέρα του τελευταίου γυρίσματος του «Ταξιδιού» ήμουν άλλος άνθρωπος. Δεν ήμουν πια ο ίδιος!

 

— Ο έρωτας είναι το επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλες σας τις ταινίες. Έχετε καταλήξει τι είναι αυτό που κινεί τα πράγματα; Η έλξη των σωμάτων ή η χημεία των συναισθημάτων;

Μπορεί να τα ξεχωρίσει κανείς αυτά; Η έλξη δεν είναι συναίσθημα κι αυτή; Εγώ θεωρώ το ίδιο ιερό το σεξουαλικό μέρος του έρωτα. Το πιο ισχυρό, το πιο μοναδικό! Πες μου, τι άλλο υπάρχει που να είναι τόσο άφθαρτο; Χιλιάδες χρόνια κάνουν οι άνθρωποι έρωτα, προσπαθούν να το ξευτελίσουν, το κάνουν για λεφτά, για εκδίκηση, το έχουν εκχυδαΐσει σε σημείο που δεν πάει άλλο, κι αυτό παραμένει αλώβητο. Η σεξουαλική πράξη παραμένει καθαρή και αγνή όπως πάντα.

 

Mανία, 1985

 

— Στον κινηματογράφο ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος ένα ερωτικό φιλμ να χαρακτηριστεί πορνογραφία.

Αν βγάλεις τη ζωή και αφήσεις μόνο το σεξουαλικό κομμάτι. Θα 'θελα να κάνω μια ταινία γι' αυτούς που κάνουν πορνό. Να δω ποιόν αγαπούν, με ποιους είναι ερωτευμένοι, κατά τη διάρκεια της δουλειάς τους. Αλλά πώς να κάνω ταινίες με στύση; Οι ερωτικές ταινίες γι' αυτό ακριβώς θα είναι πάντα λειψές. Γιατί είναι πάντα από την αντρική ματιά. Δεν μπορείς να δείξεις τη λαχτάρα και την αγάπη που έχει η γυναίκα για το πέος. Δεν το δέχεται η κοινωνία κι αυτό είναι μια αδικία. Αυτό είναι ένα παράπονο μου, το ότι δε μπορώ να κάνω μια ταινία με τη γυναικεία συμμετοχή. Όπως είναι αδύνατο να κάνω μια ταινία με μικρά παιδιά και τις πρώτες ερωτικές εμπειρίες αναμεταξύ τους. Γιατί η σεξουαλική μας ζωή αρχίζει πολύ νωρίς, στα πέντε στα έξι, στα επτά.

 

— Νομίζω ότι είστε από τους λίγους Έλληνες που δε φοβηθήκατε να εκτεθείτε είτε επρόκειτο για δικιά σας δουλειά είτε για άλλου.

Είναι οι ταινίες μου τολμηρές; Δεν πάνε σε βάθος. Δεν θέλω να έχουν φιλοσοφίες. Εγώ δεν είμαι masterpiece maker.

 

— Ένα άλλο στοιχείο που κατέχει σταθερή παρουσία στις ταινίες σας είναι το νερό.

Αυτό είναι συνειδητό. Το ήξερα από την αρχή ότι το νερό με συγκινεί. Έχω μεγαλώσει στην Κηφισιά και η απόσταση από τη θάλασσα την εξιδανίκευε στη φαντασία μου. Μικρός έβλεπα ξανά και ξανά έναν εφιάλτη: το νερό να πλησιάζει αργά και μόλις έφτανε κοντά μου να φεύγει γρήγορα πίσω. Κι ενώ λατρεύω τη θάλασσα, με φοβίζει το στατικό νερό, μου θυμίζει θάνατο. Δεν μπαίνω ποτέ σε λίμνες, αλλά ούτε και σε πισίνες. Στα δεκαοχτώ μου, ξέρεις, μπάρκαρα στα καράβια σαν μούτσος. Μέσα σε εννιά μήνες γύρισα τον κόσμο όλο. Τότε δεν το είχα πάρει σοβαρά αλλά τώρα καταλαβαίνω τη σημασία του.

 

— Σ' αυτή την περιπλάνηση, σας θύμισε κάποια άλλη χώρα την Ελλάδα;

Θα γελάσεις, το Χόλιγουντ! Το Λος Άντζελες. Τα φυτά, το χώμα, οι σκονισμένοι θάμνοι ήταν σαν να βρισκόμουν στην Ελλάδα!

 

Το σεξ είναι πάντα χαρούμενο όταν «Μ’ αγαπάς;»: Μαρία Παπαλάμπρου, Κώστας Τριανταφυλλίδης

 

— Μου έχουν μείνει ανεξίτηλες οι εικόνες από το Μ' αγαπάς;. Μαγευτικά απόκρυφα μέρη και υπέροχα κινηματογραφημένα γυμνά κορμιά. Χαρακτηριστικό το επεισόδιο με τους φαντάρους και την κοπέλα. Πού γυρίστηκε αυτή η σκηνή;

Στις εκβολές του Νέστου. Όταν ήρθε η ώρα να γυρίσουμε αυτή τη σκηνή, είπα στο συνεργείο ότι δεν είναι ευγενικό να είναι οι ηθοποιοί γυμνοί κι εμείς ντυμένοι. Το μισό περίπου συνεργείο δέχτηκε να ξεγυμνωθεί. Γυρίζαμε μια βδομάδα ξεβράκωτοι (γέλια). Κάναμε κάμπινγκ, πλάκες, αξέχαστες στιγμές! Και σαν γύρισμα και σαν αποτέλεσμα.

 

— Έχουν μείνει ανέπαφα μέρη στην Ελλάδα; Μυστικοί παράδεισοι;

Τα τελευταία σαράντα χρόνια παρατηρώ πως όλοι αυτοί οι μυστικοί παράδεισοι, ανακαλύπτονται, αποκαλύπτονται και στο τέλος κατακτώνται. Τα πιο απάτητα μέρη δεν είναι τα νησιά, αλλά τα βουνά. Τα βουνά είναι που παραμένουν άγνωστα.

 

— Θυμάστε κάπου που νοιώσατε το «θεϊκό άγγιγμα»; Που εκστασιαστήκατε με το μεγαλείο της φύσης;

Στην Ήπειρο! Συγκλονίστηκα. Μαγεύτηκα. Ξέρεις τι είναι να συναντάς βελανιδιές τεσσάρων πέντε χιλιάδων ετών; Μένεις!

 

— Ξέρετε, θεωρώ τη διαφήμιση σας, της ΜΙΣΚΟ, ένα μικρό αριστούργημα.

Μου ζήτησαν μια σάγκα του σταριού. Πήγαμε στη Θεσσαλία και για δεκαπέντε μέρες τραβούσαμε με ελεύθερο θέμα το στάρι. Μια μικρού μήκους ταινία χωρίς σενάριο.

 

Ο Αλέκος Συσσοβίτης και η Βαλέρια Χριστοδουλίδου σε «Ελεύθερη Κατάδυση», 1995.

 

— Οι διαφημίσεις σας έχουν καταγράψει την ελληνική φύση εξαιρετικά. Εφάμιλλα με σπουδαίους ζωγράφους.

Όταν με κάλεσε ο ΕΟΤ να κάνω τα πρώτα σποτάκια γι' αυτούς, '90-'91, τους είπα το εξής. Στη διαφήμιση συνήθως ωραιοποιούμε το προϊόν. Δεχτείτε για μια φορά ότι αυτό που θα πάρετε θα είναι υποδεέστερο του προϊόντος. Κατώτερο των προσδοκιών μας! Θα ωραιοποιούσαμε εμείς την Ελλάδα;

 

— Για σας, ποια δουλειά σας από αυτές που είναι ευρύτερα γνωστές - και δεν εννοώ τις ταινίες των νέων του '60- θεωρείτε σημαντική;

Μου ζήτησε η ΕΡΤ να τραβήξω το τελευταίο ηλιοβασίλεμα της χιλιετίας. Ένα σποτάκι 4 λεπτών για τις εκδηλώσεις για το millennium σε μουσική Χατζιδάκι. Στο τελευταίο γύρισμα, μέσα στο ελικόπτερο, έκλαιγα από τη συγκίνηση. Άρεσε πολύ και μάλιστα μου έδωσαν κι ένα βραβείο γι' αυτό.

 

— Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική ταινία;

Το Άμακορντ. Και το Φέρτε το κεφάλι του Αλφρέντο Γκαρσία του Πένκιπα. Κακό του αντίγραφο είναι αυτό που όλοι παραληρούσαν πέρυσι, το Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα.

 

— Κι από ελληνικές ταινίες;

Η Στέλλα και το Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο. Ταινίες εφάμιλλες με αυτές του ιταλικού νεορεαλισμού.

 

— Ποιο νομίζετε ότι είναι το μέλλον του κινηματογράφου με την αδιάλειπτη ερήμωση της αίθουσας;

Δεν με ενδιαφέρει η αίθουσα εμένα, αλλά η εικόνα. Αν το κοινό βλέπει κινηματογράφο μέσα στο σπίτι του, εμένα μου αρκεί. Οφείλουμε χάρη στους μεγάλους Αμερικανούς σκηνοθέτες που κρατάνε το σινεμά ζωντανό. Σκορτσέζε, Κόπολα, Σπίλμπεργκ. Όσο ζουν αυτοί θα ζει και το σινεμά . Κι όλοι όσοι ακολουθούν από πίσω. Αν αυτό το είδος καταργηθεί, το σινεμά θα πεθάνει.

 

Μ' αγαπάς;, 1988

 

Μ' αγαπάς;, 1988

 

Τεστοστερόνη, 2004

 

Μυρτώ Παράσχη, Μπέτυ Λιβανού στην ταινία «Μ'αγαπάς;» του Γιώργου Πανουσόπουλου. 1988.

 

Σινεμά
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
1 Σχόλια
WLGFQ 5.8.2019 | 11:56
Γιατί δεν του τέθηκε η ερώτηση: "Γιατί νομίζει πως οι ταινίες του δεν προβάλλονται συχνά από τα κανάλια;";