O Γκρέγκορι Μαρκόπουλος με τον συνεργάτη, ομοϊδεάτη και σύντροφο του, κινηματογραφιστή Ρόμπερτ Μπίβερς. © Τemenos Verein and Robert Beavers
Σινεμά

Γκρέγκορι Μαρκόπουλος: Η θεραπευτική όψη της πρωτοπορίας

Το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης εξερευνά τη φιλμογραφία ενός από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αβανγκάρντ σινεμά.

Από το Τολέδο του Οχάιο των παιδικών του χρόνων και τις καινοτόμες προτάσεις του για τη χρήση και τη λειτουργία της ταινίας και του φιλμ στην Αμερική των '50s και των '60s, ως τη συνειδητή ρήξη με οτιδήποτε σχετιζόταν με το βιομηχανικό σινεμά, καθώς και την εγκατάστασή του στην πατρογονική Λυσσαρέα της Γορτυνίας, με την αναθεωρημένη κλιμάκωση του ενοποιημένου του έργου, μετά από ένα σύντομο πέρασμα στην Ευρώπη, η περίπτωση του Γκρέγκορι Μαρκόπουλος παραμένει ιδιαίτερη, ακόμη και στη μικρή, ελίτ γειτονιά της αβανγκάρντ.


Το 60ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οργανώνει αφιέρωμα με τίτλο «Προς το τέμενος: Γκρέγκορι Μαρκόπουλος και Ρόμπερτ Μπίβερς», το οποίο αποτελείται από 12 ταινίες. Στο πλαίσιο του αφιερώματος θα πραγματοποιηθεί μια ανοιχτή συζήτηση ανάμεσα στον συνεργάτη, ομοϊδεάτη και σύντροφο του Μαρκόπουλος, κινηματογραφιστή Ρόμπερτ Μπίβερς και τον Μαρκ Γουέμπερ, κιθαρίστα των Pulp, μελετητή του έργου του Μαρκόπουλος και ανεξάρτητο επιμελητή ταινιών και βίντεο.

 

Μέσα από ιδιοσυγκρασιακές προσωπογραφίες, αντι-περιγραφικά, οπτικοακουστικά πορτρέτα επιφανών και άγνωστων ανθρώπων, καθώς και ιδιάζουσες ερμηνείες της ελληνικής μυθολογίας και λογοτεχνίας, ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος έδωσε ένα πολυεπίπεδο στίγμα στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου


Μέσα από ιδιοσυγκρασιακές προσωπογραφίες, αντι-περιγραφικά, οπτικοακουστικά πορτρέτα επιφανών και άγνωστων ανθρώπων, καθώς και ιδιάζουσες ερμηνείες της ελληνικής μυθολογίας και λογοτεχνίας, ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος έδωσε ένα πολυεπίπεδο στίγμα στον χώρο του πειραματικού κινηματογράφου, υιοθέτησε ένα εντελώς προσωπικό, ενδελεχές ύφος αφήγησης, αλλά διέκοψε συνειδητά την πορεία του, έφτασε στο σημείο να συγκρουστεί με τους Αμερικανούς συναδέλφους του να αρνηθεί εμφατικά οποιονδήποτε χειρισμό της δουλειάς του (ταινιοθήκες, φεστιβάλ, παραγωγοί), ειδικά μετά την καταστροφή, όπως ο ίδιος θεωρεί, των γυρισμάτων και του αποτελέσματος της μεταφοράς στην οθόνη της Γαλήνης του Ηλία Βενέζη, αποσύροντας τις ταινίες του και επαναπροσδιορίζοντας τον τρόπο και τον τόπο προβολής τους, εξού και η επιλογή της ορεινής Αρκαδίας, που στα δικά του μάτια ήταν ένας ειδικός τόπος, φωτεινός, θαυμάσιος και κυρίως σταθερός. Εκεί είχα την τύχη να βιώσω την εμπειρία ενός τμήματος του Ενιαίου, το 2016, με μηχανή προβολής 16mm, σε ένα τριήμερο που συγκέντρωσε σινεφίλ και μελετητές απ' όλον τον κόσμο, το οποίο κατέγραψε ως λεπταίσθητο προσκύνημα στο μικρού μήκους Devotion η Γεωργία Κορώση, η οποία επιμελείται το αφιέρωμα.

 

Ο Γκρέγκορι Μαρκόπουλος στα γυρίσματα του «The Illiac Passion». © Τemenos Verein and Robert Beavers

 

Πίσω από τη διανοητική αυτή μονταζιακή κατασκευή που παρακολούθησα στη σειρά προβολών (στην Αρκαδία, που τουλάχιστον για κάποιες ώρες μεταμορφώθηκε εκ νέου στον μυθικό τόπο της ουτοπίας και του ρομαντισμού), επιδιώκεται η συμμετοχή του θεατή, μια ασυνήθιστη διάδραση που θα του επιτρέψει να σκεφτεί αυτό που μόλις είδε ή θα του προκαλέσει μια visceral αντίδραση, υποσυνείδητα, με τη μικρή ή μεγάλη απόσταση του χρόνου. Σε μένα έπιασε το τρικ: τα λαμπερά ή μελανά διαλείμματα κυμαινόμενης διάρκειας, ποτέ τυχαία τοποθετημένα (αν και είναι αδύνατον, ή μάλλον μάταιο, από κάποιον που δεν είναι γνώστης και αναλυτής αυτού του magnum opus να εντοπίσει πάντα την πρόθεση πίσω από τη συγκεκριμένη θέση τους), βάθυναν, επέτειναν, ζάλισαν, υπέβαλαν, ως και κοίμισαν, ποτέ ωστόσο δεν γλίστρησαν στην αδιαφορία. Αν η επιδίωξη ήταν μια εκδοχή ολιστικής κάθαρσης, με την ιαματική συμπαραδήλωση στο πλαίσιο του σινεμά πέρα από τα εσκαμμένα, αυτή η τμηματική «κοινωνία» του 80ωρου έπους είναι ιδανική πρόταση.


Όπως είχε σημειώσει ο θεωρητικός και κριτικός κινηματογράφου Δημήτρης Κολιοδήμος, τα έργα του Μαρκόπουλος αναπτύσσονται μ' έναν καθαρά φιλμικό τρόπο, ως οπτικοακουστικά ποιήματα. «Ο Μαρκόπουλος είχε απορρίψει εκείνη την τάση του πρωτοποριακού κινηματογράφου που στηριζόταν στην αναμόρφωση της εικόνας (με τη χρήση φίλτρων και ειδικών φακών), καθώς και τα εφέ της γρήγορης ή αργής κίνησης και της χρήσης αρνητικού φιλμ στην τελική κόπια, και πρότεινε μία άλλη μορφή, στηριγμένη στην ανασύνθεση του χρόνου (αναμειγνύοντας και μπλέκοντας το παρόν με το παρελθόν και το μέλλον), στην εκμετάλλευση των δυνατοτήτων του ίδιου του φιλμ (το φιλμ ως φιλμ) και στη δυναμική του μονού καρέ (αυτής της ακίνητης επί ένα εικοστό τέταρτο του δευτερολέπτου εικόνας). Μ' αυτές τις πρακτικές επιχειρούσε να διευρύνει την αντίληψη του θεατή, να διευρύνει τη συνείδησή του και την επαφή του με μια άλλη πραγματικότητα, όπως θα έλεγε ο Κάρλος Καστανέντα, ή, όπως το έθετε ο ίδιος, "να εξερευνήσει ένα συναίσθημα, παρά να αφηγηθεί μια ιστορία"».

 

 

Dennis Hopper, Andy Warhol,Taylor Mead, Gerard Malanga, Jack Smith και Gregory Markopoulos στο Factory to 1963. © Jack Smith


Το μοντάζ του υπέσκαπτε τη χρονική αυτονομία των διαφόρων σκηνών, προτείνοντας ένα φιλμικό μοντέλο που, ως ελεύθερη και απόλυτη εκδήλωση, θα το νοηματοδοτήσει και θα το εσωτερικοποιήσει. Το 1963-64, στο άρθρο του «Προς μία νέα αφηγηματική μορφή» ανέφερε: «Προτείνω μια νέα αφηγηματική μορφή που θα είναι η συγχώνευση της κλασικής τεχνικής του μοντάζ μ' ένα πιο αφηρημένο σύστημα. Το σύστημα αυτό προϋποθέτει τη χρήση σύντομων φιλμικών φράσεων που προκαλούν εικόνες-σκέψεις. Κάθε φιλμική φράση αποτελείται από ορισμένα επιλεγμένα καρέ, που είναι ανάλογα με τις αρμονικές ενότητες που υπάρχουν στη μουσική σύνθεση. Οι φιλμικές φράσεις θεμελιώνουν απώτερες σχέσεις ανάμεσά τους. Στην κλασική τεχνική του μοντάζ υπάρχει μια σταθερή αναφορά στο συνεχιζόμενο πλάνο. Στο δικό μου αφηρημένο σύστημα υπάρχει ένα σύμπλεγμα διαφορετικών καρέ που επαναλαμβάνονται».

 

Στον επίλογο της διατριβής του «Η Ελληνική Κινηματογραφική Πρωτοπορία», ο ιστορικός του κινηματογράφου και ακαδημαϊκός Νίκος Τσαγκαράκης διαπιστώνει: «Υπάρχουν γνωρίσματα ευδιάκριτα ακόμα και σε κάποιον με σχετικά επιφανειακή γνώση του έργου του σκηνοθέτη, όπως, για παράδειγμα, οι τρόποι με τους οποίους διατηρείται η ελληνικότητα μέσα στο έργο του. Παρά τη δράση του και την ιστορική θέση που έχει επάξια κερδίσει στο επίκεντρο της αμερικανικής αβανγκάρντ, μέσα σ' ένα εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό σύμπαν από εκείνο στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1950, επηρεασμένος τόσο από τον αρχαίο ελληνισμό όσο κι από τον ορθόδοξο χριστιανισμό, ο Μαρκόπουλος ενσωμάτωσε στο έργο του στοιχεία και των δύο πολιτισμικών παραδόσεων, εκσυγχρονίζοντάς τα με πρωτόγνωρο τρόπο».


Αφενός, πολλά από τα έργα του εμπνέονται και τιτλοφορούνται από την αρχαιοελληνική γραμματεία. Το Lysis και το Charmides βασίζονται στους πλατωνικούς διαλόγους Λύσις και Χαρμίδης αντίστοιχα. Το Twice a man διασκευάζει τον μύθο του Ιππόλυτου, το The Illiac Ρassion (1964-67) είναι εμπνευσμένο από τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου και το Eros, o Basileus (1967) απεικονίζει έναν γυμνό άντρα σε εννέα ταμπλό. Εξίσου ενδεικτικοί είναι οι τίτλοι ταινιών που γυρίστηκαν, μονταρίστηκαν αλλά δεν τυπώθηκαν, όπως τα Hagiographia (1973) και Heracles (1973), ενώ το Bliss απεικονίζει την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη στην Ύδρα.

 

Η περίπτωση του Γκρέγκορι Μαρκόπουλος παραμένει ιδιαίτερη, ακόμη και στη μικρή, ελίτ γειτονιά της αβανγκάρντ. © Τemenos Verein and Robert Beavers

Σινεμά