Ανάμεσα στα μικρά σπίτια και τα καφενεδάκια που το καλοκαίρι σφύζουν από ζωή αλλά τώρα είναι ερημωμένα, βρίσκεται το μουσείο του Μάρκου Βαμβακάρη, του «πατριάρχη» του ρεμπέτικου τραγουδιού. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO
Ελλάδα

Ένα μεσημέρι στο μουσείο του Μάρκου Βαμβακάρη στην Άνω Σύρο

Ο πατέρας του ρεμπέτικου και δημιουργός, μεταξύ άλλων, της διάσημης «Φραγκοσυριανής» έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στο νησί των Κυκλάδων που τον τιμά με έναν χώρο αφιερωμένο στη μνήμη του

«636, 637, 638». Έχουμε ανέβει σχεδόν όλα τα σκαλιά μέχρι την Άνω Σύρο. Τέλη Σεπτέμβρη και ο καιρός είναι συννεφιασμένος. Ανάμεσα στα μικρά σπίτια και τα καφενεδάκια που το καλοκαίρι σφύζουν από ζωή αλλά τώρα είναι ερημωμένα, βρίσκεται το μουσείο του Μάρκου Βαμβακάρη, του «πατριάρχη» του ρεμπέτικου τραγουδιού.

 

Η ώρα είναι σχεδόν 2 και η υπάλληλος που το κρατάει ανοιχτό χειμώνα-καλοκαίρι είναι έτοιμη να το κλείσει για μεσημέρι. Από ένα μικρό ηχείο στους τοίχους του μουσείου, το οποίο έχει φτιαχτεί έτσι ώστε να μοιάζει με το σπίτι του Μάρκου Βαμβακάρη, ακούγονται παλιά τραγούδια του ρεμπέτη, με τη «Φραγκοσυριανή» να έχει την τιμητική της.

 

Εκεί κοντά, κάτω από την Καθολική Εκκλησία, στο Σκαλί γεννιέται το 1905 ο Μάρκος Βαμβακάρης. Η οικογένειά του πολύτεκνη αλλά συνάμα και πολύ φτωχή. Σε ηλικία μόλις 7 χρονών, στη δευτέρα δημοτικού, παρατάει το σχολείο και τρέχει με τη μητέρα του να δουλέψουν σε ένα κλωστοϋφαντουργείο στην Ερμούπολη.

 

Η πρώτη επαφή του Βαμβακάρη με το μπουζούκι έρχεται στα 20 του, όταν, όπως λέγεται, συναντά τον μπουζουκτσή, Νίκο Αϊβαλιώτη, στο στρατό και εκείνος του μαθαίνει να παίζει.

 

Η μητέρα του παίρνει 2,5 δραχμές τη μέρα και ο μικρός Μάρκος μόλις 3 τη βδομάδα. Η φτώχεια τελικά οδηγεί τον 12χρονο Μάρκο και την οικογένειά του στον Πειραιά. Έκτοτε ο Βαμβακάρης δεν γυρίζει να μείνει ποτέ ξανά μόνιμα στη Σύρο, με το σπίτι του τελικά να διαλύεται και σήμερα να μη διασώζεται τίποτα.

 

Και στον Πειραιά, όμως, τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο ίδιος αναγκάζεται να δουλέψει από μανάβης μέχρι εκδοροσφαγέας, ενώ τα μαχαίρια του από τα σφαγεία στα οποία εργάζεται εκτίθενται σήμερα στο μουσείο του διάσημου ρεμπέτη στην Άνω Σύρο.

 

Η πρώτη επαφή του Βαμβακάρη με το μπουζούκι έρχεται στα 20 του, όταν, όπως λέγεται, συναντά τον μπουζουκτσή Νίκο Αϊβαλιώτη στον στρατό και εκείνος του μαθαίνει να παίζει.

 

Ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν μαθαίνει ποτέ στη ζωή του να γράφει νότες. Σημειώνει τους στίχους και πάνω σε αυτούς βάζει μουσική. Μερικά, μάλιστα, από τα σημειωματάριά του φυλάσσονται στο μουσείο σήμερα, από το οποίο, όπως μας ενημερώνει η υπεύθυνη, περνούν κάθε καλοκαίρι περίπου 2.000 άτομα.

 

Άποψη του μουσείου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Από εκείνη τη στιγμή ο Μάρκος Βαμβακάρης αρχίζει να βγάζει το ένα τραγούδι μετά το άλλο. Υπολογίζεται πως συνολικά στην καριέρα του ο διάσημος ρεμπέτης γράφει στίχους και μουσική για περισσότερα από 500 τραγούδια, μεταξύ αυτών και τη διάσημη μέχρι σήμερα «Φραγκοσυριανή».

 

Σύμφωνα με το θρύλο, ο διάσημος ρεμπέτης σ' ένα πανηγύρι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Σύρο, βλέπει μια πανέμορφη γυναίκα και μόλις γυρνάει στον Πειραιά, χωρίς να γνωρίζει ούτε καν το όνομά της, γράφει τους παρακάτω στίχους:

 

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
Λες και μάγια μου' χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά... 

 

Η ιστορία, ωστόσο, του τραγουδιού γίνεται αργότερα γνωστή, καθώς, ο Μάρκος Βαμβακάρης δεν θέλει να στεναχωρήσει την επί πολλά χρόνια σύζυγό του.

 

Προσωπικά αντικείμενα του διάσημου ρεμπέτη. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Με την κ. Ευαγγελία παντρεύεται το 1942, κάνουν τρία παιδιά, ένας εξ αυτών ο γνωστός σήμερα μουσικός Στέλιος Βαμβακάρης, και μένουν μαζί μέχρι τον θάνατό του, το 1972. Προηγείται ένας ακόμη γάμος με την Ελένη Μαυροειδή, ο οποίος κρατάει, όμως, μόλις ένα χρόνο.

 

Ο ίδιος είναι καθολικός, ωστόσο, ο γάμος του με την κ. Ευαγγελία γίνεται σε ορθόδοξη εκκλησία καθώς το Βατικανό απαγορεύει την τέλεση δεύτερου γαμήλιου μυστηρίου. Ο Μάρκος Βαμβακάρης τελικά αφορίζεται, ωστόσο, ο αφορισμός αίρεται λίγο πριν πεθάνει.

 

Όλα αυτά τα χρόνια ο ρεμπέτης, παρά την επιτυχία του, τραγουδά μόνο για τα προς το ζην της οικογένειάς του. «Οι ρεμπέτες ήταν κυνηγημένοι τότε. Το ρεμπέτικο ήταν κακοφημισμένο. Το είχαν ταυτίσει με το χασίς και την παρανομία. Δεν είναι όπως σήμερα. Ο Μάρκος δεν έβγαλε ποτέ λεφτά στην καριέρα του» λέει η υπάλληλος του μουσείου, όσο κοιτάω πάνω από τα προσωπικά του αντικείμενα, φυλαγμένα κάτω από το προστατευτικό γυαλί.

 

Φωτογραφίες του ρεμπέτη και ένα παλιό γραμμόφωνο. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Ακόμη και τα σακάκια του που βρίσκονται στο μουσείο, αν παρατηρήσει κανείς, φαίνονται φτωχικά. Όπως παραδέχεται ο γιος του, υπάρχουν περίοδοι που ο Μάρκος Βαμβακάρης βγάζει «πιατάκι» στα μαγαζιά που τραγουδά για να πετάξουν χρήματα οι θαμώνες του.

 

Τα πράγματα χειροτερεύουν ακόμη περισσότερο, όταν διαγιγνώσκεται με νεφρική ανεπάρκεια. Μερικά χρόνια πριν, πλήττεται επίσης από αρθρίτιδα στα δάχτυλά του, κάτι που δεν του επιτρέπει να παίζει μπουζούκι και να τραγουδά.

 

Το 1972 γράφονται οι τελευταίες σελίδες της ζωής του Μάρκου Βαμβακάρη, στον Πειραιά. Πεθαίνει φτωχός και ο μικρότερος γιος του Δομίνικος, παίρνει δάνειο για να καλύψει τα έξοδα της κηδείας του.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LifO

 

Ελλάδα