Μπάμπης Μακρίδης: «Εγώ νομίζω ότι ο άνθρωπος γίνεται πουλί όταν πατάει στερεά στο έδαφος, όχι όταν ονειρεύεται σαν χίπης ότι πετάει πάνω από τα σύννεφα. Έχει σημασία να γειωθείς για να μπορέσεις να πετάξεις προς την εσωτερική ελευθερία».
Σινεμά

Μπάμπη Μακρίδη, γιατί θέλεις να γίνεις πουλί;

Μια συζήτηση για τα πουλιά, τα τείχη, την ελευθερία και το μέλλον του σινεμά με τον σκηνοθέτη της ταινίας «Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί)» που ξεκίνησε ως making of ντοκιμαντέρ για την ομώνυμη παράσταση του Νίκου Καραθάνου, για να εξελιχθεί σε κάτι ολότελα διαφορετικό, και κάνει πρεμιέρα την Κυριακή στο ψηφιακό κανάλι της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου, υπήρξαν από τις παραστάσεις της προηγούμενης δεκαετίας με το μεγαλύτερο buzz, το πιο επιθετικό marketing και τις πιο αποθεωτικές κριτικές ξένου τύπου. Ξεκινώντας από την Επίδαυρο, το καλοκαίρι του '16, συνεχίζοντας στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, ταξιδεύοντας στη Νέα Υόρκη, στο St. Ann's Warehouse του Μπρούκλιν, τον Μάιο του '18, κι επιστρέφοντας πριν από λίγους μήνες στη Στέγη, με ανανεωμένη διανομή, για να τερματίσουν τη μεγαλειώδη πορεία τους στο φεστιβάλ Santiago a Mil της Χιλής, οι «Όρνιθες» εντυπωσίασαν παντού, ενώ παράλληλα η Στέγη είχε παραγγείλει στον Μπάμπη Μακρίδη να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για την παράσταση.

 

Με αφορμή λοιπόν τον γνωστό αριστοφανικό μύθο, ο σκηνοθέτης του «L» και του «Οίκτου», ακολουθώντας τους συντελεστές για καιρό, σκέφτηκε στη συνέχεια ότι οι θεματικές του Αριστοφάνη αλλά και η ίδια η ελεύθερη και ανεξάντλητη φύση των πουλιών προσφέρονταν για κάτι διαφορετικό, ενδεχομένως πιο σύνθετο. Έτσι, η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Μπάμπη Μακρίδη, με τίτλο «Birds (or how to be one)» [Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί)], προέκυψε ένα μοναδικό, υπέροχο μείγμα ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, που περιλαμβάνει χιούμορ, συγκίνηση, birdwatching, πλάνα με όλους τους a-list ηθοποιούς που συμμετείχαν στην παράσταση, τον Άρη Σερβετάλη να αναζητά τον έποπα στην Times Square, αλλά και πολλά ακόμα που το κοινό θα έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει την Κυριακή 12/4 στις 19:00, στη δωρεάν ψηφιακή ελληνική πρεμιέρα της ταινίας στο κανάλι της Στέγης στο YouTube (η ταινία θα είναι διαθέσιμη ως τις 15/4, στις 19:00).

 

Δύο μήνες μετά τη συμμετοχή τους στο πρόσφατο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ, κι ενώ το αρχικό πλάνο ήταν να συμμετάσχουν και στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης, τα «Πουλιά» τελικά θα συναντήσουν ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό διαδικτυακά, σε μία συνθήκη που δεν θα μπορούσε να είναι πιο ειρωνικά ταιριαστή στα μηνύματα της ταινίας και του αριστοφανικού έργου: μια ταινία για την ελευθερία θα τη δούμε μέσα από τα δικά μας κλουβιά.

 

Άρχισα να παίζω με τις ιδέες και τις έννοιες που έχει το έργο: την ελευθερία, το πώς να γίνεις πουλί, να αφήσεις την πόλη σου και να πας σε μια καινούργια, να μπεις σε ένα νέο σύνολο, να χτίσεις τείχος – αυτό το τελευταίο είναι και το πιο hot topic αυτήν τη στιγμή, από τον Τραμπ μέχρι εμάς, όλους μας τώρα, που είμαστε μέσα στα τείχη μας, και τα βλέπεις να έρχονται και σε όλη την Ευρώπη, αφού με το που κλείνουν τα σύνορα είναι σαν να υψώνονται τείχη. 

 

Για όλα αυτά μας μίλησε ο σκηνοθέτης από τη δική του καραντίνα στο Χαλάνδρι, λίγες μέρες πριν από την πρεμιέρα:

 

— Πριν από ενάμιση χρόνο, που τα λέγαμε για τον «Οίκτο», μου έλεγες ότι το επόμενό σου πρότζεκτ θα ήταν ένα backstage ντοκιμαντέρ για την παράσταση του Καραθάνου. Τελικά αυτό που προέκυψε θεωρώ ότι δεν είναι καν 100% ντοκιμαντέρ.

Η ταινία έχει αφορμή την παράσταση και το κείμενο του Αριστοφάνη αλλά ουσιαστικά είναι κάτι άλλο. Το πράγμα απελευθερώθηκε και δημιουργήθηκε κάτι καινούργιο. Ήταν τότε ένα work in progress, χωρίς σενάριο. Το σενάριο δημιουργήθηκε από το υλικό στο μοντάζ. Η παραγγελία από τη Στέγη ήταν για ένα making of της παράστασης. Εγώ τους εξήγησα ότι θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον να γίνει κάτι άλλο. Μου έδωσαν πλήρη ελευθερία και άρχισα να παίζω με τις ιδέες και τις έννοιες που έχει το έργο: την ελευθερία, το πώς να γίνεις πουλί, να αφήσεις την πόλη σου και να πας σε μια καινούργια, να μπεις σε ένα νέο σύνολο, να χτίσεις τείχος – αυτό το τελευταίο είναι και το πιο hot topic αυτήν τη στιγμή, από τον Τραμπ μέχρι εμάς, όλους μας τώρα, που είμαστε μέσα στα τείχη μας, και τα βλέπεις να έρχονται και σε όλη την Ευρώπη, αφού με το που κλείνουν τα σύνορα είναι σαν να υψώνονται τείχη.

 

Ξαφνικά δημιουργήθηκε κάτι άλλο, ένα, θα έλεγα –μπορεί να ακούγεται λίγο βαρύγδουπο– υβριδικό πράγμα, μεταξύ ντοκιμαντέρ και φιξιόν, ποιητικού και experimental κινηματογράφου. Βασικά υπάρχει ένας άξονας, αυτά τα steps, αλλά η ταινία έχει συνειρμική αφήγηση. Η μια ιδέα φέρνει την άλλη, μία λέξη ενώνει το ένα πλάνο με το επόμενο.

 

Υπήρχε λοιπόν μια βασική ιδέα κι έπειτα, επί ενάμιση χρόνο, μοντάροντας και τραβώντας και ξαναμοντάροντας και βλέποντας τι λείπει και βγαίνοντας έξω για να τραβήξω κάτι από αυτά που λείπουν, δημιουργήθηκε αυτή η ταινία. Το υλικό της παράσταση της ίδιας, που τραβούσαμε δέκα μέρες στην Αμερική και ενάμιση μήνα στις πρόβες των παιδιών, αν θυμάμαι καλά, δεν είναι ούτε πέντε λεπτά μέσα στην ταινία.

 

Νίκος Καραθάνος

 

— Οπότε το υλικό που είχες μαζέψει, πριν το μοντάρεις, περιλάμβανε πρόβες, τη βερσιόν που παρουσιάστηκε στη Νέα Υόρκη και τι άλλο;

Περιλάμβανε πρόβες στην Αθήνα, τις μέρες μας στη Νέα Υόρκη, όπου περιέγραφα όλα τα βήματα δημιουργίας της παράστασης, από το στήσιμο του ντεκόρ μέχρι τις τεχνικές λεπτομέρειες, τους ηθοποιούς κάθε μέρα στη σκηνή του θεάτρου, στα καμαρίνια, προτού αρχίσουν και κατά τη διάρκεια, την ίδια την παράσταση, από διάφορες γωνίες και με πολλές κάμερες... Τους είχα, εν τω μεταξύ, τότε μαντρωμένους στη Νέα Υόρκη, μπορούσα να τους κάνω ό,τι θέλω, τους έπαιρνα και τους έβγαζα στον δρόμο, αυτοσχεδιαστικά, να μου λένε με ρεαλιστικό τρόπο, με τα ρούχα τους, χωρίς το κοστούμι του θεάτρου, ατάκες από την παράσταση. Έβαζα κομμάτια της πρόζας μέσα στην Αμερική, στα πεζοδρόμια, οι ηθοποιοί φώναζαν και κανείς δεν αντιδρούσε γύρω τους.

 

— Τις συνεντεύξεις που βλέπουμε τις έχεις πάρει εσύ;

Όλες. Οι συνεντεύξεις του Άρη (Σερβετάλη) και του Νίκου (Καραθάνου) είναι αυτοσχεδιαστικές, χωρίς καθόλου κείμενο. Απαντούσαν σε ό,τι μου κατέβαινε, έλεγαν ό,τι ένιωθαν. Έχουμε κάνει συνεντεύξεις με ορνιθολόγους, κι εκεί οι ερωτήσεις ήταν δικές μου. Ήμουν, κάπως, ο δημοσιογράφος πίσω από την κάμερα. Δεν υπήρχε σενάριο, γι' αυτό και δυσκολευτήκαμε πολύ να το βρούμε στο μοντάζ. Ξέρεις, έξι-επτά μήνες μοντάζ είναι πολλοί. Καήκαμε λίγο. Αλλά βοήθησαν προβολές που κάναμε σε φίλους. Υπήρχε η ελευθερία να βλέπεις ότι κάτι σου λείπει, να βγαίνεις έξω και να το τραβάς. Εγώ κυκλοφορούσα τότε σε όλο τον κόσμο για τον «Οίκτο», οπότε είχα κάμερα μαζί μου όπου κι αν πήγαινα, και τραβούσα υλικό που θα μπορούσε να έχει σχέση με αυτό που είχαμε στο μυαλό μας.

 

— Γι' αυτό υπάρχουν πλάνα κι από άλλα σημεία του πλανήτη;

Έχουμε από την Ισλανδία, το Κάιρο, την Παταγονία, όπου πήγε ο Νίκος με μια κάμερα, την Ελβετία, όπου είχα πάει εγώ, στις Άλπεις. Είναι πολύ international η παραγωγή, αλλά χωρίς το huge συνεργείο.

 

Άρης Σερβετάλης

 

— Βλέποντας την ταινία μού δημιουργήθηκε η σκέψη ότι είναι εντελώς οξύμωρο το timing της ψηφιακής της πρεμιέρας: ένα έργο για την ελευθερία, με έντονο κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο, θα το δούμε στη συνθήκη του απόλυτου εγκλεισμού.

Χωρίς να θέλω να το πω βαρύγδουπα, η ταινία περιγράφει τη ζωή του ανθρώπου: πώς γεννιέται, πώς γίνεται μέρος ενός συνόλου, πώς μαθαίνει να μιλάει –μεταφορικά πάντα, έχοντας τα πουλιά ως άξονα–, πώς επιβιώνει, πώς μάχεται και πώς πεθαίνει στο τέλος. Όλο αυτό έχει να κάνει και με μία ελευθερία. Όχι τη ναΐφ ελευθερία, «θέλω να γίνω πουλί», αυτό το λίγο εφηβικό. Εγώ νομίζω ότι ο άνθρωπος γίνεται πουλί όταν πατάει στερεά στο έδαφος, όχι όταν ονειρεύεται σαν χίπης ότι πετάει πάνω από τα σύννεφα. Έχει σημασία να γειωθείς για να μπορέσεις να πετάξεις προς την εσωτερική ελευθερία.

 

Εδώ και έναν, ενάμιση μήνα, δεν ξέρω πόσο, έχουμε μπει στα κλουβιά μας, στα σπίτια μας, πρώτη φορά για τόσο καιρό, έξω είναι μια ερημιά, είμαστε σαν τα πουλιά στα κλουβιά. Σαφώς υπάρχει πολιτικό μήνυμα, που περιλαμβάνεται και στο έργο του Αριστοφάνη: δύο άνθρωποι αφήνουν τα προβλήματα της πόλης που δεν εμπιστεύονται και πάνε να γίνουν πουλιά. Και με το που αποκτούν μια ομάδα, αποφασίζουν να χτίσουν τείχος για να προστατευτούν από τους ανθρώπους. Εμείς τώρα έχουμε χτίσει τείχη, τα σπίτια μας έχουν γίνει τείχη, τα σύνορα είναι τείχη, ο Τραμπ προσπαθεί να τα χτίσει όσο είναι στην εξουσία. Το έργο του Αριστοφάνη είναι τώρα.

 

Μακάρι να μη συνέβαινε, αλλά η συγκυρία μας έκατσε, χωρίς να το θέλουμε. Θέλουμε να βγούμε, να πάμε στο δάσος, να συναντήσουμε τα άλλα πουλιά –τους άλλους ανθρώπους– και δεν μπορούμε. Και η ταινία έχει μια ερημική διάθεση.

 

— Γιατί πιστεύεις ότι πολύς κόσμος βλέπει στον ύπνο του ότι πετάει;

Είναι πολύ χαρακτηριστικό. Εγώ δεν το έχω δει ποτέ. Όλοι μου οι φίλοι, όμως, όποιους ρωτάω, έχουν πετάξει. Εσύ έχεις πετάξει;

 

Εγώ πέφτω. Βλέπω συχνά πτώσεις.

Κι εγώ με έχω δει να είμαι σε ασανσέρ και να κόβεται το συρματόσχοινο. Αυτό δεν είναι πτήση, αιώρηση. Νομίζω το βλέπουν οι άνθρωποι γιατί υπάρχει μέσα τους ασυνείδητα η επιθυμία να ελευθερωθούν. Μακάρι να μπορούσα να βλέπω ότι πετάω. Άλλοι μου το περιγράφουν ως τρομακτικό, άλλοι ως πολύ ευχάριστο.

 

Όταν κάναμε συνεντεύξεις, μια Ισλανδή που κάνει παραπέντε μιλούσε σαν να είναι πουλί, όχι στο όνειρό της όμως. «Πετάω, δίπλα μου πετάνε άλλα πουλιά, συντονίζομαι με τον αέρα, κόβω δεξιά για να έχω τον βόρειο άνεμο κάτω από τα φτερά μου...». Τρέλα, ψυχεδέλεια!

 

Μπάμπης Μακρίδης: «Έπαιρνα τους ηθοποιούς και τους έβγαζα στους δρόμους της Νέας Υόρκης, αυτοσχεδιαστικά, να μου λένε με ρεαλιστικό τρόπο, με τα ρούχα τους, χωρίς το κοστούμι του θεάτρου, ατάκες από την παράσταση. Έβαζα κομμάτια της πρόζας μέσα στην Αμερική, στα πεζοδρόμια, οι ηθοποιοί φώναζαν και κανείς δεν αντιδρούσε γύρω τους». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Εν τω μεταξύ οι αεροπορικές πτήσεις έχουν ανασταλεί σε μεγάλο βαθμό. Μπορείς να φανταστείς έναν κόσμο χωρίς αεροπλάνα, χωρίς μετακίνηση, με τον τρόπο που μετακινούμασταν μέχρι χθες;

Φρικάρω. Φαντάζομαι αεροπλάνα δεμένα σε διαδρόμους, καράβια δεμένα στα λιμάνια –γιατί κι αυτό κίνηση είναι–, σύνορα κλειστά, να μην μπορείς να πας πουθενά με το αυτοκίνητο. Είναι φρικαριστικό. Νομίζω ότι θα υπάρχει για ένα διάστημα. Ήδη υπάρχει. Δεν μπορώ να μπω στο αεροπλάνο να πάω ξανά στην Ισλανδία. Και δεν το θέλω κιόλας. Έχει ήδη δημιουργηθεί ένας φόβος για τη μεταφορά.

 

— Όπως και για πολλά άλλα κομμάτια της κοινωνικότητας.

Ακριβώς. Νομίζω ότι θα ζήσουμε μια καινούργια συνθήκη, δεν ξέρω για πόσο καιρό. Εσένα αν σου έλεγαν σε δυο μήνες ότι είναι όλα εντάξει, θα πήγαινες σε ένα μικρό σινεμά να δεις μια ταινία μαζί με άλλους;

 

— Εγώ προσωπικά θα πήγαινα, αλλά, μια και το θέτεις, μου φαίνεται, ας πούμε, πάρα πολύ μακρινή η βραδιά της πρεμιέρας της ταινίας του Οικονομίδη στη Στέγη. Που είχαμε βρεθεί όλοι μας εκεί κι ακόμα ανταλλάσσαμε χειραψίες και αγκαλιές και κάναμε πλάκα με αυτό.

Και μένα μου φαίνεται μακρινό, και δεν είναι ούτε ενάμισης μήνας, και όλο το προηγούμενο είναι σαν να μην υπάρχει. Βάζω να δω μια ταινία, βλέπω ανθρώπους να φιλιούνται σε ένα μπαρ και να χορεύουν και σκέφτομαι από μέσα μου «τι κάνουν, πάνε καλά, υπήρχε αυτό;». Αυτό είναι πάρα πολύ περίεργο και νομίζω ότι μπορεί να μας γίνει DNA από το οποίο δύσκολα θα αποσυνδεθούμε. Ελπίζω να τελειώσει πολύ γρήγορα, να καθαρίσει όσο μπορεί να καθαρίσει, προτού μας γίνει βίωμα. Νομίζω ότι οι μάσκες θα είναι το τσαντάκι μας πλέον. Θα είμαστε όλοι μασκοφόροι. Δεν θα βλέπεις το χαμόγελο των ανθρώπων. Δεν είναι ωραίο πράγμα αυτό.

 

— Αναφορικά με την τέχνη σου, την τέχνη του σινεμά, πώς τα βλέπεις τα πράγματα; Έχει ήδη πληγεί ανεπανόρθωτα η βιομηχανία αυτή την κινηματογραφική χρονιά.

Φυσικά, έχουν καταστραφεί άνθρωποι, ταινίες που ήταν έτοιμες να πάνε στις Κάννες, στα διάφορα φεστιβάλ, αγώνες ζωής. Κι εδώ, ελληνικές ταινίες που έχουν τελειώσει και δεν ξέρουν τι να τις κάνουν. Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον. Είναι σαν οι πλατφόρμες streaming να έφεραν μια προφητεία. Βάλε Netflix για να μπορείς να βλέπεις ταινίες. Στο Λος Άντζελες διάβασα ότι ανοίγουν ξανά τα drive-in. Μεγάλη οθόνη, αλλά με το αυτοκινητάκι σου, με κλειστά παράθυρα βλέπεις ταινίες. Μπορεί να είναι αυτό το μέλλον.

 

Εμένα με φοβίζει το πώς θα γυρίζονται οι ταινίες. Ήδη διαφημιστικά που είχα στο πρόγραμμα ακυρώθηκαν. Γυρίσματα σταμάτησαν στη μέση. Η δουλειά μας είναι ποδοσφαιρική ομάδα. Πολύς κόσμος. Πώς θα γίνει μια ταινία δωματίου, με δύο ηθοποιούς και δεκαπέντε, το λιγότερο, ανθρώπους στο συνεργείο; Είναι δύσκολα τα πράγματα. Δεν ξέρω, ειλικρινά το σκεφτόμουν πώς θα μπορούσαμε να δούμε τη δουλειά μας με διαφορετικούς τρόπους. Ίσως μικρά μέσα, μικρές κάμερες, μικρά συνεργεία, ιστορίες προσαρμοσμένες σε αυτήν τη συνθήκη – κι αυτό ερχόταν σαν προφητεία.

 

— Άρα θεωρείς ότι θα επηρεαστεί, εκτός από το τεχνικό κομμάτι, και το περιεχόμενο αυτών που θα βλέπουμε στο μέλλον;

Ναι, δεν μπορώ να φανταστώ ένα γύρισμα με 100 ηθοποιούς σε ένα γήπεδο μπάσκετ – λέω τώρα το πιο πεζό. Θα σκεφτώ ένα ζευγάρι σε ένα σπίτι.

 

— Επιστρέφουμε δηλαδή σε πιο μικρή κλίμακα, σε πιο εσωτερικά πράγματα.

Ακριβώς. Αυτή βέβαια είναι η δική μου σκέψη. Όλα αλλάζουν συνεχώς. Μακάρι να μπορέσουμε να κάνουμε ξανά γυρίσματα όπως τα κάναμε. Η απλότητα πάντως θα έρθει, και το θεωρώ καλό για το σινεμά.

 

Μιχάλης Σαράντης

 

— Επιστρέφοντας στην ταινία σου, πώς ήταν η υποδοχή στο Ρότερνταμ;

Πήγε πάρα πολύ καλά. Υπήρχε μουδιασμένος κόσμος αλλά και ενθουσιώδης. Οι προβολές που γίνονται χωρίς τους επαγγελματίες, σε μικρότερες αίθουσες, πήγαν σούπερ. Όπως συμβαίνει πάντα, ο απλός κόσμος αντιμετωπίζει τις ταινίες πιο καθαρά. Δεν είναι και μια εύκολη ταινία. Όπως συνέβη και με τις προηγούμενές μου, πάντα σε κάποιους αρέσει, σε κάποιος δεν αρέσει.

 

— Την Κυριακή, στην ψηφιακή πρεμιέρα, θα βλέπεις τα σχόλια διαδικτυακά. Μου έλεγες στον «Οίκτο» ότι η δια ζώσης πρεμιέρες κάπως σε αγχώνουν. Τώρα θα αισθάνεσαι πιο ασφαλής;

Κοίτα, είναι περίεργο γιατί η πρεμιέρα έγινε στο Ρότερνταμ, σε ένα μικρό κοινό, αλλά τώρα, αν πάει καλά, ο κόσμος που θα το δει μπορεί να είναι πάρα πολύς, οπότε το άγχος μπορεί να είναι πολύ περισσότερο. Δεν νομίζω, πάντως, να μπω στη διαδικασία να διαβάσω σχόλια. Εμπειρία! Και γαμώ! Πάμε να δούμε πώς λειτουργεί και αυτό. Γιατί όχι;

 

— Αν σου ζητήσω να μου αναφέρεις χαρακτηριστικές εικόνες με πουλιά, από την τέχνη ή τη λογοτεχνία, ή καλλιτέχνες-πουλιά, τι σου έρχεται στο μυαλό;

Ο Ζακ Τατί ήταν πουλί. Ο Μπρεσόν σίγουρα. Εικόνες κινηματογραφικές είναι τα ταξίδια των περιστεριών στο «Ghost Dog» του Τζάρμους, που το ένα πλάνο έμπλεκε μέσα στο άλλο κι έχανες την αίσθηση του χρόνου. Και τα πουλιά έχουν διαφορετική αίσθηση του χρόνου. Και τους αγαπημένους μας ανθρώπους είναι ωραίο να τους βλέπουμε σαν πουλιά. Κι ένας Πικάσο είναι σαν πουλί, τα πρώτα του έργα. Και μια καμινάδα που στριφογυρίζει από τον αέρα σου δίνει την αίσθηση του πουλιού. Ένα φύλλο που ανεμίζει. Ένα ύφασμα.

 

— Μπάμπη, εσύ λοιπόν γιατί θέλεις να γίνεις πουλί; Απάντησέ μου στην ερώτηση που έκανες σε όλους στην ταινία.

Γι' αυτό που σου είπα και πριν, για να γειωθώ. Πρώτα θα γειωθείς και μετά θα απελευθερωθείς. Αν καταφέρουμε οι άνθρωποι, μέσω της αυτογνωσίας –τώρα, καλή ώρα, έχει έρθει αυτή η στιγμή–, να σκεφτούμε ποιοι είμαστε και τι κάνουμε, ποιοι είναι οι φίλοι μας κυρίως, θα μπορούμε να συνεχίσουμε με ελευθερία. Νομίζω ότι το απόλυτο πουλί είναι αυτό που πατάει γερά κάτω και μπορεί το έδαφος να γίνει βατήρας για κάτι καλύτερο.

 

— Όταν λήξει αυτό που ζούμε, ποιο είναι το πρώτο μέρος που θέλεις να πας;

Στην Αθήνα θέλω να πάω να πιώ ένα ουίσκι στο Οντεόν, στο Παγκάτι, με την παρέα μου, ή ένα κονιάκ. Στο εξωτερικό, επειδή ήταν να πάω στη Γαλλία τώρα, που δεν την ξέρω πάρα πολύ, σε ένα φεστιβάλ με τον «Οίκτο», θα ήθελα να κάνω ένα τουρ, στην Ευρώπη.

 

 

 

 

Birds (Or How To Be One) by Babis Makridis | Trailer 

 

Συντελεστές

Σενάριο & Σκηνοθεσία: Μπάμπης Μακρίδης

Διεύθυνση Παραγωγής: Ισαβέλλα Αλωπούδη

Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Κουκουλιός

Ήχος: Λέανδρος Ντούνης, Στέφανος Ευθυμίου

Μοντάζ: Μάριος Κλεφτάκης

Μουσική: The Little Thieves

Μουσική Παράστασης: Άγγελος Τριανταφύλλου

Οργάνωση Παραγωγής: Αμάντα Λιβανού

Εμφανίζονται: Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Μαρία Διακοπαναγιώτου, Βασιλική Δρίβα, Νίκος Καραθάνος, Έμιλυ Κολιανδρή, Γιάννης Κότσιφας, Έκτορας Λιάτσος, Χρήστος Λούλης, Γρηγορία Μεθενίτη, Κώστας Μπερικόπουλος, Κωνσταντίνος Μπιμπής, Στράτος Παπαδάκης, Άγγελος Παπαδημητρίου, Φοίβος Ριμένας, Μιχάλης Σαράντης, Γιάννης Σεβδικαλής, Άρης Σερβετάλης, Έλενα Τοπαλίδου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Χάρης Φραγκούλης, Γαλήνη Χατζηπασχάλη

Παραγωγή: Ίδρυμα Ωνάση / Με τη συνεργασία της Neda Film

 

Info

Όρνιθες (ή πώς να γίνεις πουλί), του Μπάμπη Μακρίδη

Βασισμένο στους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε θεατρική διασκευή Γιάννη Αστερή και Νίκου Καραθάνου

12-15 Απριλίου 2020

Πανελλήνια Πρεμιέρα: Κυριακή 12/4, 19:00

Ψηφιακό Κανάλι Ιδρύματος Ωνάση

Ακολουθεί live Q&A με τον δημιουργό της ταινίας Μπάμπη Μακρίδη

Σινεμά
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια