Σήμερα μας γοητεύει το αυθεντικό, το χειροποίητο και το ιδιαίτερο. Όλα γίνονται εξατομικευμένα και ο καθένας εμπορεύεται την εικόνα του εαυτού του μέσω της αύξησης της ορατότητάς του. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO.gr
Ψηφιακά Μέσα

Θεοφάνης Τάσης: «Το διαρκές φαίνεσθαι στα social media γεννά ένα διαρκές άγχος»

Ο συγγραφέας και καθηγητής Φιλοσοφίας σε μία συζήτηση για τον εθισμό στα social media, την αυτοπραγμάτωση των νέων και το δίλημμα «μνήμη ή λήθη»

Η πλατεία Καλλιγά βρίσκεται λίγα μόλις μέτρα από την οδό Πατησίων και αποτελεί μια φωτεινή εξαίρεση στον αστικό ιστό της πόλης. Όμορφοι κάθετοι δρόμοι, μεταπολεμικά διαμερίσματα, διώροφες κατοικίες με μικρούς κήπους και ο πολυπολιτισμικός της χαρακτήρας προσδίδουν στην περιοχή μια ξεχωριστή ομορφιά, καθιστώντας την έναν ζωτικό δημόσιο χώρο.

 

«Πώς θα σας φαινόταν αν συναντιόμασταν στη γειτονιά μου; Είναι μια σχετικά άγνωστη, αλλά όμορφη συνοικία με άρωμα παλιάς αστικής Αθήνας που τώρα θυμίζει Βερολίνο λόγω της φυλετικής πολυχρωμίας» με ρώτησε ο καθηγητής Φιλοσοφίας, Θεοφάνης Τάσης, όταν του ζήτησα να συναντηθούμε για να συζητήσουμε με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του Η επιμέλεια εαυτού στην εικονιστική κοινωνία.

 

Είναι έντεκα το πρωί, η πλατεία Καλλιγά κινείται στους δικούς τους ρυθμούς και βλέπω τον Θεοφάνη Τάση να καταφθάνει με το ποδήλατό του. Αφού το αποσυναρμολογεί και το τοποθετεί δίπλα στην καρέκλα του, ξεκινάμε την κουβέντα μας.

 

Η επιμέλεια εαυτού είναι μια έννοια της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα, τη φιλοσοφία της τέχνης του βίου, με την οποία ασχολείται ο Θεοφάνης Τάσης. Στην «εικονιστική κοινωνία», όπως ονομάζει την παρούσα μορφή της νεωτερικότητας στην οποία ψηφιοποιούνται σε εικόνες αγαθά, υπηρεσίες, οι διαπροσωπικές σχέσεις και ο εαυτός μας. Ειδικότερα τον απασχολούν ερευνητικά οι έννοιες της ζωής, του βίου, της θνητότητας, του νοήματος και της εικόνας.

 

Tο διαρκές φαίνεσθαι γεννά ένα διαρκές άγχος. Ακριβέστερα, μια selfie συνιστά αυτοεπιβεβαίωση της αυτοεικόνας και μια αναγκαία επαλήθευση του φαίνεσθαι του εικονιστικού υποκειμένου, ενώ η κοινοποίηση και ο διαμοιρασμός της εμπειρίας ως εικόνας γίνονται προϋποθέσεις της αξίας εαυτού και του «ανήκειν» σε κάτι που τον υπερβαίνει.

 

Η συζήτησή μας κινείται γύρω από τις παραμέτρους της εικονιστικής κοινωνίας, όπως το ότι ο εαυτός εξαϋλώνεται βαθμιαία σε εικόνα, η εμπειρία χάνει την αυταξία της και ό,τι είναι αόρατο τείνει να μην υπάρχει.

 

«Οι γονείς μου, Ηπειρώτες στην καταγωγή, μετανάστευσαν στη Γερμανία αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Ο πατέρας μου έφυγε από την Ελλάδα το 1962. Ξεκίνησε ως ανειδίκευτος εργάτης κι έγινε τορναδόρος. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς ένιωσα όταν μου είπε ότι το πρώτο κύμα γκασταρμπάιτερ, δηλαδή, φιλοξενούμενων εργατών, διέμενε στις παράγκες του πρώην στρατοπέδου συγκέντρωσης του Νταχάου. Η μητέρα μου δούλευε στα καπνά μέχρι που έφυγε το 1972 για να δουλέψει σε γερμανικό εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας.

 

»Οι γονείς μου γνωρίστηκαν το 1974 σε δύσκολες συνθήκες, καθώς υπήρχαν ελάχιστοι ξένοι στην πρωτεύουσα του συντηρητικού κρατιδίου της Βαυαρίας. Οι μετανάστες αντιμετωπίζονταν συνήθως περιφρονητικά, κάτι που ο πατέρας μου βίωσε εντονότερα από τη μητέρα μου διότι το 1962 οι πληγές από την ήττα της Γερμανίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ακόμη νωπές.

 

»Οι γονείς μου αγωνιούσαν μην "εκγερμανιστούμε", έτσι μας εμφύσησαν από νωρίς την αγάπη για την Ελλάδα και τη γλώσσα. Αυτό δημιούργησε σ' εμένα και τον αδερφό μου μια διαρκή εσωτερική ένταση ως προς την ταυτότητά μας. Στο σπίτι μιλούσαμε αποκλειστικά ελληνικά και εκτός σπιτιού γερμανικά. Στη Γερμανία ένιωθα ξένος, κυρίως όταν έβγαινα με τους γονείς μου, αλλά και οικεία, ενώ, όταν επέστρεφα στην Ελλάδα, ένιωθα πώς βρισκόμουν στην πατρίδα μου. Για τα παιδιά με τα οποία παίζαμε όμως ήμουν "γερμανάκι και ναζί". Το ότι ένιωθα ξένος στην Ελλάδα οφειλόταν επίσης στο γεγονός ότι επισκεπτόμασταν σχεδόν αποκλειστικά το χωριό του πατέρα μου, με αποτέλεσμα να βιώνουμε ένα ταξίδι στο παρελθόν.

 

»Η ζωή στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του 1980 ήταν πολύ διαφορετική απ' ό,τι η ζωή στο Μόναχο. Η ελληνική δημόσια τηλεόραση άνοιγε στις έξι το απόγευμα και έκλεινε στις δώδεκα. Υπήρχαν μπακάλικα, παντοπωλεία, καφενεία. Το μεσημέρι ήταν υποχρεωτικός ο ύπνος και τα καταστήματα ήταν κλειστά. Όποτε πήγαινα στο χωριό της μητέρας μου αρμάθιαζα καπνό και κουβαλούσα το νερό με τη στάμνα από τη βρύση στο σπίτι. Όλα έμοιαζαν εξωτικά.

 

»Αυτή η εμπειρία δύο διαφορετικών πολιτισμών και δύο διαφορετικών ταυτοτήτων με καθόρισε, δημιουργώντας μου το αίσθημα του άτοπου, το οποίο για ένα μεγάλο διάστημα βίωσα τραυματικά. Μεγαλώνοντας συμφιλίωσα την ελληνική με την γερμανική ταυτότητα εντός μου, βιώνοντάς τες ως πλούτο. Χάρη σ' αυτήν τη διπλή ταυτότητα συνειδητοποίησα ότι προϋπόθεση ενός γνήσιου κοσμοπολιτισμού είναι ένας φλογερός πατριωτισμός. Αν δεν γνωρίζει κανείς τις ρίζες του, τότε μάλλον θα δυσκολευτεί να προσανατολιστεί στη ζωή του.

 

»Επιπλέον, πιστεύω ότι αν δεν επιλέξει κανείς μια ή δύο, στην περίπτωσή μου, παραδόσεις, δηλαδή αν δεν τις μάθει, αν δεν τις αγαπήσει, τότε πιθανώς θα δυσκολευτεί να γνωρίσει, να σεβαστεί και ν' αγαπήσει διαφορετικές παραδόσεις. Για παράδειγμα, αν δεν μπορεί κανείς να εκτιμήσει τον γαύρο ξιδάτο, δεν θα μπορέσει να εκτιμήσει αυθεντικά το σούσι. Όπως και αν δεν εκτιμήσει το κλαρίνο του Πετρολούκα Χαλκιά, δύσκολα θα εκτιμήσει βαθιά το σαξόφωνο του Τζον Κολτρέιν. Στις μέρες μας, δυστυχώς, κατασκευάζεται ένα υποκείμενο δίχως ιστορική συνείδηση» αφηγείται.

 

Επανερχόμαστε στο σήμερα, κάνοντας μια στάση στο ακανθώδες θέμα της οικονομικής κρίσης. Ο Θεοφάνης Τάσης πιστεύει ότι η κρίση που βιώνουμε είναι περισσότερο το σύμπτωμα και λιγότερο η ασθένεια. Όπως τονίζει, η πολιτική στην Ελλάδα έχει υψηλή θερμοκρασία, αφού λειτουργεί περισσότερο με όρους θυμικού παρά με όρους ορθολογικούς. Η δημοκρατία κινδυνεύει να εκφυλιστεί σε θυμοκρατία.

 

«Είμαστε ειδωλολατρικός λαός και η ορατότητα αποτελεί κεντρική έννοια στη χώρα μας» μου λέει και προσθέτει: «Ο υλιστικός καταναλωτικός βίος της δεκαετίας του '80 συνάντησε τη βαθύτερη ανάγκη ενός λαού που δοκιμαζόταν να απολαύσει επιτέλους αυτά που θεωρούσε ότι του είχαν στερήσει. Οπότε ενδώσαμε σε έναν τρυφηλό βίο, χωρίς όμως να επιτύχουμε να οικοδομήσουμε μια ποιοτικότερη δημόσια σφαίρα, να ενδυναμώσουμε τους πολιτειακούς θεσμούς και να ενισχύσουμε την παιδεία μας».

 

Ο Θεοφάνης Τάσης θεωρεί ότι η σκέψη βαθμιαία διαλύεται στην εικόνα και παράλληλα οι διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις αλλάζουν μορφή. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO.gr

 

Στη συνέχεια παρατηρώ ότι η γλώσσα και το στοιχείο της ταυτότητας είναι θέματα που τον απασχολούν βαθύτατα και τον ρωτάω αν συμφωνεί με την άποψη ότι οι λέξεις έχουν χάσει το νόημά τους. Εστιάζει στο γεγονός ότι πολλοί σήμερα χρησιμοποιούν αγγλικούς όρους στα ελληνικά και υπογραμμίζει ότι οι λέξεις συνδέονται με πράξεις και συναισθήματα, γι' αυτό η γλωσσική ακηδία να συνεισφέρει στην ενδυνάμωση της βίας.

 

«Η γλώσσα μάς ανακουφίζει από την μοναξιά της θνητότητας» λέει χαμηλόφωνα και διευκρινίζει ότι κακώς το ενδιαφέρον για τη γλώσσα θεωρείται πολιτικά ένα χαρακτηριστικό συντηρητικού τρόπου σκέψης, διότι η αντίληψη αυτή απολήγει στη διάβρωση της δημόσιας σφαίρας και στην ενδυνάμωση των δημαγωγών.

 

«Στην Ελλάδα μάς αρέσει πολύ να κουβεντιάζουμε, να διαπληκτιζόμαστε, και όχι τόσο να διαβάζουμε ή να αφιερώνουμε χρόνο σε δημιουργικές ασχολίες. Είναι πολύ έντονο το στοιχείο της προφορικότητας στην ελληνική κοινωνία κι επίσης είμαστε μια κοινωνία που ιστορικά δεν έχει αναπτύξει αρκετά το αίσθημα του πολίτη».

 

Στο βιβλίο του ο Θεοφάνης Τάσης καταδεικνύει πως «το διαρκές φαίνεσθαι γεννά ένα διαρκές άγχος. Ακριβέστερα, μια selfie συνιστά αυτοεπιβεβαίωση της αυτοεικόνας και μια αναγκαία επαλήθευση του φαίνεσθαι του εικονιστικού υποκειμένου, ενώ η κοινοποίηση και ο διαμοιρασμός της εμπειρίας ως εικόνας γίνονται προϋποθέσεις της αξίας εαυτού και του "ανήκειν" σε κάτι που τον υπερβαίνει».

 

Είναι η στιγμή που του εκφράζω τις απορίες μου σχετικά με τη νέα ψηφιακή πραγματικότητα, το στοιχείο του ναρκισσισμού αλλά και τη διάκριση μεταξύ χαράς και απόλαυσης. Ο κ. Τάσης μου αντιτείνει ότι στην περίοδο αυτή το εικονιστικό υποκείμενο αποτελεί το νέο ανθρωπολογικό υπόδειγμα, δηλαδή ένας εαυτός με αναφορά την εικόνα του στο Διαδίκτυο. Σήμερα μας γοητεύει το αυθεντικό, το χειροποίητο και το ιδιαίτερο. Όλα γίνονται εξατομικευμένα και ο καθένας εμπορεύεται την εικόνα του εαυτού του μέσω της αύξησης της ορατότητάς του.

 

«Το εικονιστικό υποκείμενο επιθυμεί να ξεχωρίσει, να γίνει κάποιος, τρέμει τη στιγμή που θα γίνει κανένας. Το φοβίζει η μοναξιά, αλλά πρωτεύει ο εαυτός. Ποθεί ν' ανήκει κάπου, να συμμετέχει σε μια συλλογικότητα, αλλά συγχρόνως φοβάται την απώλεια της μοναδικότητάς του. Αποζητά τη δέσμευση, αλλά χωρίς υποχρεώσεις και δίχως τη στέρηση των δυνατοτήτων επιλογής. Αναζητά μια πυξίδα ώστε να προσανατολιστεί, τρόπους επιμέλειας, συνάντησης και συμβίωσης με τους άλλους και, κυρίως, νόημα. Εν ολίγοις, αναζητά την τέχνη του βίου» απαντά.

 

Ο Θεοφάνης Τάσης θεωρεί ότι η σκέψη βαθμιαία διαλύεται στην εικόνα και παράλληλα οι διαπροσωπικές και οικογενειακές σχέσεις αλλάζουν μορφή. Απουσιάζουν οι «θυσίες» που χαρακτήριζαν τις οικογένειες της προηγούμενης γενιάς. Σήμερα οι νέοι στρέφονται περισσότερο στην αυτοπραγμάτωση, αφιερώνοντας λιγότερη ενέργεια στην οικογένεια παρά στο γεγονός ότι εξακολουθούν συχνά να συμβιώνουν με τους γονείς τους, όντες εξαρτημένοι οικονομικά από αυτούς.

 

«Βιώνουμε την τυραννία του παρόντος» λέει και συμπληρώνει: «Οι αλγόριθμοι έχουν δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα, καθορίζοντας τον χώρο, τον χρόνο, την εγγύτητα και τους τρόπους επικοινωνίας μας. Επιλέγουμε να μοιραζόμαστε την εικόνα μας και σπανιότερα τον εαυτό μας. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO.gr

 

Αναφορικά με την υπερέκθεση στη θύελλα της πληροφόρησης ο καθηγητής Φιλοσοφίας είναι ξεκάθαρος, σημειώνοντας πως οτιδήποτε είναι εύκολα προσβάσιμο συγκινεί σπανιότερα και ασθενέστερα και χρησιμοποιεί εύστοχα το παράδειγμα της μουσικής και της καθημερινής αναζήτησης στον χώρο του Διαδικτύου.

 

Η συζήτηση οδηγείται στον εθισμό που προκαλούν τα social media και στο πώς ο ψηφιακός κόσμος έχει υποκαταστήσει τις ανθρώπινες σχέσεις. «Βιώνουμε την τυραννία του παρόντος» λέει και συμπληρώνει: «Οι αλγόριθμοι έχουν δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα, καθορίζοντας τον χώρο, τον χρόνο, την εγγύτητα και τους τρόπους επικοινωνίας μας.

 

»Επιλέγουμε να μοιραζόμαστε την εικόνα μας και σπανιότερα τον εαυτό μας. Γινόμαστε επιμελητές των στιγμών και των εμπειριών μας, βιώνοντας ταυτόχρονα την τυραννία της αυθεντικότητας. Στρεφόμαστε στον εαυτό, προτιμάμε να στείλουμε ένα μήνυμα παρά να τηλεφωνήσουμε, διότι φοβόμαστε την έκθεση, την τυχαιότητα, το απρόβλεπτο που μπορεί να επιφέρει μια συνομιλία, εν αντιθέσει με το γραπτό μήνυμα».

 

Παρόλο που αρχικά σπούδασε Φυσική, τον κέρδισε στη συνέχεια η φιλοσοφία. Τι τον γοήτευσε; «Το ενδιαφέρον για τον άνθρωπο, την ελευθερία και τη δικαιοσύνη. Το ζητούμενο μιας πολιτείας δημοκρατικής, όπου ο άνθρωπος αυτοπραγματώνεται και ως πολίτης. Το ότι η φιλοσοφία μελετά τον θάνατο και το πώς μπορούμε να βιώσουμε τη ζωή μας. Χάρη σ' αυτήν έμαθα πως δεν έχει σημασία πόσο ευφυής είναι κανείς αλλά πόσο ελεύθερος, δηλαδή πόσο ικανός να διάγει έναν αναστοχαστικό και αυθεντικό βίο» ισχυρίζεται.

 

Στη συνέχεια αναρωτιέμαι πόση επιρροή μπορεί να έχει στις μέρες μας η φιλοσοφία και σε τι μας βοηθά. Για πολλούς θεωρείται κάτι ελιτίστικο. «Μέχρι ενός σημείου ισχύει το ότι η φιλοσοφία είναι μια δραστηριότητα που ενδιαφέρει λίγους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πολλοί αποκλείονται εκ των προτέρων. Αντιθέτως, όλοι οι άνθρωποι συχνά φιλοσοφούν, αν και με μη συστηματικό τρόπο, δίχως να το γνωρίζουν.

 

»Ας μην ξεχνάμε ότι το ερώτημα "πώς να ζήσω τη ζωή μου" είναι φιλοσοφικό και εξακολουθεί να ταλανίζει πολλούς στις μέρες μας. Ειδικά σε αυτό που ονομάζω εικονιστική κοινωνία, δηλαδή σε μια κοινωνία όπου αγαθά, υπηρεσίες και τα υποκείμενα ψηφιοποιούνται και η ελευθερία γίνεται πληθωριστική. Πληθωριστική με την έννοια ότι αυξάνεται ραγδαία η ελευθερία των επιλογών, αλλά απουσιάζουν κοινώς αποδεκτά κριτήρια ιεράρχησης ως προς το τι είναι σημαντικό ή ασήμαντο.

 

»Το εικονιστικό υποκείμενο αισθάνεται άπορο ως προς τη διαχείριση των επιλογών, καταλήγοντας να υποδουλώνεται στην ελευθερία. Αυτή η αντίφαση χαρακτηρίζει την εικονιστική κοινωνία και γεννά ένα αίτημα χειραφέτησης από την ελευθερία. Εδώ ακριβώς έγκειται μία από τις συνεισφορές της φιλοσοφίας σήμερα, στη διαχείριση της πληθωριστικής ελευθερίας».

 

Τι μας έχει μάθει η αρχαία Ελλάδα; «Αυτό που μπορούμε να διδαχτούμε σήμερα είναι η ανάγκη του αυτοπεριορισμού τόσο στο επίπεδο του ατόμου όσο και στο επίπεδο της κοινωνίας, διότι έχουμε λησμονήσει την έννοια της ύβρεως. Έχουμε την επιθυμία να γίνουμε θεοί, παραγνωρίζοντας ότι υπάρχουν αόρατα όρια και ορατά μονάχα εκ των υστέρων, τα οποία δεν πρέπει να παραβιάζονται. Η διερεύνηση αυτών των αόρατων ορίων και η αναζήτηση της δικαιοσύνης και της ελευθερίας εντός αυτών συνιστά την αποστολή της δημοκρατίας, η οποία, ακριβώς επειδή τα όρια είναι αόρατα, είναι ένα τραγικό πολίτευμα».

 

Αν κάποιος τον ρωτούσε πώς να ζήσει τη ζωή του, εκείνος τι θα του απαντούσε; Ο Θεοφάνης Τάσης μου λέει χαμογελώντας και χωρίς κανέναν δισταγμό: «Να προσπαθήσει να το απαντήσει μόνος του! Προκειμένου να απαντήσει όμως θα ήταν επωφελές αν μέχρι ενός σημείου αξιοποιούσε το άγχος και τον φόβο του θανάτου ώστε να μετριάσει το άχθος της πληθωριστικής ελευθερίας και ν' αντιληφθεί κάπως καλύτερα τις επιθυμίες του, ιεραρχώντας φρονιμότερα τι είναι σημαντικό στη ζωή του.

 

»Εν ολίγοις, καλό θα ήταν να αντιστρέψει, όσο είναι εφικτό, το άγχος της θνητότητας σε μια συνθήκη χαράς και δημιουργίας. Σε μια αναστοχαστική τέχνη του βίου η επίγνωση της θνητότητας σημαίνει ότι αν γνωρίζει κανείς για ποιον λόγο θα ήταν διατεθειμένος να θυσιάσει τη ζωή του, σε περίπτωση που υπήρχε αδήριτη ανάγκη, τότε θα γνωρίζει επίσης και έναν τουλάχιστον λόγο για τον οποίο αξίζει να ζει».

 

 

Το τρέιλερ του βιβλίου του Θεοφάνη Τάση «Πολιτικές του Βίου ΙΙ. Η επιμέλεια εαυτού στην εικονιστική κοινωνία» γυρίστηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Είναι η πρώτη φορά διεθνώς που γυρίζεται book trailer για φιλοσοφικό έργο.

 

Η ώρα έχει περάσει και κοντεύει μεσημέρι, όμως ο γνωστός καθηγητής εξακολουθεί να σε σαγηνεύει με τον ορμητικό του λόγο. Κοιτώντας τις πρώτες σελίδες του βιβλίου διακρίνω ότι είναι αφιερωμένο στη μνήμη του πατέρα του και παίρνω την ευκαιρία να τον ρωτήσω αν πιστεύει ότι ο θάνατος του άλλου είναι και δικός μας θάνατος.

 

«Όταν θνήσκει ο άλλος, θνήσκει και ένα κομμάτι του εαυτού μας. Θνήσκει το κομμάτι της τρέχουσας καθημερινότητας και ο μελλοντικός εαυτός μας, δηλαδή οι προσδοκίες που είχαμε για όσα θα ζούσαμε μαζί και αυτοί που θα γινόμασταν μαζί, ο ένας για χάρη του άλλου. Γι' αυτούς τους λόγους με κάθε απώλεια απομένουμε λιγότεροι. Η οδύνη της απώλειας δεν μεταστοιχειώνεται ποτέ πλήρως σε σοφία, πράγμα που σήμερα παραγνωρίζεται σε ένα καθεστώς επιβεβλημένης διαρκούς αυτοβελτίωσης».

 

Ο έρωτας έχει πάντοτε ημερομηνία λήξης; «Είναι μια αμοιβαία παρεξήγηση με ημερομηνία λήξης που ενίοτε οδηγεί στο θαύμα. Συνήθως αναζητούμε στον άλλον κάτι που έχουμε απολέσει ή κάτι που ποτέ δεν είχαμε ή κάτι που νομίζουμε ότι θα θέλαμε να έχουμε. Υπάρχει όμως μια διαφορά μεταξύ αυτού που χρειάζεται κανείς και αυτού που επιθυμεί. Συχνά θεωρούμε ότι χρειαζόμαστε αυτό που επιθυμούμε, γι' αυτό η επιθυμία απολήγει στην οδύνη».

 

Και η αγάπη τι περιεχόμενο έχει; «Δεν γνωρίζω, όμως έχει μεγαλύτερη χωρητικότητα από τον έρωτα, διότι προσφέρεται δίχως αντάλλαγμα ή απαιτήσεις. Η αγάπη δεν ελπίζει σε τίποτα. Δεν την ενδιαφέρει ούτε το παρελθόν ούτε το μέλλον. Είναι εντός του χρόνου, αλλά συνάμα τον υπερβαίνει».

 

Λίγο πριν ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας θα τον ρωτήσω αν τελικά είναι πιο χρήσιμο να θυμόμαστε ή να ξεχνάμε. «Όταν ήμουν νεότερος προέκρινα τη μνήμη έναντι της λήθης. Μεγαλώνοντας, πιστεύω ότι είναι εξίσου σημαντικό να λησμονούμε. Απώλειες, τραύματα, διαψεύσεις, δεν χρειάζεται να τα μνημονεύουμε διαρκώς και με συγκινησιακή ένταση. Παρεξηγήσεις της καθημερινότητας, ένας φίλος που μας απογοήτευσε, μια σύντροφος που μας πλήγωσε ή ένας οικογενειακός καβγάς είναι πράγματα που συχνά είναι φρονιμότερο να λησμονούμε.

 

»Ακόμη και στο επίπεδο της κοινωνίας η ιστορική μνήμη συνυπάρχει με τη λήθη, η μία δεν μπορεί να υπάρξει δίχως την άλλη. Η σημασία της λήθης είναι σημαντικότερη στην εποχή μας όπου όλα αποθηκεύονται ψηφιακά. Το δικαίωμα στη λήθη βαραίνει ιδιαίτερα σε ένα διηνεκές παρόν, όπου το παρελθόν δεν παρέρχεται. Οι απόγονοί μας θα διατρέχουν τα ψηφιακά χρονολόγιά μας στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης, γνωρίζοντας ασυγκρίτως περισσότερα για εμάς απ' ό,τι εμείς για τους δικούς μας προγόνους».

 

Και στην επιλογή ανάμεσα στο συναίσθημα και τη λογική; «Εξίσου και τα δύο. Αλλά προτιμώ το πάθος να καίει όπως ο πάγος και όχι όπως η φωτιά».

 

Στη συνέχεια θα με προσκαλέσει για μια βόλτα γνωριμίας στην όμορφη γειτονιά του. Λευκωσίας, Ευπαλίνου, Σακελλαρίδη, είναι οδοί όπου αναπτύσσεται πυκνά η λειτουργικότητα της συνοικίας. Και πράγματι, οι διαδρομές που κάνουμε θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ένα ταξίδι στον χρόνο. Παιδιά που είχαν σχολάσει, παντοπωλεία μιας άλλης εποχής, διαρκής κίνηση, στάσεις αναψυχής και ατμόσφαιρα γειτονιάς που σε εντυπωσιάζει.

 

Βέβαια, όση ώρα περπατάμε δεν μπορώ να μη ρωτήσω έναν άνθρωπο του οποίου η σκέψη κυριαρχείται από υπαρξιακά ερωτήματα τι εκείνος κρίνει ως σημαντικό στον βίο μας. «Για μένα, είναι η ικανότητα να συμπάσχουμε και να αγαπάμε που καθορίζει, μαζί με τη φαντασία, την ανθρωπινότητά μας».

 

Πριν τον αποχαιρετίσω, οδεύουμε προς την πλατεία Αμερικής και σχολιάζουμε τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της περιοχής, τη διαρκή αλληλεπίδρασή της καθώς και την εξέλιξή της ως ενός δυναμικού και πλουραλιστικού κομματιού της πόλης. Άλλωστε, είναι ένας άνθρωπος που έχει ταξιδέψει και ζήσει σε πολλές χώρες του κόσμου και γι' αυτό γοητεύεται από τις πόλεις των αντιθέσεων και την πολυχρωμία εμπειριών που αυτές προσφέρουν.

 

Για το τέλος έχω κρατήσει ένα τελευταίο ερώτημα. Ακόμα και όλα να τα έχουμε, πάντα κάτι λείπει. «Το ανικανοποίητο είναι ίδιον του ανθρώπου, όπως και η διαρκής επιδίωξη της ευτυχίας. Ωστόσο νομίζω ότι είναι προτιμότερη η ελευθερία από την ευτυχία, διότι η τελευταία είναι φευγαλέα, εύθραυστη και καθορίζεται σημαντικά και από την τύχη. Ενώ η ελευθερία εξαρτάται περισσότερο από εμάς τους ίδιους, λαμβάνοντας υπόψη και τους άλλους, διότι, δίχως τους άλλους, παύει να υφίσταται».

 

Info

Το βιβλίο του Θεοφάνη Τάση «Πολιτικές του Βίου ΙΙ. Η επιμέλεια εαυτού στην εικονιστική κοινωνία» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός.

3 Σχόλια
avatar
ΕΛΠΟ 25.4.2018 | 12:55
«Το διαρκές φαίνεσθαι γεννά ένα διαρκές άγχος»

Αφιερωμένο εξαιρετικά στην κ. Αυλωνίτου και κάθε - μα κάθε, όποιο "βήμα" και αν χρησιμοποιούν - λογής ομοίους της.

Μήπως και συμβάλλει στην αυτογνωσία τους και την ηρεμία τους.
avatar
Psineas 25.4.2018 | 16:44
Και ποιος της έδωσε βήμα αυτής της αδαούς κυρίας που ούτε στον ύπνο της θα μπορούσε να ονειρευτεί ότι κάποια μέρα θα γινόταν βουλευτής; Προέχει η δική μας αυτογνωσία και αυτοκριτική.
avatar
Γράφων 25.4.2018 | 16:33
Λήθη και μνήμη, ένα ενδιαφέρον δίπολο. Από τη βραδύτητα του Κούντερα μαθαίνουμε ότι η μνήμη είναι ποσό αντιστρόφως ανάλογο της ταχύτητας. Ποιητική τοποθέτηση αλλά όχι κενή νοήματος. Τοιουτοτρόπως γαρ καθίσταται σαφές ότι σήμερα υπάρχει λήθη. Και γι' αυτό ψέμα. Α-λήθεια είναι ό,τι είναι εκτός λήθης. Στην εποχή της ταχύτητας υπάρχει πολύ ψέμα.

Το ερώτημα είναι τι είδους λήθη υπάρχει. Ή αντιστρόφως τι είδους μνήμη. Μνήμη υπάρχει μόνο αναφορικά με ό,τι αφορά το άτομο διότι αυτό είναι το σημείο αναφοράς πλέον. Εκφυλίσαμε τη δημοκρατία σε ατομοκρατία. Παρακάμψαμε την έννοια του λαού, του δήμου, και βαφτίσαμε λαό ένα σύνολο υπερτροφικών και παράλληλων εγώ.

Στα πλαίσια αυτά και βέβαια δεν μπορούμε να είμαστε κοσμοπολίτες. Παραμένουμε θλιβεροί επαρχιώτες. Διότι πώς να είμαστε κοσμοπολίτες όταν δεν ξέρουμε ποιοι είμαστε; Όταν -συνειδητά- λησμονούμε από που ερχόμαστε, άρα ποιοι είμαστε και -συνεπώς- πού θέλουμε να πάμε.

Άρα λήθη υπάρχει αναφορικά με το συλλογικό μας γίγνεσθαι. Για να υπάρχει λήθη σε ατομικό επίπεδο είναι δύσκολο. Η εκούσια λήθη εμπεριέχει τη συγχώρεση. Την άφεση αμαρτιών. Η εκούσια λήθη σε ατομικό επίπεδο εμπεριέχει την αγάπη. Είτε αυτή στρέφεται προς άλλους είτε προς τον εαυτό μας. Αλλά άλλο πράγμα η αγάπη του συνόλου της ύπαρξης ενός ανθρώπου και άλλο η αγάπη της εικόνας του.

Εκεί κλείνει το κυκλικό επιχείρημα -που ευελπιστώ να μην ακούγεται παραληρηματικό- ότι για να αγαπήσεις κάποιον είτε τρίτο είτε τον εαυτό σου πρέπει να ρίξεις ταχύτητες. Να τον αποτυπώσεις μέσα σου και να τον σεβαστείς. Αγάπη είναι να μπορείς να ξεχνάς για το άτομο και να θυμάσαι για το σύνολο.

Όταν θυμάσαι τα πάντα για το άτομο και λίγα για το σύνολο έρχεται η απορρύθμιση, τόσο του ατόμου όσο και του συνόλου.