Βέρα Χοτζόγλου

H αντεργκράουντ σκηνή της Αθήνας σε ένα ατμοσφαιρικό ντοκιμαντέρ

Το «Sweat» της Βέρας Χοτζόγλου που παίχτηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας έγινε δίχως σενάριο, σκηνοθεσία και μπάτζετ, αλλά είναι ένα δυνατό κινηματογραφικό τριπάκι στην ρέιβ σκηνή της Αθήνας.

Η ιδέα για το Sweat ήρθε στο μυαλό της Βέρας Χοτζόγλου όταν τελείωνε τη διπλωματική της εργασία με τίτλο Rausch ‒που σημαίνει μέθη ή υπό την επήρεια της μέθης‒ στην ΑΣΚΤ. Ζούσε μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου τότε και γυρνούσε σκηνές μέσα σε διαφορετικά κλαμπ ή πάρτι, χωρίς να στήνει ή να σκηνοθετεί τίποτα, παρατηρώντας περισσότερο τα ανθρώπινα σώματα την ώρα που βρίσκονται σε κατάσταση μέθεξης, έκστασης αλλά και την επόμενη μέρα.

«Τότε κοιμόμουν με πολύ κόσμο κι αυτό που παρατηρούσα ήταν ότι όλοι είχαν την ανάγκη να μιλήσουν. Το κρεβάτι γινόταν ένα εξομολογητήριο, υπήρχε ο ήχος και ο απόηχος και όλο αυτό ήταν το Rausch» λέει, εξηγώντας ότι μέσα σε αυτό το πλαίσιο είχε καταγράψει κάποια πλάνα από το «Τσικνοτέκνο», ένα πάρτι που είχε ξεκινήσει το 2015 από φοιτητές της ΑΣΚΤ και γινόταν κάθε Τσικνοπέμπτη.

 

«Ψήναμε σουβλάκια και κάναμε ρέιβ/τέκνο πάρτι στον κήπο της σχολής, εξού και ο τίτλος "Τσικνοτέκνο". Αργότερα αυτό εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο ρέιβ πάρτι που διοργάνωνε η κολεκτίβα B L N K και έφτασε να μαζεύει μέχρι και 3.000 άτομα. Μου είχε φανεί πολύ ενδιαφέρον κάτι τόσο μικρό να εξελίσσεται διαρκώς και να βλέπω όλο και περισσότερα queer άτομα να νιώθουν ελεύθερα και ασφαλή σε αυτά τα πάρτι» λέει η Βέρα, που τελικά αποφάσισε να καταγράψει το τελευταίο πάρτι που θα γινόταν από τη συγκεκριμένη ομάδα.

 

Είναι θέμα παιδείας, μην το ρίχνουμε μόνο στην οικονομική κρίση, ότι "είμαστε έτσι γιατί η κρίση μάς γονατίζει τόσα χρόνια". Έχουμε προβλήματα συμπεριφοράς, δεν σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, δεν σεβόμαστε ούτε τη γη που πατάμε. 

 

«Αυτό που είχα αρχικά στο μυαλό μου ήταν η ταινία να έχει ως αφετηρία το "Τσικνοτέκνο", αλλά να μη μοιάζει με άλλο ένα συμβατικό ντοκιμαντέρ. Ήθελα να είναι κάτι πιο εικαστικό, να μπορεί να σε ταξιδέψει, δηλαδή να ξεκινάει το βράδυ και να φτάνει μέχρι το πρωί. Να είναι σκοτεινό και ταυτόχρονα ευαίσθητο, να ακολουθεί όχι μόνο τους πρωταγωνιστές αλλά ολόκληρη τη ρέιβ κουλτούρα. Να μπορεί, μέσω της εικόνας, να φτιαχτεί ένα περιβάλλον που να σε συνεπαίρνει τη στιγμή που τα σώματα χορεύουν και ιδρώνουν, να σε βάζει σε αυτή την ψυχική κατάσταση.

 

Στο τελικό μοντάζ αποφάσισα να μην υπάρχει καθόλου φασαρία τη στιγμή του χορού, παρά μόνο ο ambient ήχος που έχει γράψει ο Φρο ‒ με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αποτυπωθεί όλη η έκσταση μέσω του χορού. Είχα απόλυτη εμπιστοσύνη στο Reject και στον Φρο. Δεν τους σκηνοθέτησα καθόλου, τίποτα στην ταινία δεν είναι σκηνοθετημένο ή στημένο. Πόνταρα στη στιγμή και ό,τι χάθηκε, χάθηκε».

 

Πολλοί μου λένε "μα για ποια ρέιβ σκηνή μιλάς; Δεν είναι κάτι που πέθανε μετά τα '90s;".

 

Οι πρωταγωνιστές της ταινίας είναι ο Φρο, επίσης καλλιτέχνης και DJ, και το Reject aka Lex, που είναι περφόρμερ, drag queen, club kid, fashion designer και άλλα πολλά. Τα γυρίσματα της ταινίας έγιναν στα σπίτια τους, στο Ρομάντσο και στην ΑΣΚΤ, κατά τη διάρκεια του πάρτι. «Δεν χρειάστηκε να τους ρωτήσω πολλά πράγματα, έτσι κι αλλιώς οι δυο τους είναι πληθωρικές προσωπικότητες. Ήξερα ότι είχα να κάνω με δύο άτομα που θα μιλούσαν και για την αγάπη τους για το ρέιβ αλλά και για τις κοινωνικές συγκρούσεις στην καθημερινότητά τους.

 

Με ενδιαφέρει μέσα από την ταινία ο κόσμος να μάθει ότι υπάρχουμε, είμαστε εδώ και κουμάντο στα σώματα μας κάνουμε εμείς. Φυσικά, θα θέλαμε άλλα τόσα λεπτά για να χωρέσουν στην ταινία όλα όσα ειπώθηκαν, αλλά θέλω να κρατήσετε αυτό: το Sweat, μέσα σε 34 λεπτά, μιλάει για όλα όσα μπορούν να ειπωθούν για τη μουσική, τον χορό και το φύλο. Χωρίς σενάριο, χωρίς σκηνοθεσία, χωρίς μπάτζετ, μόνο με την αφοσίωση γι' αυτό που κάνουμε.

 

Πολλοί μου λένε "μα για ποια ρέιβ σκηνή μιλάς; Δεν είναι κάτι που πέθανε μετά τα '90s;". Συχνά νομίζουμε ότι κάποια πράγματα έχουν πεθάνει, όμως αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι απλώς μεγαλώνουμε και τα αφήνουμε πίσω. Η συγκεκριμένη σκηνή έχει ανοίξει, θα έλεγα, τουλάχιστον όσα χρόνια την παρακολουθώ. Όταν μιλάμε για αντεργκράουντ σκηνή, μιλάμε για πάρτι σαν το "Τσικνοτέκνο", που δεν είναι mainstream, που δημιουργούν ασφαλείς χώρους για queer σώματα και δεν θα τα δεις να γίνονται κάθε ΠΣΚ. Σκοπός τους δεν είναι το κέρδος αλλά το να καλλιεργηθεί σεβασμός ανάμεσα στα πλάσματα που βρίσκονται στο ρέιβ. Άλλωστε, αυτός δεν είναι και ο σκοπός του ρέιβ;

 

Εάν, από την άλλη, θέλεις να πας στις υπόγειες διαβάσεις του Παντείου ή στην Πάρνηθα για πάρτι, υπάρχουν ακόμα κι αυτά! Ξέρω ότι τα Οινόφυτα ήταν δημοφιλή στα '90s, αλλά δεν ξέρω εάν ρεϊβάρουν ακόμα εκεί.

 

Με απασχολεί πολύ το σώμα και ό,τι αυτό περικλείει, κατ' επέκταση με απασχολούν και τα ζητήματα φύλου. Για εμένα το σώμα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, είναι κάτι το πολιτικό που εκφράζεται με πολλαπλές μορφές στη δουλειά μου, από ένα αντικείμενο μέχρι ένα queer σώμα.

 

Συγκεκριμένα, με ενδιαφέρει πολύ η τρανς κοινότητα, την οποία θεωρώ την πιο ευάλωτη σε διακρίσεις, γι' αυτό επιλέγω να δουλεύω κυρίως με τρανς άτομα. Άλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που κι εγώ η ίδια νιώθω δυσφορία φύλου και αλλάζω την ταυτότητά μου όχι μόνο στην προσωπική μου ζωή αλλά και στα πρότζεκτ μου. Επίσης, τα τελευταία χρόνια έχω αποκτήσει μια ιδιαίτερη αγάπη για τις drag queens. Με γοητεύει πάρα πολύ όλο αυτό το κομμάτι της μεταμόρφωσης».

 

Πίσω στο Βερολίνο, θυμάται την εποχή που έψαχνε να βρει τρόπος να αυτοσυντηρείται και να μαζεύει λεφτά για την πτυχιακή της. «Ακούγεται πολύ '50s, αλλά έχω δουλέψει σε διάφορες βοηθητικές θέσεις, σε κουζίνες-λάντζα, βοηθός σεφ κ.λπ. Όλοι με αντιμετώπιζαν όπως αντιμετωπίζονται εδώ οι μετανάστες. Σε μία δουλειά, μάλιστα, με απέλυσαν γιατί η "ομάδα στην κουζίνα θα λειτουργούσε καλύτερα με κάποιον άντρα". Αυτό άκουσα επί λέξει από τον εργοδότη μου.

 

Θέλω μέσα από την ταινία μου ο κόσμος να μάθει ότι υπάρχουμε. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Όπου και να πας, όταν είσαι ξένος, τα προβλήματα παραμένουν τα ίδια. Κι αυτό είναι ένα γερό μάθημα για εμάς τους Έλληνες. Πιστεύουμε ότι ο κόσμος μάς ανήκει και ότι στο εξωτερικό θα μας υποδεχτούν με ανοιχτές αγκάλες. Μετά την απόλυση, επέστρεψα στην εταιρεία όπου δούλευα ως delivery-boy με το ποδήλατο, αλλά αυτήν τη φορά στο Βερολίνο. Μπορώ να πω ότι απ' όσες δουλειές άλλαξα, αυτή ήταν η καλύτερη, η πιο ξέγνοιαστη. Είχα πάρει και προαγωγή σε rider captain, ήμουν λίγο πριν από το "Χρυσό πετάλι του Βερολίνου".

  

Αυτή η πόλη έχει πολλές ταυτότητες λόγω της ιστορίας της αλλά και λόγω όλων των εθνικοτήτων που ζουν εκεί και της δίνουν χαρακτήρα, άρα είναι πολλά και τα ερεθίσματα. Άλλος κόσμος, τελείως. Όλα είναι πιο ήρεμα, δεν υπάρχει αυτή η επιθετικότητα που υπάρχει στην Αθήνα, ο θυμός, παρότι και εκεί οι ρυθμοί είναι γρήγοροι και πρόκειται για μια μητρόπολη που πολύ εύκολο μπορεί να σε καταπιεί. Δεν λέω, υπάρχουν παθογένειες και παθολογίες, μη χρυσώνουμε το χάπι, αλλά οι άνθρωποι είναι χρόνια μπροστά: στην τέχνη, στη ζωή, στη διασκέδαση, ακόμα και στον δημόσιο χώρο.

 

Αυτό που κρατάω περισσότερο, όμως, είναι η αλληλεγγύη. Σίγουρα, το Βερολίνο "δεν είναι" Γερμανία, αλλά η αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων είναι αξιοζήλευτη. Θα βγάλεις ό,τι δεν χρειάζεσαι δίπλα από την πόρτα του σπιτιού σου για να το πάρει κάποιος άλλος, και όταν λέω κάτι που δεν χρειάζεσαι, δεν εννοώ κάτι που θα πέταγες. Έχει διαφορά.

 

Κάποια στιγμή έφτασα να λέω ανάθεμα την ώρα και τη στιγμή που πήρα εκείνη την πτήση της επιστροφής στην Αθήνα! Τότε δεν με κρατούσε τίποτα στην Ελλάδα, ο μόνος λόγος που ήθελα να γυρίσω ήταν γιατί ήθελα να τελειώσω τη σχολή και να πάρω το πτυχίο μου. Θα μπορούσα, βέβαια, να είχα μεταφέρει τις σπουδές μου και να τελείωνα στη Γερμανία.

 

Στιγμιότυπο από την ταινία.


Έδρασα όμως συναισθηματικά, ήθελα να τελειώσω στην Αθήνα με τον δάσκαλό μου. Μετά ήταν δύσκολο να γυρίσω στο Βερολίνο, οι συγκάτοικοί μου θα έφευγαν από την πόλη. Εκεί είναι πάρα πολύ δύσκολο να βρεις σπίτι, τα ενοίκια είναι εξωφρενικά, κάτι που πάει να γίνει και δω, αλλά εκεί δεν παίζονται. Μετά ήρθε ο θάνατος του πατέρα μου, φέτος το lockdown. Εάν φύγεις και δεν έχεις οικονομικό background να σε στηρίξει είναι δύσκολο να γυρίσεις μόνιμα πίσω. Προσπαθώ, όσο μπορώ, να μένω αρκετό διάστημα στο Βερολίνο, κάπως να μοιράζω τον χρόνο μου μεταξύ Αθήνας και Βερολίνου, αλλά κάθε φορά που το αποχωρίζομαι έχουμε κλάματα. Νιώθω ότι φεύγω από το σπίτι μου».

 

Λέει πως η Αθήνα πλέον την πνίγει και επαγγελματικά και σε επίπεδο καθημερινότητας. «Έχει γίνει άγρια πόλη. Ο άλλος μπορεί να σε πλακώσει στο ξύλο για μια θέση στο λεωφορείο. Ο κόσμος περιμένει μια αφορμή για να ξεσπάσει βίαια.

 

Σίγουρα χρειάζεται να πάμε όλοι ξανά μια βόλτα από το δημοτικό, όχι στις τελευταίες τάξεις, αλλά στις πρώτες! Είναι θέμα παιδείας, μην το ρίχνουμε μόνο στην οικονομική κρίση, ότι "είμαστε έτσι γιατί η κρίση μάς γονατίζει τόσα χρόνια". Έχουμε προβλήματα συμπεριφοράς, δεν σεβόμαστε ο ένας τον άλλον, δεν σεβόμαστε ούτε τη γη που πατάμε.

  

Είμαστε απαίδευτοι ως λαός. Αν ελπίζω να πάνε τα πράγματα καλύτερα; Παρακολουθώ μια φθίνουσα πορεία, που δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξη ότι μπορεί να αλλάξει. Για να πάνε τα πράγματα καλύτερα, πρέπει να μάθουμε να ακούμε, να αλλάξουμε ουσιαστικά. Ευτυχώς, βέβαια, απ' όλον αυτόν τον βούρκο ξεπηδούν άνθρωποι και ιδέες που κάπως διεκδικούν τη ζωή, την ελευθερία, που νοιάζονται για τον διπλανό τους και συμπαρασύρουν κι άλλους.

 

Όταν μιλάμε για αντεργκράουντ σκηνή, μιλάμε για πάρτι σαν το "Τσικνοτέκνο", που δεν είναι mainstream, που δημιουργούν ασφαλείς χώρους για queer σώματα και δεν θα τα δεις να γίνονται κάθε ΠΣΚ. Σκοπός τους δεν είναι το κέρδος αλλά το να καλλιεργηθεί σεβασμός ανάμεσα στα πλάσματα που βρίσκονται στο ρέιβ.

 

Ένα θεμελιώδες ζήτημα είναι ότι είμαστε βαθιά ρατσιστές. Δεν δεχόμαστε ότι υπάρχει και κάτι άλλο εκτός από εμάς. Έχουμε την "ελληνική μαγκιά", το "κουμάντο στο σπίτι μου κάνω εγώ". Ταυτόχρονα, καθένας έχει δικαίωμα και άποψη για το χρώμα του δέρματός σου, για τη σεξουαλικότητά σου, για την καταγωγή σου, λες και του ανήκει ο αέρας που αναπνέεις.

 

Παρακολουθώ αυτά που γίνονται στα Καμένα Βούρλα με τα προσφυγόπουλα, όπου οι κάτοικοι προσπαθούν να μπλοκάρουν τη βοήθεια με το φαγητό. Σοκάρομαι και εξοργίζομαι μαζί. Αυτό σημαίνει ότι ως κοινωνία δεν έχουμε απλώς πιάσει πάτο, αλλά ότι ο πάτος είναι τρία πατώματα πιο πάνω. Δεν γουστάρουμε να σκοτώσουμε τον ρατσιστή μέσα μας, αντιθέτως τον τροφοδοτούμε διαρκώς. Είναι αυτός που μας κάνει να αισθανόμαστε μάγκες».

 

Η ταινία της Βέρας ολοκληρώθηκε λίγο πριν σκάσει ο κορωνοϊός, τον Δεκέμβρη του 2019, και αμέσως ξεκίνησε η κατάθεσή της στα φεστιβάλ. «Από κει και μετά ζούμε ένα θρίλερ. Καταθέτεις μια ταινία, αλλά τα περισσότερα φεστιβάλ που θα τη διαλέξουν γίνονται μετά από μήνες κι εμείς, μαζί με πολλούς άλλους συναδέλφους, είχαμε την ατυχία να πέσουμε στην περίοδο του κορωνοϊού. Η ταινία γινόταν δεκτή, δεν προλαβαίναμε να βγάλουμε δελτίο Τύπου και μας έστελναν e-mail ακύρωσης του φεστιβάλ, χωρίς επιστροφή χρημάτων των fees, με ένα απλό "we are sorry". To Sweat επρόκειτο να κάνει πρεμιέρα τον Μάρτιο του 2020 στο HPFF της Ρώμης και τελικά φτάσαμε να κάνει πρεμιέρα Σεπτέμβρη στην Αθήνα και να ζούμε δεύτερο θρίλερ για το εάν τελικά θα παιχτεί ή όχι». 

 

 

 

H ταινία της Βέρας Χοτζόγλου «Sweat» θα παιχτεί στο 4o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Πειραιά (4th PFF) και στο 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης G.L.A.D. Ταινιών (22th Thessaloniki International L.G.B.T.Q+ Film Festival).

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Σινεμά
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια