H Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη δεν έχει να επιδείξει βραβεία για ταινίες μεγάλου μήκους, οι διαδρομές της όμως στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου δεν έχουν περάσει απαρατήρητες.
Σινεμά

Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη: «Προσπαθώ να γράφω παράλληλα πολλά πράγματα για να μην αποκοιμιέμαι»

Η Ελληνίδα σκηνοθέτις κέρδισε το στοίχημα της δύσκολης «μεσαίου μήκους» ταινίας, καθώς ο «Ηλεκτρικός Κύκνος» της συμμετείχε στο Φεστιβάλ Βενετίας και σήμερα προβάλλεται στις Νύχτες Πρεμιέρας

Συνήθως οι ειδήσεις για Έλληνες σκηνοθέτες που βραβεύονται στο εξωτερικό κάνουν μεγάλους κύκλους μονάχα όταν αφορούν μεγάλα βραβεία και ταινίες μεγάλου μήκους. Η γεννημένη στην Κομοτηνή Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη δεν έχει να επιδείξει βραβεία για ταινίες μεγάλου μήκους, οι διαδρομές της όμως στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου δεν έχουν περάσει απαρατήρητες. Κι αν όχι από τους περιστασιακούς επισκέπτες των κινηματογράφων (που γνωρίζουν, ας πούμε, τον Γιώργο Λάνθιμο δίχως απαραίτητα να έχουν δει κάποια ταινία του) σίγουρα τους πιο αφοσιωμένους σινεφίλ, που «καταγράφουν» ονόματα και παρακολουθούν τις πορείες εκείνες που περνούν πιο συχνά από το καντράν τους.

 

Η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη διένυσε κι αυτή τις διαδρομές της πριν καταλήξει στο σινεμά: Ξεκίνησε σπουδάζοντας φαρμακευτική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης – στη συνέχεια όμως αποφοίτησε από το τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών της ίδιας πόλης. Οι δε ταινίες της έκαναν πρεμιέρα στα μεγαλύτερα διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου (Κάννες, Βερολίνο, Λοκάρνο), έχουν αποσπάσει πάμπολλες διακρίσεις ενώ ταυτοχρόνως έχει τιμηθεί δύο φορές από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου με το βραβείο της καλύτερης ταινίας μικρού μήκους ενώ ήταν υποψήφια για το αντίστοιχο βραβείο της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας EFA (European Academy Awards) τις χρονιές 2015 και 2017 αντίστοιχα.

 

Η ταινία ανεβοκατεβαίνει συνεχώς σε διαφορετικούς ορόφους. Περνάει από τον όροφο του μαγικού στον όροφο του καθημερινού και μετά πάλι από το ταξικό στο σουρεαλιστικό. Παίζει με όλα. Γελάει, κλαίει και συμπάσχει με τα κλισέ, τα ανακατασκευάζει. Το ξεκάθαρα πολιτικό που έχει ο καθένας στο κεφάλι του το κάνει γκροτέσκο και φανταστικό.

 

Το 2017, με υποτροφία από το Ίδρυμα Ωνάση, φοίτησε για έναν χρόνο στην κινηματογραφική σχολή του Μπουένος Άιρες όπου και ανέπτυξε το σενάριο της μεγάλου μήκους ταινίας Titanic Ocean (Τιτανικός Ωκεανός) με σύμβουλο σεναρίου τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη Agustin Mendilaharzu. Το σενάριο έχει επιλεγεί στα Torino FeatureLab 2018, Faliro House | Sundance Mediterranean Screenwriters Workshop 2018, Cinemart 2019, Τies that Bind 2019 και βρίσκεται σε διαδικασία χρηματοδότησης.

 

Αντί όμως να κάνει το πέρασμα από το μικρό στο μεγάλο μήκος, η Κοτζαμάνη επέλεξε κάτι άλλο: Ένα φιλμ διάρκειας 40 λεπτών, ένα φιλμ μεσαίου μήκους δηλαδή, που λόγω διάρκειας έμοιαζε να μην έχει περιθώρια κάποιας σημαντικής φεστιβαλικής καριέρας. Έλα όμως που εντέλει ο «Ηλεκτρικός Κύκνος» επιλέχθηκε για το Φεστιβάλ Βενετίας και στις 27 Σεπτεμβρίου θα κάνει και την πρεμιέρα του σε ελληνικό έδαφος, στις Νύχτες Πρεμιέρας.

 

«Υποτίθεται πως τα κτίρια δεν κουνιούνται. Αλλά στη Λεωφόρο Λιμπερταδόρ 2050, ένα κτίριο κουνιέται. Μια περίεργη ναυτία εισχωρεί στους τοίχους και αποσυντονίζει τους κατοίκους. Αυτοί που ζουν στους ψηλούς ορόφους φοβούνται ότι θα πέσουν – αυτοί που μένουν από κάτω φοβούνται ότι θα πνιγούν» διαβάζουμε στη σύνοψη. Και η ταινία της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη είναι μια σπάνια δουλειά, ευαίσθητη όσο και ταξιδιάρικη, ένα σουρεαλιστικό παιχνίδισμα που όμως διαθέτει ήρωα, ταξικό προσδιορισμό και, κυρίως, ψυχή.

 

Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε εντελώς αυθόρμητα όσο η Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη σπούδαζε με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση στη Σχολή Κινηματογράφου του Μπουένος Άιρες.

 

— Τι σημαίνει για έναν Έλληνα σκηνοθέτη σήμερα να κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας;

Δεν ξέρω για τον Έλληνα σκηνοθέτη. Εγώ πάντως με αυτή την ταινία το χάρηκα πιο πολύ από κάθε φορά. Το μήκος της με φόβιζε πολύ, ο κίνδυνος να απορριφθεί λόγω της φόρμας. Λόγω της διάρκειας.

 

— Εδώ που τα λέμε, και η ταινία διαδραματίζεται στο Μπουένος Άιρες.

Πήγα στην Αργεντινή το 2016 και έμεινα τελικά δύο ολόκληρα χρόνια. Ήμουν με υποτροφία του Ωνασείου στη Σχολή Κινηματογράφου του Μπουένος Άιρες. Το σενάριο αυτό γράφτηκε όσο ήμουν εκεί. Τελείως αυθόρμητα. Μου φαινόταν αδύνατον να φύγω από τη χώρα αυτή χωρίς να φιλμάρω κάτι. Ό,τι υπάρχει στην ταινία ήταν ο ζωτικός μου χώρος, οι ζωτικές μου εικόνες.

 

Ο πανύψηλος πύργος του Τινέλι, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, το πάρκο με τη λίμνη των κύκνων απέναντι, οι αμέτρητοι θυρωροί της γειτονιάς που μου έπιαναν κουβέντα όταν επέστρεφα σπίτι το βράδυ, οι ηλεκτρικοί θυρωροί που αρνούνταν να συνεννοηθούν, τα σκυλιά, οι χορευτές της ζούμπα, η ρεγκετόν, η εκκλησία de la Milagrosa πάνω στον αυτοκινητόδρομο... Όλα αυτά μπλεγμένα και περίεργα κουνημένα. Από όλα αυτά βγήκε ένα πρόσωπο του Μπουένος Άιρες που μοιάζει με το δικό μου πρόσωπο όταν κοιτάζει την πόλη αυτή.

 

— Η ταινία μοιάζει με ένα παραμύθι που διαδραματίζεται σε αστικό περιβάλλον, παραμύθι όμως που κρύβει μέσα του και σημάνσεις ξεκάθαρα πολιτικές.

Η ταινία ανεβοκατεβαίνει συνεχώς σε διαφορετικούς ορόφους. Περνάει από τον όροφο του μαγικού στον όροφο του καθημερινού και μετά πάλι από το ταξικό στο σουρεαλιστικό. Παίζει με όλα. Γελάει, κλαίει και συμπάσχει με τα κλισέ, τα ανακατασκευάζει. Το ξεκάθαρα πολιτικό που έχει ο καθένας στο κεφάλι του το κάνει γκροτέσκο και φανταστικό. Είχαμε πολλή όρεξη για παιχνίδι όταν φτιάξαμε αυτή την ταινία.

 

— Μια ταινία 40 λεπτών. Θα έλεγε κανείς πως η φόρμα του μεσαίου μήκους έχει «πεθάνει». Πώς οδηγήθηκες εκεί; Δεν είχες ανησυχία για το αν τελικά η ταινία θα βρει το κοινό της;

Νομίζω ότι αυτή η φόρμα με εκφράζει περισσότερο από ό,τι έχω κάνει μέχρι στιγμής. Τα 40 λεπτά είναι ένας υπέροχος χρόνος για να παίξεις με ένα θέμα σε βάθος και να μην έχεις το φόβο να ξεχειλώσεις. Όταν ακόμη την έγραφα δεν είχα συναίσθηση του χρόνου της. Ήξερα ότι θα ήταν μεγάλη αλλά δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο. Το σενάριο ήταν μόλις 20 σελίδες. Στο μοντάζ το καταλάβαμε όταν τα βάλαμε όλα στη σειρά και δεν θέλαμε να πετάξουμε τίποτα. Λίγο πριν το κλείσουμε προέκυψε το δίλημμα ωστόσο. Γιατί το φορμά της μεσαίου μήκους είναι πολύ δύσκολο.

 

— Είναι ένα κινηματογραφικό αποπαίδι σχεδόν.

Δεν ανήκει πουθενά! Ούτε στις μικρού, ούτε στις μεγάλου. Είσαι εκτός κανονισμού των φεστιβάλ. Ακόμη κι αν είσαι εντός, στα ελάχιστα που απομένουν, ένας προγραμματιστής θα προτιμήσει να χωρέσει 3 η 4 μικρού μήκους παρά να επιλέξει εσένα. Ήταν ένα στοίχημα.

 

Η ταινία της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη είναι μια σπάνια δουλειά, ευαίσθητη όσο και ταξιδιάρικη, ένα σουρεαλιστικό παιχνίδισμα που όμως διαθέτει ήρωα, ταξικό προσδιορισμό και, κυρίως, ψυχή.

 

— Το κέρδισες ωστόσο.

Ήταν συγκινητικό όταν μου είπαν ότι θα προβάλουν την ταινία στο επίσημο της Βενετίας. Αισθάνομαι ότι μου δίνει τη δυνατότητα να ξεκινήσω έναν διάλογο για αυτό το φορμά. Και θα το παλέψω όσο μπορώ και με τα υπόλοιπα φεστιβάλ. Αλλά εμπιστευτήκαμε την ταινία, τον ρυθμό της και την ιστορία της. Και δεν θυσιάσαμε τίποτα. Χαίρομαι πολύ για αυτή την απόφαση. Το σινεμά είναι πιο δυνατό από τους κανόνες των φεστιβάλ.

 

— Ως ελληνικό σινεμά είμαστε ακόμα ένα προσφιλές «φρούτο» των Διεθνών Φεστιβάλ ή έχει περάσει πια αυτή η εποχή;

Τελευταία όλο μιλάμε για φρούτα. Ας μιλούσαμε λιγότερο για φρούτα και ας τρώγαμε πιο πολλά.

 

— Να μιλήσω για άλλα φρούτα τότε: Το γαλλικό σινεμά, το ιταλικό, το ισπανικό, το γερμανικό, μοιάζουν να έχουν διατηρήσει τη δική τους ταυτότητα, όχι μόνο σε επίπεδο θεμάτων αλλά και σε επίπεδο γραφής. Έχει σήμερα τέτοια χαρακτηριστικά το Ελληνικό σινεμά;

Αρχικά δεν θεωρώ ότι υπάρχει αυτό το εθνικό σινεμά στις χώρες της Ευρώπης σήμερα. Μπορεί να υπήρχε μέχρι μια δεκαετία πριν αλλά σήμερα όχι. Αν έκανα μια ταυτοποίηση η γενίκευση θα μπορούσα να φτάσω μέχρι την ηπειρωτική κλίματα. Π.χ. ευρωπαϊκό , λατινοαμερικάνικο, αμερικάνικο κ.λπ. Και αυτό έχει σχέση αρκετά με τον τρόπο που παράγονται οι ταινίες, τις ελευθερίες ή μη του κάθε συστήματος. Και η Ευρώπη σήμερα έχει γίνει ένα αρκετά ομογενοποιημένο σύστημα. Με ένα αρκετά κλειστό μάρκετ. Αρκετά τυποποιημένο ως προς τα θέματα και τα σχήματα που θέλει να χρηματοδοτήσει, Θέλει να δει αυτά που ήδη ξέρει, να επιβεβαιώσει τα ήδη ωραία. Υπάρχει μια κανονικότητα, μας λείπει λίγο το αμόκ.

 

— Είπες για χρηματοδότηση. Πως είναι για έναν Έλληνα σκηνοθέτη η κατάσταση σήμερα στη χώρα; Από πού βρίσκει στήριγμα να συνεχίσει; Υπάρχει ΕΚΚ ή είναι, πλέον, ένα φάντασμα;

Τα φαντάσματα είναι πιο υπαρκτά από το ΕΚΚ. Σου απευθύνονται πιο συχνά. Είναι σχεδόν δυο χρόνια πια που έχω καταθέσει για τη μεγάλου μου μήκους και ακόμη δεν έχω πάρει απάντηση. Αλλά δεν είμαι μόνο εγώ, αισθάνομαι άσχημα να μιλάω σε πρώτο ενικό. Υπάρχει αυτή η αίσθηση αδράνειας και απογοήτευσης σε πολλούς φίλους μου προσπαθούν για το ίδιο πράγμα. Προσπαθώ να γράφω παράλληλα 3 ή 4 πράγματα για να μένω ζωντανή και να μην αποκοιμιέμαι.

 

— Πού σε βλέπεις στο μέλλον; Ελλάδα ή εξωτερικό;

Η επόμενή μου ταινία είναι γραμμένη για να γυριστεί στην Άπω Ανατολή. Μακάρι να γίνει σύντομα.

 

 

Το τρέιλερ της ταινίας

 

Info

«Ηλεκτρικός Κύκνος»

Ηθοποιοί: Carlos Aduviri, Nelly Prince, Elisa Massino, Nikita Zuckerberg, Susana Pampín Σενάριο

Σκηνοθεσία: Κωνσταντίνα Κοτζαμάνη

Διεύθυνση φωτογραφίας: Roman Kasseroller

Μοντάζ: Σμαρώ Παπαευαγγέλου

Μουσική: Γιάννης Βεσλεμές

Σκηνικά: Lucia Carnicero

Κοστούμια: Greta Ure

Ήχος: Περσεφόνη Μήλιου, Simon Apostolou

Παραγωγoί: Emmanuel Chaumet, Caroline Demopoulos

Συμπαραγωγός: Μαρία Δρανδάκη, Victoria Marotta

Παραγωγή: Ecce Films, Un Puma, Homemade Films, ARTE France, Centre National du Cinéma et de l'image Animée, με την υποστήριξη Procirep Angoa, Universidad Del Cine (FUC), Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου

Διάρκεια: 40'

 

Η ταινία θα προβληθεί την Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου, αμέσως μετά την τελετή απονομής βραβείων διαγωνιστικού τμήματος ελληνικών ταινιών μικρού μήκους και πρωτοεμφανιζόμενων δημιουργών & ηθοποιών ελληνικών ταινιών, στον κινηματογράφο Δαναό 1, στις 19:15.

Σινεμά