Ελλάδα

Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια

Μικρό ταξίδι στην άλλη πλευρά της Θράκης

ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΓΙΟΓΛΟΥ

Η διαδρομή για να διασχίσεις τα Πομακοχώρια δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτό που λέμε «ένας καφές δρόμος». Αντιθέτως είναι ένας δρόμος με τόσες στροφές που σε κάποια φάση ίσως χρειαστεί να κάνεις μια στάση για εμετό, όπως και έγινε. Πριν την Κοττάνη, το πιο απομακρυσμένο Πομακοχώρι, η άσφαλτος σταματά, έχει μια ταμπέλα που γράφει «υπομονή» και ακολουθεί ένας κακοτράχαλος χωματόδρομος δύο χιλιομέτρων που αν έχεις καλή μουσική γίνεται υποφερτός. Τα αμάξια που συναντάς σε αυτόν τον δρόμο πηγαίνουν στου Τζεμίλ. Ο Τζεμίλ μαζί με τη γυναίκα του τη Μουτζέν ήρθαν κι άνοιξαν μια ταβέρνα στην μέση του πουθενά και δικαιώθηκαν. Ταξιδιώτες από Αθήνα, Αγγλία, Βουλγαρία οδηγούν μέχρι εκεί για να μπουν και να φάνε σε ένα παραδοσιακό πομάκικο σπίτι. Κάτω ταβέρνα, πάνω λαογραφικό μουσείο. Βγάλε από το μυαλό σου το check-in, δεν πιάνεις σήμα ούτε για τηλέφωνο.

 

Όταν έφυγαν οι ταξιδιώτες καθίσαμε και συζητήσαμε με τον Τζεμίλ για ώρα. Για το κατσαμάκι, για τις γιορτές που δεν είναι πια τόσες πολλές και για τα καθημερινά προβλήματα. «Όταν κλείνει ο δρόμος οι άνθρωποι είναι μες στη στενοχώρια. Με την παραμικρή βροχή αποκλειόμαστε και δεν μπορούμε να μετακινηθούμε. Έχουμε πρόβλημα και με το τηλέφωνο. Δηλώνουμε το χρόνο 20 φορές βλάβη και δεν έρχεται κανένας να μας το φτιάξει. Ενώ το πληρώνουμε συνεχώς έχουμε θέματα. Όταν έρχεται κάποιος θέλει να ειδοποιήσει τους γονείς του ότι δεν έχει σήμα και ότι έχει φτάσει και είναι καλά αλλά τα κινητά δεν πιάνουν εδώ». Τον ρωτήσαμε για την μπάρα.

 

Τα πομάκικα δεν έχουν αλφάβητο και δεν γράφονται, καθημερινά λέξεις περνάνε στη λήθη. Οι περισσότεροι μιλούν πομάκικα, τούρκικα και ελληνικά. Οι νέοι πλέον μαθαίνουν και γερμανικά για να πάνε να δουλέψουν πιο εύκολα στα ναυπηγεία.

 

Προσοχή στις λέξεις, την λέξη «μπάρα» όταν την χρησιμοποιείς στα Πομακοχώρια πληγώνει. Καλύτερα να την πεις κάπως αλλιώς, να εφεύρεις σαν τις γιαγιάδες μια λέξη που πονά λιγότερο. Με τη Συνθήκη της Λωζάνης είχαν κατοχυρωθεί τα δικαιώματα των μειονοτήτων στην Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα των μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Θράκη. Η συνθήκη δε μιλά για εθνικές μειονότητες αλλά για θρησκευτικές. Μετά τη συνθήκη της Λωζάνης οι Πομάκοι απολάμβαναν την ελευθερία τους, ωστόσο από την άλλη πλευρά των ελληνοβουλγαρικών συνόρων υπήρχε μεγάλος αριθμός Πομάκων οι οποίοι επί πολλά χρόνια έκαναν προσπάθειες αυτονόμησης και ενσωμάτωσης με τους Έλληνες. Οι κινήσεις που έγιναν ήταν πολλές: μια από αυτές ήταν το δημοψήφισμα στον Εχίνο το 1919 για να διαπιστωθεί αν οι Πομάκοι θέλουν να ενταχθούν με τους Έλληνες ή τους Βούλγαρους, όπου και αποφάσισαν την ένταξή τους με τους Έλληνες. Δεν έγινε ποτέ. Η τελευταία τους προσπάθεια έγινε το 1946 στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι και πάλι ήταν άκαρπη.

 

Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

Το 1950 μπήκαν οι λεγόμενες μπάρες. Φυλάκια τα οποία κατά την επίσημη δικαιολογία έπρεπε να υπάρχουν για να μας προστατεύουν από τους Βούλγαρους. Σύνορα μέσα στα σύνορα και μια φυλή γεωγραφικά αποκλεισμένη. Αν κάποιος δούλευε στο κέντρο της Ξάνθης δεν μπορούσε να πάει σπίτι του την ίδια μέρα, έπρεπε να επιδείξει ταυτότητες και ειδικές άδειες στην αστυνομική διεύθυνση Ξάνθης για να ξανά μπει στα Πομακοχώρια. Ο Τζεμίλ μας λέει: «Δεν θέλω να συζητάω για την μπάρα, είναι κάτι που με στεναχωρεί. Βλέπουμε μπροστά, περασμένα ξεχασμένα. Τότε ήμασταν πολύ παραμελημένοι. Όταν πήγαινες να ζητήσεις κάτι, ήσουν Τούρκος. Δε μπορούσαμε να πάρουμε άδειες, να αγοράσουμε κτήματα, ούτε να βγάλουμε δίπλωμα για αυτοκίνητο. Πηγαίναμε και αγοράζαμε στην Τουρκία κτήματα και έτσι δημιουργούνταν σχέσεις. Ήταν φυσικό μετά να στείλεις το παιδί σου να σπουδάσει στην Τουρκία, πολλές φορές παντρεύονταν κι εκεί και οι σχέσεις δένονταν με την πάροδο του χρόνου».

 

Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

Οι Πομάκοι ξανασοκάρονται το 1954, όταν ο Στρατάρχης Παπάγος μετά από διάβημα του Τζαμάλ Χουσνί Ταράγ, πρεσβευτή της Τουρκίας, παραβιάζει τη συνθήκη της Λωζάνης και εγκρίνει τον όρο τουρκική αντί για μουσουλμανική. Στέλνονται επιστολές, πάνω δεξιά στο χαρτί γράφει: «εν Κομοτηνή τη 28.1.1954, ΕΠΕΙΓΟΥΣΑ». Η επιστολή έλεγε πως σε κάθε περίπτωση πρέπει να χρησιμοποιείται ο όρος «Τούρκος-τουρκικός» αντί του «μουσουλμάνος-μουσουλμανικός». Οι επιγραφές στα σχολεία θα έπρεπε να αλλάξουν και αντί για «Μουσουλμανικόν Σχολείον» να γράφουν «Τουρκικόν Σχολείον». Από τα 76 σχολεία του Νομού Ξάνθης μόνο ένα στον Εχίνο δέχτηκε να αλλάξει την πινακίδα του. Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο όρος «τουρκικός» αντικαταστάθηκε με τον όρο «μειονοτικός» ως μη σύμφωνος με την συνθήκη της Λωζάνης. Ωστόσο, στα σχολεία καθιερώθηκε το επίσημο πρόγραμμα των τουρκικών σχολείων.

 

Μπαίνοντας στο χωριό και ψάχνοντας να βρούμε ένα μέρος για να πιούμε κάτι πήραμε μια ανηφόρα. Ακούσαμε σφυρίγματα - το σήμα των ανθρώπων του χωριού πως ο δρόμος δε βγάζει πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω. Στην όπισθεν μια κοπέλα με ροζ μαντίλα καθόταν μπροστά στο παράθυρο και μιλούσε στο κινητό της.

Η συζήτηση για την καταγωγή των Πομάκων μού θυμίζει ψηφοφορία για το 15μελές στο λύκειο. Οι Τούρκοι βασίζονται στην κοινή θρησκεία, οι Βούλγαροι στη γλωσσική τους ομοιότητα και οι Πομάκοι είναι στη μέση σαν παιδί που το τραβάς και απ’ τα δυο χέρια. Κατεβαίνουν τους δρόμους. Πιτσιρικάδες που παίζουν με κροτίδες, γυναίκες με ψωμιά στα χέρια και άντρες που ταΐζουν τα ζώα τους. Γαλανά μάτια, λευκό δέρμα, λουλουδάτες μαντίλες και φορεσιές που παρουσιάζουν μεγάλες αντιθέσεις από χωριό σε χωριό. Φυσικά αλλεργική αντίδραση στις φωτογραφικές μηχανές. Δίπλα ο ποταμός Κόσυνθος είναι η μόνιμη παρέα τους κι αν υπήρχε ένα σκουπιδοφάγο τέρας θα ζούσε εδώ. Όπου και να κοιτάξουμε υπάρχουν πεταμένα σκουπίδια και αμέτρητες σακούλες, κρεμασμένες από δέντρα σαν κουρελιασμένες εθνικές σημαίες.

 

Ο Τζεμίλ μαζί με τη γυναίκα του τη Μουτζέν ήρθαν κι άνοιξαν μια ταβέρνα στην μέση του πουθενά και δικαιώθηκαν. Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

Οι γραμμένοι τοίχοι πολύ γρήγορα σού δίνουν πληροφορίες. Το πρώτο γκράφιτι λέει «καλά ταξίδια», το δεύτερο «sex 6995…», πιο κάτω «πωλούνται λάστιχα σε τιμή ευκαιρίας», πάνω σε μια πέτρα «Αοξάρα Ξάνθης!». Συναντήσαμε ένα Ίντερνετ καφέ-Κούβα, ένα σύνδεσμο φιλάθλων του Ολυμπιακού στο πουθενά και στο δήμο Μύκης δυο μουλάρια να περιμένουν στη στάση. Εδώ είναι τα Βαλκάνια της Ξάνθης, πολύχρωμα, αδικημένα και χαμογελαστά. Ο δρόμος είναι γεμάτος με βρυσάκια και νεκροταφεία που κατά κάποιο τρόπο έχουν κοινό λόγο ύπαρξης. Κάναμε μια βόλτα στα νεκροταφεία του Εχίνου. Είναι χαρούμενα, έχουν πάνω στις ταφόπλακες ζωγραφισμένα δέντρα και λουλούδια λες και τα ‘χει ζωγραφίσει παιδί. Εδώ οι άνθρωποι έχουν θαφτεί με τέτοιο τρόπο ώστε τα κεφάλια τους να είναι στραμμένα προς την Μέκκα. «Για εμάς» θα μας πουν αργότερα, «ο θάνατος δεν είναι τόσο φοβερός». Μετά το θάνατο φτιάχνουν βρύσες για να τιμήσουν το νεκρό τους γι’ αυτό και είναι δεκάδες και δε θα διψάσεις ποτέ στο δρόμο. Πίνεις νερό και τιμάς ένα νεκρό.

 

Μας είπαν να πάμε στο Δημάριο. Μπαίνοντας στο χωριό και ψάχνοντας να βρούμε ένα μέρος για να πιούμε κάτι πήραμε μια ανηφόρα. Ακούσαμε σφυρίγματα - το σήμα των ανθρώπων του χωριού πως ο δρόμος δε βγάζει πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω. Στην όπισθεν μια κοπέλα με ροζ μαντίλα καθόταν μπροστά στο παράθυρο και μιλούσε στο κινητό της. Συχνά θα δεις ανθρώπους με ένα κινητό στο χέρι μπροστά στα παράθυρα, το σήμα δεν είναι καλό σε όλο το σπίτι. Μπήκαμε εκεί που μπήκε αυτός που μας σφύριξε. «Ελάτε, ελάτε να καθίσετε, καλώς ήρθατε». Το παντοπωλείο-καφενείο που τα έχει όλα μέσα, είναι o πιο συνηθισμένος τύπος μαγαζιού που θα συναντήσεις. Κούτες με γαριδάκια 0,60 η σακούλα, σαλάμια κάθε λογής και ένα γκαζάκι για να ψήνονται οι καφέδες. Την ώρα που μπήκαμε κάθονταν στο μαγαζί οχτώ άντρες και έβλεπαν ένα ντοκιμαντέρ του National Geographic για τα λιοντάρια. Ο μεγαλύτερος από αυτούς φορούσε στο κεφάλι του φέσι, ένα κόκκινο κάλυμμα. Ψάχνοντας μετά σε ένα βιβλίο βρήκαμε πως αποτελεί μέρος της επίσημης ενδυμασίας και είναι υποχρεωτικό κατά τη διάρκεια της προσευχής. Το φορούσαν επί Τουρκοκρατίας και σταδιακά έχει καταργηθεί. Το συναντάς πλέον μόνο στο Δημάριο, στην Πάχνη και την Κοτύλη και μάλλον δεν θα το ξανά δούμε ποτέ φορεμένο από κάποιον στη ζωή μας.

 

Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

«Καφετζή στορ εννό καφέ», δηλαδή «καφετζή κάνε μου έναν καφέ». Όση ώρα καθίσαμε μιλούσαμε για τις δουλειές του χωριού. «Έχουμε ανεργία. Το έδαφός μας είναι άγονο και δε μας επιτρέπει να καλλιεργούμε παρά μόνο καπνό, αυτή είναι η κύρια εργασία, το τιουτιούν (=ο καπνός). Από εμάς έχουν φύγει σαράντα οικογένειες και είναι σε ναυπηγεία της Γερμανίας. Φεύγουν για τρεις μήνες, μαζεύουν λεφτά και με αυτά πρέπει να βγάλουν την υπόλοιπη χρονιά, μετά ξανά το ίδιο. Για τις περισσότερες δουλειές πηγαίνουμε στον Εχίνο, είναι η πρωτεύουσά μας. Εκεί έχει φροντιστήριο αγγλικών και σχολεία». Η μεγαλύτερη καταδίκη για μια γλώσσα είναι το να ‘ναι άγραφη. Τα πομάκικα δεν έχουν αλφάβητο και δεν γράφονται, καθημερινά λέξεις περνάνε στη λήθη. Οι περισσότεροι μιλούν πομάκικα, τούρκικα και ελληνικά. Οι νέοι πλέον μαθαίνουν και γερμανικά για να πάνε να δουλέψουν πιο εύκολα στα ναυπηγεία. «Δυο κρουασάν, δυο καφέδες, τρία ευρώ», χαιρετηθήκαμε.

 

Βραδιάζει, δεν ακούγεται κιχ. Το τζαμί του Εχίνου φέγγει από μακριά και σταματήσαμε να το δούμε. Στο αμάξι λίγο σιωπή. Μιλά ο Εμπειρίκος «είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι, λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους». Έπειτα κουβέντες για την αδικία, για το αν θα χαθεί η πομάκικη γλώσσα και για το αν θα καταφέρουν αυτοί οι άνθρωποι να δημιουργήσουν εργασίες στον τόπο τους. Φτάνουμε στις Θέρμες. Οι πηγές με τα ιαματικά νερά χοχλάζουν, βγάζουν σύννεφα με ζεστό ατμό στο δρόμο κι είναι σαν να τις συνδέει μια νοητή γραμμή με τις καμινάδες. Συνεχίζουμε να μιλάμε προσπαθώντας να παρομοιάσουμε τη φυλή των Πομάκων με κάτι. Εγώ με ήρεμο ποταμό, εσύ με ψηφιδωτό. Να εννός ι εννό βρέμε (=μια φορά κι έναν καιρό).

 

Κάναμε μια βόλτα στα νεκροταφεία του Εχίνου. Είναι χαρούμενα, έχουν πάνω στις ταφόπλακες ζωγραφισμένα δέντρα και λουλούδια λες και τα ‘χει ζωγραφίσει παιδί. Εδώ οι άνθρωποι έχουν θαφτεί με τέτοιο τρόπο ώστε τα κεφάλια τους να είναι στραμμένα προς την Μέκκα. Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

«Όταν κλείνει ο δρόμος οι άνθρωποι είναι μες στη στενοχώρια. Με την παραμικρή βροχή αποκλειόμαστε και δεν μπορούμε να μετακινηθούμε». Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

Φωτο: Θεόδωρος Κονδάκος

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε πρώτη φορά το 2015.

Ελλάδα
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια