Το τέλος του φόβου, η αρχή της κτηνωδίας.
Crying Game

Ζακ*

{τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο}


{τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα
και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο}

Ακόμα και στον πιο θεοσκότεινο Μεσαίωνα, ακόμα και στην πιο δυσοίωνη θεολογία, στην πιο αποτρόπαια ζωή και στην πιο καλά σερβιρισμένη ασημαντότητα της ύπαρξης, ακόμα και στα ακραία των ακραίων, έμενε μια χαραμάδα σεβασμού στο φαντασμαγορικό γεγονός του θανάτου.


Οι βασανιστές της ύπαρξης, οι δεσμώτες της ύλης και της βίας, χάριζαν την ύστατη παραμυθία στο κοπάδι. Το έστελναν στην Κόλαση ή στον Παράδεισο, του εξασφάλιζαν μεταθανάτιο ενοίκιο, το έστεργαν γιατί δεν ήθελαν μπελάδες με τους ιδιοκτήτες των επουράνιων ακινήτων. Έκοβαν με επιμέλεια την σάρκα, χόρταιναν τα λιοντάρια, έμπηγαν βέλη και ξυράφια, έβγαζαν νύχια, οργάνωναν σταυροφορίες, αλλά το κουφάρι το έτρεμαν πιο πολύ από  τον διάβολο που κατοικοέδρευε στο συκώτι τους.


Η θλίψη σήμερα, η σχεδόν σωματική απελπισία αυτών των σκοτεινών ημερών, έρχεται από το τέλος του φόβου. Κανείς δεν φοβάται Θεό, είτε πιστεύει σε Θεό είτε δεν πιστεύει σε Θεό. 

 

Κι αυτό είναι ήδη κτηνωδία.

 

 

 

Crying Game
Δεν υπάρχει δυνατότητα σχολιασμού