Σινεμά

To Hollywood αυτοβιογραφείται

Οι 20 σημαντικότερες ταινίες όπου το Χόλιγουντ αποφασίζει να κανιβαλίσει την ίδια την κοινότητα.

ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΑΣΟΥ ΜΕΛΕΜΕΝΙΔΗ

Οι 20 σημαντικότερες ταινίες όπου το Χόλιγουντ αποφασίζει να κανιβαλίσει την ίδια την κοινότητα, με κάθε δυνατό τρόπο, καλύπτουν όλα τα είδη, σε κλίμακα και ύφος, ξεκινώντας από τη δοξολογία και καταλήγοντας στην ερωτική επιστολή του Ντέιμιαν Σαζέλ στο La La Land. Ήδη από τα "βρυχώμενα 20s", όταν ανακάλυψε οτι έγινε πρωτεύουσα της παγκόσμιας θρησκείας του κινηματογράφου, και ταυτόχρονα βωμός στους ελεγχόμενους πρωταγωνιστές/αγίους της, δεκάδες ταινίες ασχολήθηκαν με τη γενική ιδέα και τα επιμέρους συστατικά του, επικεντρώνοντας κυρίως στους ηθοποιούς. «Μα δεν είμαι ηθοποιός, είμαι movie star», αναφωνεί συγχυσμένος ο ανίδεος σταρ αλλοτινών πειρατικών περιπετειών, Άλαν Σουάν του απίστευτου Πίτερ Ο' Τουλ στο αγαπημένο Μy Favorite Year, συνοψίζοντας την πεμπτουσία της λατρευτικής περιόδου, πριν περάσει στη φάση της αιχμηρής, πικρής αποδόμησης, αρχής γενομένης από την κλασική Λεωφόρο της Δύσης.

 

Όλοι έχουν αναφερθεί στο Χόλιγουντ, ως και ο Γούντι Άλεν το επισκέφθηκε στον Νευρικό Εραστή, κι επέστρεψε τρέχοντας στη Νέα Υόρκη, εκεί όπου γυρίζει το Hollywood Ending με υστερική τύφλωση και Κινέζο οπερατέρ! Το Κάποτε στο Χόλιγουντ του Κουέντιν Ταραντίνο εξετάζει μαεστρικά τη φύση των ηθοποιών, τη στενή γέφυρα που ενώνει την πραγματική με την "σινεματική" τους ζωή. Παράλληλα, ξαναζεί τη φευγαλέα στιγμή, στο καλοκαίρι του 1969, όταν το παλιό Χόλιγουντ παραχωρούσε, πολύ απρόθυμα, τα σκήπτρα στην αντικουλτούρα, με τον Ταραντίνο να ευαγγελίζεται μια ειρηνική ουτοπία- ένα hollywood ending ανθρώπινο, απαλό, το "τι θα μπορούσε να είχε γίνει" μιας ολόκληρης γενιάς.

 

SΗΟW PEOPLE (1928)

Το Show People του Κινγκ Βίντορ.

 

Στη δεκαετία του '20 το Χόλιγουντ αρχίζει δειλά να παίζει με την αυτοαναφορικότητα, με μια σιγουριά πως πλέον αποτελεί έναν νέο τόπο λατρείας παρά μια σύναξη τσαρλατάνων σε μεγάλο τσίρκο. Η τρέλα της δεκαετίας με τα πανάκριβα σπίτια, τα ασταμάτητα πάρτι και το νεόπλαστο star system όπως αυτό αποτυπώνονταν στα πρώτα περιοδικά, έφτασε να γίνεται θέμα της ίδιας της πηγής του σε ταινίες που ξεκινούσαν πάντοτε με τη φράση «μια νέα κοπέλα φεύγει από το σπίτι της για να ζήσει το όνειρο του Χόλιγουντ». Το Show People του Κινγκ Βίντορ είναι το λιγότερο ηθικοπλαστικό φιλμ από αυτά, που συνήθως πόνταραν σε συντηρητικό κοινό που ήθελε να δει τι συμβαίνει στα νέα Σόδομα, έχοντας φίνο χιούμορ και ένα πιο αριστοκρατικό άγγιγμα από τον σκηνοθέτη που θέλησε να δώσει στην ιστορία του έναν χαρακτήρα μιας μικρής γιορτής, διαβλέποντας το τέλος μιας εποχής (αυτής του βωβού σινεμά) πριν το αχαρτογράφητο πεδίο που έφερνε η έλευση του ήχου. Δεκάδες cameos, από τον ίδιο τον σκηνοθέτη ως τους Γκίλμπερτ και Τσάπλιν, αποτελούν το κερασάκι στη γευστικότατη αυτή τούρτα.

 

BOMBSHELL (1933)

H Τζιν Χάρλοου ήταν η σεξοβόμβα του τίτλου.

 

Η σεξοβόμβα του τίτλου ήταν όρος που δόθηκε στην πρωταγωνίστρια Τζιν Χάρλοου, στο σύντομο δυστυχώς αλλά σπιντάτο πέρασμά της από την χώρα των ονείρων και συνοψίζει τη σάτιρα πάνω σε ένα νέο είδος επιχείρησης, τον επικοινωνιακό μηχανισμό που στήνεται για την εκμετάλλευση ενός γυναικείου κορμιού και την ανάδειξή του σε αντικείμενο λατρείας. Η ηρωίδα της Χάρλοου φαίνεται να έχει σιχαθεί όλο το entourage που τρέχει γύρω της και ψάχνει για λίγο την ασφάλεια της ήσυχης ζωής μέχρι να πέσει θύμα φάρσας που θα της δώσει το μάθημα ότι μια star δεν πρέπει να εγκαταλείπει το κοινό της. Γυρισμένο λίγα χρόνια πριν την επιβολή του κώδικα Χέιζ, έδινε ελευθερίες στη Χάρλοου για αποκαλυπτικά φορέματα και συγκαλυμμένες συζητήσεις περί σεξ, θα μπορούσε άνετα να ερμηνευτεί ως candid ντοκιμαντέρ για τη ζωή της.

 

A STAR IS BORN (1937)

O Φρέντερκ Μάρτς με την Τζάνετ Γκέινορ στην πρώτη εκδοχή του "A Star is Born"

 

Η τόσο αγαπητή στο Χόλιγουντ, ενδοοικογενειακή τραγωδία αναπαράγεται ευλαβικά εδώ και δεκαετίες. Την αρχή έκανε ο Φρέντερκ Μάρτς με την Τζάνετ Γκέινορ, τη σκυτάλη παρέλαβαν ο Κρις Κριστόφεσρον με την Μπάρμπαρα Στράιζαντ και πολύ πρόσφατα, η Γκάγκα εισέβαλε στον χάρτη των ηθοποιών ελέω Μπράντλεϊ Κούπερ, με την ίδια ιστορία, δηλαδή το φωτογενές δράμα μιας ανερχόμενης άσημης καλλιτέχνιδος, η οποία συναντά έναν εδραιωμένο, σταρ στη φάση της αποσύνθεσης- ας μην ξεχνάμε το έντεχνο σαμπλάρισμα του οσκαρικού The Artist, στο ίδιο ακριβώς μοτίβο. Η γεμάτη αυταπάρνηση, τρυφερή χειρονομία του κραταιού άνδρα προς την γυναίκα που τον αγαπά πάνω από την καριέρα, ενδεχομένως να είναι ο λόγος που το Χόλιγουντ συναρπάζεται με ένα τόσο αρχετυπικό, basic ρομάντσο, σαφώς επικεντρωμένο στο σκληρό σύμπαν της show business.

 

HELLZAPOPPIN' (1941)

 

 

Τεράστια επιτυχία στο θέατρο, το ενσυνείδητα άναρχο, θεόμουρλο "Hellzapoppin'" μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη το 1941 εισάγοντας ρηξικέλευθα κινηματογραφικά κόλπα, σπάζοντας εξακολουθητικά τον τέταρτο τοίχο, στη μανιασμένη απόπειρά του να μη μοιάζει με κανένα από τα παραφορτωμένα, υπερλουσάτα μιούζικαλ που είχαν προηγηθεί. Εκτός από το πρώτο, καραμπινάτο meta παράλογων καλαμπουριών στο αμερικανικό σινεμά, το χιουμοριστικό, σατιρικό μικρό έπος των Όλσεν και Τζόνσον να γυρίσουν μια ρημάδα ταινία, διακωμωδεί το μόνιμο, απελπισμένο κλισέ του Χόλιγουντ για το πάση θυσία, τελείως καταναγκαστικό ρομάντζο. Τα λεκτικά και οπτικά gags του είναι μάλλον άκαρδα, ο ρυθμός κολασμένος, ο στόχος ευκρινέστατος: ο θεατής, τελικά, δεν χρειάζεται πλοκή, ούτε καν στοιχειώδες σενάριο, για να διασκεδάσει, έστω κι αν γελάει με την ψυχή στο στόμα.

 

SULLIVAN'S TRAVELS (1941)

 

 

Η αιώνια διαμάχη του εμπορικού με το ποιοτικό σινεμά επισημάνθηκε ανάγλυφα και αριστοτεχνικά ήδη από το 1941, όταν ο Πρέστον Στάρτζες, Αμερικανός ομόλογος του Ερνστ Λιούμπιτς και Μίδας της σκεπτόμενης κομεντί, (ο πρώτος σκηνοθέτης που μετέφερε τα δικά του σενάρια, ανοίγοντας τον δρόμο για τον Μπίλι Γουάιλντερ και τον Γούντι Άλεν), υπέγραψε το απίστευτα μεστό, διορατικό και ανθρώπινο road movie, "Sullivan's Travels", την Οδύσσεια ενός επιτυχημένου σκηνοθέτη που αρνείται να γυρίσει ακόμη μια κωμωδία για τα λεφτά, δραπετεύοντας από τα κομφόρ του Χόλιγουντ, τριγυρνώντας ως ζητιάνος σε ένα ταξίδι υπαρξιακής αναζήτησης και κοινωνικής συνειδητοποίησης στη βαθιά Αμερική. Και όλα αυτά, επειδή το στούντιο δεν δεχόταν με τίποτε να μεταφέρει στην οθόνη το ψαγμένο δράμα "O' Brother, where art Thou!"- οπότε καταλαβαίνετε από πού άντλησαν έμπνευση οι αδελφοί Κοέν για το ομώνυμο φιλμ τους, αλλά και, κατά κάποιον τρόπο, για τον χαρακτήρα του Τζορτζ Κλούνι στο Χαίρε Καίσαρα.

 

SUNSET BLVD. (1950)

Η Γκλόρια Σουάνσον και ο Έριχ φον Στρόχαιμ να παίζουν με αδιανόητη φυσικότητα ουσιαστικά τους εαυτούς τους.

 

Ένας ογκόλιθος του αμερικανικού σινεμά και μάλλον η σημαντικότερη εκ των έσω απομυθοποίηση των συστατικών του, βασίστηκε στο τέλειο σενάριο που απέφερε η τελευταία συνεργασία των Τσαρλς Μπράκετ και Μπίλι Γουάιλντερ, διηγούμενο μέσω του voice over ενός νεκρού σεναριογράφου σε κρεσέντο κυνισμού και μαύρου χιούμορ. Λεπτομερώς ενδοκινηματογραφικό με μπηχτές, αστειάκια, βόλτες στο στούντιο της Paramount, τον Ντε Μιλ να γυρίζει το Σαμψών και Δαλιδά αλλά και με εξωκινηματογραφική προέκταση, με τους Γκλόρια Σουάνσον και Έριχ φον Στρόχαιμ να παίζουν με αδιανόητη φυσικότητα ουσιαστικά τους εαυτούς τους, ως πάλαι ποτέ στάρλετ και σκηνοθέτης αντίστοιχα, και να περιφέρονται, παρηκμασμενοι και οι 2, ως φαντάσματα σε ένα πανάκριβο και ρημαγμένο σπίτι, στο οποίο δίνει ζωή ο σεναριογράφος του Γουίλιαμ Χόλντεν που διαλέγει τον ανήθικο τρόπο ανέλιξης και το πληρώνει μέσα στην πισίνα που πάντα ονειρεύονταν. Εκρηκτική μίξη αληθινής ζωής και τέχνης σε ένα Χόλιγουντ που ένιωθε πια βιομηχανία με ιστορία βαριά την οποία πετούσε στα σκουπίδια και κάτι έπρεπε να γίνει γι' αυτό, καθώς οι νοσταλγοί της, σαν τους νέους πρωταγωνιστές εδώ, έβλεπαν πια στη θέση της μυθολογίας έναν μηχανισμό που δεν μπορούσε να παράγει πια θρύλους - όλα αυτά το 1950! - λίγο πριν τη δυναμική έλευση της τηλεόρασης.

 

SINGIN' IN THE RAIN (1952)

 

 

Το καλύτερο μιούζικαλ που βγήκε ποτέ από το Χόλιγουντ, τελεία και παύλα. Απαλλαγμένο από τη σύμβαση της μεγαλοπρέπειας, της θεατρικότητας και της ευρωπαΐζουσας πλοκής, όπως το Ζιζί, το Ωραία μου κυρία και το Ένας Αμερικανός στο Παρίσι, διαθέτει χαλαρή υπόθεση, εκπληκτικά χορευτικά και αξέχαστα τραγούδια, αλλά και μια σινεφίλ υπο-πλοκή, αφού ο βασικός σεναριακός άξονας περιστρέφεται γύρω από τη μετάβαση του βωβού στον ομιλούντα κινηματογράφο: ο πρωταγωνιστής Ντον Λόκγουντ περνάει με επιτυχία το τεστ της σωστής φωνής, η ντίβα Λίνα Λαμόντ ακούγεται χάλια και ένα απλό και καλλίφωνο κορίτσι, η Κάθι (η Ντέμπι Ρέινολντς στα 20 της χρόνια), την ντουμπλάρει και αποκαθίσταται στο φινάλε.   Υπάρχει ο Ντόναλντ Ο Κόνορ που κυριολεκτικά πετάει, η Τζιν Χέιγκεν που έχει πολλή πλάκα, ειδικά στη σκηνή που κραυγάζει με εξπρεσιονιστική προσποίηση «Πιέρ, Πιέρ» και τα χρυσαφικά της ξεκουφαίνουν τους ηχολήπτες, η Σιντ Τσαρίς με το εξωγήινο σώμα στην αριστοτεχνικά χορογραφημένη ονειρική σεκάνς και φυσικά η εμβληματική σκηνή με τον Τζιν Κέλι, που χορεύει με την ομπρέλα του σε ένα μείγμα από νερό και γάλα για να πλατσουρίζει πιο πειστικά στη βροχή και γράφει, χωρίς να το ξέρει, χρυσή σελίδα στην ιστορία του σινεμά, και μάλιστα με υπόκρουση ένα τραγούδι που, όπως και τα υπόλοιπα, είχε γραφτεί πολλά χρόνια πριν από τον Νέισιο Χερμπ Μπράουν, γι' αυτό και δεν φιγουράριζε στα υποψήφια για Όσκαρ εκείνη τη χρονιά. Το περίεργο είναι γιατί η ταινία δεν ήταν υποψήφια στις μεγάλες κατηγορίες της απονομής του 1953. Η πιθανή δικαιολογία μπορεί να είναι πως την προηγούμενη είχε βραβευτεί ο Αμερικανός στο Παρίσι. Όπως και να έχει, η απουσία καταγράφεται στις μεγάλες πατάτες των Όσκαρ.

 

THE BAD AND THE BEAUTIFUL (1952)

 

 

Ήταν ο Σέλζνικ ή ο Ζάνουκ; Σε αντιστοιχία με τον Πολίτη Κέιν που «κόλλησε» πάνω στον Χερστ αλλά ενόχλησε γενικότερα όσους ασκούσαν εξουσία τη δεκαετία του '40, το Bad and the Beautiful έμοιαζε με ένα γενικευμένο fuck off προς τους παραγωγούς-αυτοκράτορες των 2 προηγούμενων δεκαετιών που θα μπορούσαν να κοιτάζουν τα βραβεία που κατέκτησαν στα γραφεία τους και να σκέφτονται δεκάδες ιστορίες βίας, προδοσίας και αμοραλισμού για να τα συντροφεύουν. Αυτό κάνουν τρεις πρώην συνεργάτες ενός παραγωγού, όσο τον περιμένουν, περιγράφοντας την ηθική του κατάπτωση ενόσω αυτός ανεβαίνει τα σκαλοπάτια της επιτυχίας, με τον Κερκ Ντάγκλας να πιστοποιεί πλέον πως είναι ένας σταρ, αφήνοντας πίσω τους δεύτερους ρόλους. Τελικά ποιόν υποδύονταν; «Ήταν και ο Σέλζνικ και ο Ζάνουκ και όποιος άλλος αναγνώριζε τον εαυτό του βλέποντας την ταινία» είπε ο παραγωγός της ταινίας, Τζον Χάουσμαν.

 

WHAT EVER HAPPENED TO BABY JANE? (1962)

 

 

Διάσημο ως σήμερα για το παρασκήνιο της ασταμάτητης κόντρας ανάμεσα στην Τζόαν Κρόφορντ και τη Μπέτι Ντέιβις, το φιλμ του Όλντριτς θα ήταν μάλλον λειψό αν δεν περιείχε όλο αυτό το κους κους των γυρισμάτων του. Το αφήγημά του ήταν άλλωστε χτισμένο πάνω σε μια κόντρα ζωής, δυο αδελφές που η μία εξέπληξε τα πλήθη ως παιδί και η δεύτερη έγινε σταρ στην ενήλικη ζωή της, όμως μίση, πάθη, «ατυχήματα» και πιθανές αμαρτίες γονέων τις έφεραν κλεισμένες σε ένα σπίτι, με τον χαρακτήρα της Ντέιβις να κινεί τα νήματα στους τέσσερις τοίχους, ξεχνώντας πως έξω από αυτούς γνώρισε απόρριψη και χλευασμό από την εφηβεία της και έπειτα. Από τις λίγες και εξαιρετικές περιπτώσεις που ο τρόμος της αποτυχίας στο Χόλιγουντ συμβάδισε αφηγηματικά με τον τρόμο μέσα στην ταινία.

 

THE OSCAR (1966)

Η ταινία εξιστορεί πως ο ήρωας της ταινίας πάτησε επί πτωμάτων μέχρι να φτάσει στην επιτυχία.

 

Κάτι σαν το Όλα για την Εύα με το παρασκήνιο να φεύγει από το θέατρο και να πηγαίνει στο σινεμά, το φιλμ που είναι συνυφασμένο με το αγαλματίδιο που όλοι θέλουν ξεκινά με πλάνα από αληθινή απονομή. Εκεί θεωρητικά βραβεύεται ο Φρανκ Φέιν (τον υποδύεται ο Στίβεν Μπόιντ) και μέχρι να φτάσει η κρίσιμη στιγμή παρακολουθούμε σε flashback πως ο ήρωας της ταινίας πάτησε επί πτωμάτων μέχρι να φτάσει στην επιτυχία, σε ένα καθαρόαιμο δράμα, εύστοχα γυρισμένο σαν ένα τέλος εποχής, σε χρόνια που η βιομηχανία έμοιαζε να κάνει restart για να αντιμετωπίσει το μέλλον.

 

THE PARTY (1967)

 

 

Ο Πίτερ "Birdy Nam Nam" Σέλερς είναι ο πειναλέος, φουκαράς, γκαφατζής κομπάρσος που τρυπώνει από λάθος σε ένα φαντεζί πάρτι μεγαλοπαραγωγού του Χόλιγουντ, και τα κάνει γης μαδιάμ, ενώ δεν έχει καμία πρόθεση να προκαλέσει κακό. Το "Πάρτι" του Μπλέικ Έντουαρντς τα έχει όλα: ιλαρούς χαρακτήρες, hi tech έπαυλη και πισίνα έτοιμη για gags, μπογιαντισμένο ελέφαντα, χιλιόμετρα από χαρτί τουαλέτας, σαπουνάδες και 60ς ελαφρότητα, μια ανεπανάληπτη σκηνή δείπνου, απανωτές παρεξηγήσεις και φυσικά έναν από τους καλύτερους κωμικούς ηθοποιούς όλων των εποχών, σε top φόρμα. Η σάτιρα για τη βιτρίνα της κινηματογραφικής βιομηχανίας, με τους γελοία ντυμένους παράγοντες και την έλλειψη ανθρωπιάς τους, είναι αναλόγως μοχθηρή.

 

S.O.B. (1981)

 

 

Ο Μπλέικ Έντουαρντς δε λυπήθηκε τίποτα και κανέναν, ούτε καν τη σύζυγό του Τζούλι Άντριους, δίνοντάς την το ρόλο της αξιοσέβαστης ηθοποιού που θα πρέπει να παίξει γυμνόστηθη μπροστά στην κάμερα για να σώσει την καριέρα του άντρα της. Ο τελευταίος, μετά από σερί επιτυχιών, έχει την πρώτη αποτυχία της καριέρας του, προσπαθεί να αυτοκτονήσει τέσσερις φορές μέχρι να βρει την έμπνευση στο σωτήριο είδος του σοφτ πορνό. Ανελέητο βιτριόλι, μαζεμένο από εμπειρίες ζωής του Έντουαρντς και των συνομηλίκων του, πάτωσε αναμενόμενα τότε,πήρε παράλληλα υποψηφιότητα σεναρίου από το σωματείο των σεναριογράφων και Βατόμουρο σεναρίου και ακόμη πιο αναμενόμενα έγινε καλτ φαινόμενο τα επόμενα χρόνια.

 

FRANCES (1982)

 

 

Το πρόβλημα με την Φράνσις Φάρμερ ήταν ότι είχε μυαλό ασύμβατο με την ομορφιά που σαγήνευσε το Χόλιγουντ. Κάθετα αντίθετη με τις πρακτικές της εποχής, αρνήθηκε πεισματικά να υπακούσει στις προωθητικές τακτικές των στούντιο, ήρθε σε σύγκρουση με τον μέγα Γουίλιαμ Γουάιλερ το 1935, τσακωνόταν με τους συνεργάτες της όταν της δόθηκε η ευκαιρία να συμπρωταγωνιστήσει με τον Κάρι Γκραντ, και, σα να μην έφταναν όλα αυτά, τα έφτιαξε με τον κομμουνιστή συγγραφέα Κλίφορντ Οντέτς, απατώντας τον σύζυγό της. Το Χόλιγουντ την απέπεμψε κλωτσηδόν, όσο κι αν εκείνη αντιστάθηκε, σαν μανιασμένη οσιομάρτυρας, κηλιδωμένη και βιασμένη από τους ανθρώπους που την έγλυφαν στα πρώτα της βήματα. Η βιογραφία του Γκρέιαμ Κλίφορντ απογειώνεται από την κορυφαία ερμηνεία στην καριέρα της Τζέσικα Λανγκ, η οποία έχασε ένα σίγουρο Όσκαρ πρώτου ρόλου, γιατί την ίδια χρονιά έπεσε στην Μέριλ Στριπ, και πιο συγκεκριμένα στην σπαρακτική σκηνή όπου "εκχωρεί" τη μικρή της κόρη, έναντι του γιου της, στην Εκλογή της Σόφι, Ο τρόπος που η Λανγκ παίζει την σβησμένη Φράνσις, αμέσως μετά τη λοβοτομή (να είναι καλά η "δόλια" μητέρα της), πάντα θα ανατριχιάζει.

 

THE BIG PICTURE (1989)

 

 

Η πένα του Κρίστοφερ Γκεστ ήταν ανέκαθεν βιτριολική, με συχνό θύμα τη βιομηχανία της ψυχαγωγίας, ειδικότερα μέσα από τα mockumentaries που καθόρισαν την καριέρα του από τη δεκαετία του '90 και έπειτα. Πριν από αυτά, ο Κέβιν Μπέικον υποδύθηκε έναν φέρελπι σκηνοθέτη, βραβευμένο σε σχολές και φεστιβάλ, που ετοιμάζεται για το πολυπόθητο πέρασμα στη μεγάλη λίγκα αλλά η περίφημη ταινία του μετατρέπεται σε γεφύρι της Άρτας. Παράλληλα ο ίδιος, αφού πρώτα νόμιζε πως ήταν ο νέος Όρσον Γουέλς, γοητεύεται από τους καινούριους του φίλους, ξεχνάει τους αρχικούς σκοπούς του και μέσα από συνεχόμενες φάρσες ο Γκεστ τον χρησιμοποιεί ως παράδειγμα ανθρωπάκου που πλέον το Χόλιγουντ μπορεί να τον καταπιεί για πλάκα, όσο ταλέντο και αν ισχυρίζεται πως έχει.

 

BARTON FINK (1991)

 

 

Αν το τρις βραβευμένο στο Φεστιβάλ Καννών, Μπάρτον Φινκ, ή Pardon Thing, όπως ακούγεται στην ταινία, είναι η χολερική επίθεση των αδελφών Κοέν στο Χόλιγουντ, μέσα από την ιστορία ενός κατεξοχήν Νεοϋορκέζου σεναριογράφου που γίνεται μια χαψιά από το Χόλιγουντ, λιώνοντας σαν την ηλιόλουστη ταπετσαρία του άθλιου δωματίου του ξενοδοχείου του, τότε το Hail Caesar, 15 χρόνια αργότερα, είναι η εντυπωσιακής κλίμακας, κατηρτισμένη, πολύπλοκη ερωτική επιστολή τους στην ίδια πόλη της καταπιεσμένης παραγωγής ονείρων και φαντασίας. Τα κυνικά αδέλφια δεν έκρυψαν ποτέ την αγάπη τους για το κλασικό σινεμά που τους ανέθρεψε, απλώς έχουν παράξενο τρόπο να το εκδηλώνουν. Ευτυχώς!

 

THE PLAYER (1992)

 

 

Σχεδόν 20 χρόνια μετά το λοσαντζελίτικο neo-noir The Long Goodbye, ο Ρόμπερτ Άλτμαν επέστρεψε στην καρδιά του Χόλιγουντ με μια σάτιρα που δαγκώνει το Χόλιγουντ εκ των έσω: ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης αφενός γνωρίζει το θέμα και τους εμπλεκόμενους ανθρώπους, καθώς είχε επιλέξει να δουλεύει στις παρυφές του συστήματος, αφετέρου διαθέτει το ρευστό ύφος και την οξεία παρατηρητικότητα ώστε να αποδώσει την φονική ανασφάλεια της εξουσίας των στούντιο, έναντι των δημιουργών. Τοποθετώντας στον πρωταγωνιστικό ρόλο έναν καχύποπτο, κραταιό executive, και πλαισιώνοντάς τον με δεκάδες πασίγνωστους "παίκτες", ακτινογραφεί δεξιοτεχνικά την αμερικανική βιομηχανία του κινηματογράφου, εκχωρώντας ένα ειρωνικό happy ending ως κερασάκι στην τούρτα του κυνισμού.

 

SWIMMING WITH SHARKS (1994)

Ο Κέβιν Σπέισι έπαιξε, με χαρακτηριστική ευκολία, έναν κινηματογραφικό παραγωγό που βασανίζει σαδιστικά το βοηθό του.

 

Έναν χρόνο πριν την έκρηξη στην καριέρα του που έφεραν τα Seven και Συνήθεις Ύποπτοι, ο Κέβιν Σπέισι έπαιξε, με χαρακτηριστική ευκολία, έναν κινηματογραφικό παραγωγό που βασανίζει σαδιστικά το βοηθό του με όποιον τρόπο μπορεί, εκφράζοντας το απροκάλυπτο power game της βιομηχανίας και συνεισφέροντας στην εκπαίδευση στελεχών που θα του μοιάσουν. Γεμάτο μικρές ιστορίες που μεταφέρονται από γραφείο σε γραφείο ως μύθοι και που όποιος προσπαθούσε να κάνει καριέρα άκουγε δεξιά και αριστερά, ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία, λόγω του χαρισματικού πρωταγωνιστή του, και το θρίλερ με τον ρεβανσισμό να εμπλέκεται στην αφήγηση. Φιλμ που χάθηκε μετά το ανέβασμα στην πρώτη κατηγορία του Σπέισι, με τον επίσης άγνωστο τότε Μπενίσιο Ντελ Τόρο σε μικρό ρόλο, δείγμα της ικανότητας του πρώτου να δίνει μια ξεχωριστή, γοητευτική υπόσταση στα καθάρματα.

 

ED WOOD (1994)

 

Οι βιογραφίες ιερών τεράτων του χώρου επικεντρώνονταν σχεδόν ευλαβικά σε αυτά, αντιθέτως με τα πεπραγμένα μιας καλτ μορφής που στα χέρια ενός ικανού σκηνοθέτη μπορούσε να δώσει πλουσιότερο υλικό. Αυτό έκανε ο Τιμ Μπέρτον που δεν προσέγγισε ακαδημαϊκά τον λατρεμένο του Έντουαρντ Γουντ Τζούνιορ, ούτε έμεινε πάνω στη στάμπα του «χειρότερου σκηνοθέτη όλων των εποχών» που του κόλλησαν. Στα μάτια του, ο Γουντ σώθηκε από το σινεμά, ντύθηκε άφοβα μπροστά στην κάμερα με γυναικεία ρούχα και ηγήθηκε, με το λιγοστό ταλέντο του, μιας ομάδας τυχοδιωκτών και απόκληρων του συστήματος. Οι σκηνές του μαζί με τον Μπέλα Λουγκόζι (υπέροχος ο Μάρτιν Λαντάου) όπως και η φανταστική συνάντηση του ήρωα με τον Γουέλς εκφράζουν μια πηγαία αγάπη για τη δημιουργία αλλά και μια υπόκλιση του Μπέρτον στην κινηματογραφική ιστορία, ως ένα προσωπικό «ευχαριστώ» του ίδιου στην τέχνη που μάλλον έσωσε και αυτόν.

 

MULHOLLAND DRIVE (2001)

 

 

Τι ακριβώς συμβαίνει στην αθώα και ενθουσιώδη Μπέτι, από τη στιγμή που προσγειώνεται στο Λος Άντζελες των πιο τρελών της πόθων; Ποια είναι η ανώνυμη μελαχρινή καλλονή (η Ρίτα, όπως η Χέιγουορθ στη Γκίλντα) που επιβιώνει με ελαφρές αμυχές και γερή αμνησία, από ένα ατύχημα στην εμβληματική οδό Μαλχόλαντ, τον δρόμο που επιτηρεί την πόλη των αγγέλων; Είναι ο σκηνοθέτης της ταινίας, ο Ντέιβιντ Λιντς, που καλείται να υποκύψει στον εκβιασμό των μαφιόζων, που θέλουν σώνει και καλά να του επιβάλλουν μια στάρλετ, για να του επιτρέψουν να ξεκινήσει την ταινία του; Και ο καουμπόι, ο μεγάλος φαρσέρ της ζωής; Η κλαίουσα τραγουδίστρια, που στέλνει ρίγη στις απορημένες φίλες; (ή μήπως είναι μία;) Το γαλάζιο κουτί- της Πανδώρας; Βάλτε με το μυαλό σας ότι θέλετε για το Mulholland Drive, την ταινία που μέχρι στιγμής προηγείται στις σημαντικές ψηφοφορίες κριτικών για τη σπουδαιότερη στον 21ο αιώνα, άλλωστε ο Λιντς δεν έχει, ούτε πρόκειται να, απαντήσει στα επάλληλα ερωτήματα που χαίνουν μεγαλοπρεπώς στο αριστουργηματικού νουάρ του για το Χόλιγουντ. Ο σουρεαλισμός του διασχίζει τις εμμονές του, τον Φελίνι και τον χρυσό αιώνα του αμερικανικού κινηματογράφου, και με εντελώς προσωπικό, μαύρο χιούμορ, καταλήγει στην τραγωδία της κολασμένης αναμονής μέχρι την κορυφαία εκπλήρωση, τον ένα και μοναδικό Ρόλο: του να ανήκεις σε μια πόλη που δεν υπάρχει, παρά μόνο στη φαντασία.

 

LA LA LAND (2016)

 

 

Το μιούζικαλ του Ντέιμιαν Σαζέλ ανάμεσα σε έναν τραγουδιστή και μια ηθοποιό, χορεύει ανάμεσα στο Χόλιγουντ του Τζιν Κέλι και του Φρεντ Αστέρ και τις φαντασίες του Ζακ Ντεμί, με μπρίο, κέφι, οπτικές επινοήσεις, γούστο και στιλ, γλυκόπικρες διακυμάνσεις, σαν ένα ρομάντζο που αφήνει τη γεύση του αιώνιου έρωτα στο τεράστιο πλατό που λέγεται Λος Άντζελες. Ο σκηνοθέτης και η Έμα Στόουν, μαζί με τη μουσική και το ομώνυμο θέμα, τιμήθηκαν με Όσκαρ, σε μια βραδιά παράδοξης χολιγουντιανής ανατροπής, όταν το Moonlight ήρθε από αριστερά και έκλεψε την τελευταία στιγμή το μεγάλο βραβείο.

 

 

Σινεμά