Ο Αλέφαντος υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες προπονητές, αν όχι ο πρώτος, που έμαθαν τις τεχνικές της προπονητικής και του ποδοσφαίρου στα μεγάλα ευρωπαϊκά γήπεδα, της δεκαετίας του '70 και του '80.
Απώλειες

Ο Νίκος Αλέφαντος έμαθε την προπονητική μέσα στα γήπεδα

Οι περιπέτειες του προπονητή στην Ευρώπη, δίπλα σε φημισμένους συναδέλφους του, όπως ήταν οι θρυλικοί Dave Sexton και César Luis Menotti.



Ο ΝΙΚΟΣ ΑΛΕΦΑΝΤΟΣ, ο θάνατος του οποίου κλείνει μια πολύ ιδιαίτερη σελίδα στην Ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, υπήρξε ένας σημαντικός, αλλά ιδιόρρυθμος προπονητής. Κατά τον επίσης εξαίρετο συνάδελφό του Γιάτσεκ Γκμοχ, ο Αλέφαντος «διάβαζε» τον αγώνα μέσα στο γήπεδο πιο γρήγορα απ' όλους, ενώ για τον σπουδαίο αυστριακό προπονητή Ernst Happel, είχε δίψα για μάθηση και κοφτερό μάτι από τον πάγκο, που τον οδηγούσε σε κινήσεις οι οποίες μπορούσαν να συναρπάσουν το κοινό.

 

Ο Αλέφαντος υπήρξε από τους πρώτους Έλληνες προπονητές, αν όχι ο πρώτος, που έμαθαν τις τεχνικές της προπονητικής και του ποδοσφαίρου στα μεγάλα ευρωπαϊκά γήπεδα, της δεκαετίας του '70 και του '80, δίπλα σε καταξιωμένους τότε συναδέλφους του.

 

Για 'κείνες τις περιπέτειές του (και για άλλα διάφορα) o Αλέφαντος είχε γράψει ένα βιβλίο το 1985, που είχε τίτλο «Νίκος Αλέφαντος / Από τη Φτώχεια στην Αναγνώριση» [πρώτη έκδοση ιδιωτική, δεύτερη έκδοση Φύκιρης], από το οποίο επιλέγουμε τώρα να σας παρουσιάσουμε τις γνωριμίες του με τον Άγγλο προπονητή Dave Sexton (1930-2012), που το 1974 προπονούσε την Τσέλσι, όπως και με τον Αργεντινό César Luis Menotti, προπονητή της Εθνικής Αργεντινής στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1982, που είχε διεξαχθεί στην Ισπανία.

 

Οι αφηγήσεις διαθέτουν μια λαϊκότητα κι ένα χιούμορ, που αποτέλεσαν βασικά χαρακτηριστικά της περσόνας του Νίκου Αλέφαντου, όλα τα κατοπινά χρόνια (όταν πλέον τον είχε μάθει όλη η Ελλάδα).

 

ΣΤΟ ΥΠΟΓΕΙΟ ΜΕ ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ

(...) Ο κύριος Τάκης ο Ηλιάδης, μεγάλος φίλος μου και κατά κάποιο τρόπο ευεργέτης μου, ήταν εκείνος που με βοήθησε κατ' επανάληψη να κάνω τα σημαντικά μου ταξίδια στο εξωτερικό. Βρέθηκα λοιπόν στο Λονδίνο το '74 και φουλ για να δω πώς δουλεύει ο κ. Σέξτον.

 

Τότε ήταν η πρώτη δύναμη στην Αγγλία αυτός ο τεχνικός. Η ομάδα του, η Τσέλση, είχε σαρώσει στην Ευρώπη, με τελικό κέρδος το Κύπελλο Κυπελλούχων Ευρώπης, κερδίζοντας στον επαναληπτικό του σταδίου Καραϊσκάκη τη Ρεάλ Μαδρίτης, όπως θυμόσαστε. Μεγάλη ομάδα με τον Τσάρλι Κουκ, τον Χάρις και τους άλλους γίγαντες που είχε αναδείξει ο Σέξτον.

 

Στο υπόγειο του Πατέρα μπόρεσα να πάρω αποφάσεις. Και μια απ' αυτές ήταν η εξής: ποτέ πια στο εξωτερικό χωρίς ένα φίλο μαζί μου, για παρέα, για να μοιράζομαι το φόβο και την πείνα.

 

Οι Άγγλοι μπορεί να ήταν ψυχροί απέναντί μου, αλλά η ευγένειά τους έχω να το λέω. Είδα πώς δουλεύει ο Σέξτον. Σκέτη πρωτοπορία. Δυνατός άνθρωπος, μυαλωμένος, όλη η δουλειά γινόταν με την μπάλα. Ο Αλέφαντος θαμπώθηκε. Όσα είδα τα έβαλα μέσα στο μυαλό μου λέγοντας, Νίκο θα σου χρειαστούν.

 

Ωστόσο, ενώ δεν είχα προβλήματα στα γήπεδα, κάτι δεν πήγαινε καλά με την υπόλοιπη παραμονή μου (στην Αγγλία). Λεφτά δεν υπήρχαν για ξενοδοχείο, ούτε μέτριο. Ευτυχώς, είχε φροντίσει ένας γνωστός και με δέχτηκαν στο κτίριο του εφοπλιστή Πατέρα, που ήταν τεράστιο και βρισκόταν σε ένα κάπως μακρινό προάστιο του Λονδίνου.

 

Μόλις τελείωσα λοιπόν τις δουλειές μου, μια και δυο για του Πατέρα να κοιμηθώ. Οι άνθρωποι, εκεί, δεν μου έδωσαν το ροζ δωμάτιο, ούτε τις μεταξωτές μπιτζάμες του κυρίου. Για μένα υπήρχε το υπόγειο του τεράστιου σπιτιού. Και κει τη βρήκα. Ήταν ένα πολύ μεγάλο σκοτεινό υπόγειο, γεμάτο παλιά έπιπλα και σκεύη, κιβώτια, ανταλλακτικά από αυτοκίνητα, τεράστια κασόνια με σαβούρες. Κάπου στην άκρη, στήθηκε ένα μικρό ράντσο και βολεύτηκα.

 

Ο Νίκος Αλέφαντος με τον Ντέιβ Σέξτον.

 

Πάνω από την οποιαδήποτε έλλειψη άνεσης είχα βάλει τη δίψα της μάθησης. Ούτε πείνα με έπιανε, ούτε το διαβολεμένο κρύο σ' αυτό το καταραμένο υπόγειο. Όμως, αυτό που δεν άντεξα ήταν ο φόβος.

  

Ένα βράδυ, που δεν μπορούσα να κοιμηθώ με τίποτα (και ήθελα πολύ να κοιμηθώ και να ονειρευτώ ότι βρισκόμουν στο ξενοδοχείο Ριτζ, όπου δυο κομψοί σερβιτόροι μου σερβίρουν ένα βασιλικό γεύμα), σηκώθηκα και έκοψα μερικές βόλτες στο υπόγειο.

 

Από περιέργεια, αλλά ίσως και μηχανικά, στάθηκα σε μια γωνιά που βρίσκονταν κάτι κιβώτια. Βάζω το χέρι και ανοίγω ένα. Και τι να δω: ήταν γεμάτο κόκαλα. Τρελάθηκα. Όλο μου το κορμί το είχε ζώσει ανατριχίλα. Μη κάνουμε τους πολύ μάγκες γιατί βλάφτει. Με δυο λόγια είχα χεστεί από το φόβο μου.

 

Και πάνω στη θολούρα μου, ανοίγει το πορτάκι στο βάθος του υπογείου. Μπροστά στο άνοιγμα, στεκόταν η υπηρέτρια, κρατώντας ένα μεγάλο φακό. «Πάθατε τίποτα κύριε Νίκο;», μου λέει. Τρελάθηκα από το φόβο μου. «Κάτι κόκαλα βρήκα εδώ», της λέω. «Ναι, το ξέρω», απαντά. «Είναι για να παίζουν τα σκυλιά του κυρίου Πατέρα».

 

Άντε να κοιμηθείς μετά, ή να πιστέψεις τη γριά υπηρέτρια. Που ήταν ίσως η πιο άσχημη γυναίκα που είχα δει στη ζωή μου. Να σκεφτείτε ότι το πρόσωπό της μπροστά στο φακό, μου είχε φέρει πιο δυνατή ανατριχίλα από τα κόκαλα.

 

Η πρώτη μου αυτή περιπέτεια στο Λονδίνο αποτέλεσε το πιο καλό μάθημα για τα μελλοντικά μου σχέδια, όσον αφορά τα ταξίδια. Στο υπόγειο του Πατέρα μπόρεσα να πάρω αποφάσεις. Και μια απ' αυτές ήταν η εξής: ποτέ πια στο εξωτερικό χωρίς ένα φίλο μαζί μου, για παρέα, για να μοιράζομαι το φόβο και την πείνα. Να μοιράζομαι τα ξενύχτια στα κρύα υπόγεια. Να μπορώ να αλλάξω δυο κουβέντες. Και οφείλω να ομολογήσω ότι αργότερα, ο Δημητράκης ο Τζήμας αποτέλεσε έναν ιδανικό σύντροφο, γιατί είχα κοντά μου έναν αγγλομαθή, έναν τύπο χιουμορίστα, και στο φινάλε έναν άνθρωπο συνάδελφο, τεχνικό δηλαδή.

 

Στην Ισπανία με τον Τόρρες, τον Τζήμα και ένα φίλο που μας φιλοξενούσε.

 

ΣΤΗΝ ΑΜΜΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΑΛΙΚΑΝΤΕ

Φανταστείτε έναν τεράστιο κινηματογραφικό φακό σ' ένα υψόμετρο πάνω από μια ατέλειωτη αμμουδιά. Σούρουπο. Ξαφνικά ο χειριστής κάνει όσο ζουμ διαθέτει ο φακός του και πιάνει δύο ανδρικές σιλουέτες δυο βήματα από τη θάλασσα. Τίποτε άλλο γύρω. Οι δυο σκιές, η αμμουδιά, η ατελείωτη θάλασσα και η σιωπή.

 

Οι δυο φιγούρες ανήκουν σε δυο δικούς μου ανθρώπους. Ο ένας είμαι εγώ, ο Αλέφαντος, νηστικός, ψόφιος στην κούραση, αλλά όχι απογοητευμένος. Ο άλλος είναι ο αδερφικός μου φίλος-σύντροφος στις δύσκολες ώρες, ο Νάσος Θεοδωρακόπουλος.

 

Αν βρισκόσαστε εσείς πίσω από το φακό που ζουμάρει, θα βλέπατε καθαρά ότι ετοιμαζόμαστε να κοιμηθούμε πάνω στην άμμο, με δυο κουβερτούλες, από αυτές που έδινε το Σχέδιο Μάρσαλ για την οικονομική ανασυγκρότηση. Θα μου πείτε τι γυρεύαμε στην αμμουδιά και πού πηγαίναμε...

 

Η χρονιά ήταν το 1982. Καλοκαίρι. Είχα αποφασίσει να πάω στην Ισπανία, για το Παγκόσμιο Κύπελλο, πήρα το Νάσο και βρεθήκαμε με στόχο να δούμε όσο το δυνατό περισσότερα.

 

Μπροστά στο φορτσάρισμα ο Αργεντινός με πήρε από το μπράτσο και με έβαλε μέσα στο πούλμαν, γιατί φεύγανε για προπόνηση. Στο αυτοκίνητο έγινα φίλος με τους φρουρούς και από τότε έκανα πολύ άνετα τη δουλειά μου.

 

 

Μια και δυο στο Αλικάντε, γιατί εμένα μ' ενδιέφερε να παρακολουθήσω την προπόνηση του Μενότι, που είχε έρθει με την Εθνική Αργεντινής και σαν κάτοχος του τίτλου. Λεφτά δεν υπήρχαν, αλλά δεν μας ένοιαζε. Δεν κάναμε τουρισμό. Ό,τι βρεθεί και ό,τι σταθεί. Δεν θα πεθάνουμε, σκεφτήκαμε.

 

Πήγαμε λοιπόν στο Αλικάντε, και πλευρίσαμε τους Αργεντινούς. Πού να πλησιάσουμε όμως; Οι αστυνομικοί με τα πιστόλια και τους σκύλους μάς σταμάτησαν και φυσικά μάς έδιωξαν. Τα αστυνομικά μέτρα ήταν πολύ αυστηρά, γιατί φοβόντουσαν τίποτα ιστορίες πολιτικές σε βάρος των Αργεντινών, που είχανε χούντα στην πατρίδα τους.

 

«Αλέφαντε» σκέφτηκα «δεν θα καταφέρεις τίποτα αν δεν πλησιάσεις τον Μενότι στα ίσα. Μισή ντροπή δική σου, μισή δική του». Το πάθος μου δεν περιγράφεται. Παράλληλα η πείνα μού στερούσε τις δυνάμεις. Στο ξενοδοχείο Βίλα Σογιόσα που έμεναν όλοι οι φίλαθλοι της Εθνικής Αργεντινής, υπήρχε και του πουλιού το γάλα. Βλέπαμε με το Νάσο τις πιατέλες με το κρέας και ζηλεύαμε.

 

Κάποια στιγμή ζητήσαμε ένα κομματάκι μπιφτέκι και μας είπανε «νο». Μια κοκακόλα ρε παιδιά να ξεδιψάσουμε, ξαναζητήσαμε, και μας είπαν «νο» και πάλι. Δεν ξαναρίξαμε τα μούτρα μας στα τσογλάνια, αλλά σκέφτηκα από μέσα μου: «Νίκο ασ' τους, θα τους πληρώσει ο Θεός με δικό του νόμισμα». Και όπως όλοι ξέρουμε, μετά από δέκα μέρες, τους πλήρωσε και με το παραπάνω. Οι πρωταθλητές του κόσμου, η Αργεντινή, γελοιοποιήθηκε μέσα στα γήπεδα, και αποκλείστηκε από την ημιτελική φάση. Ώσπου οι φανφαρόνοι οι Αργεντινοί τα μάζεψαν και έφυγαν από την Βαρκελώνη.

 

Αλλά μη ξεφεύγουμε από το θέμα.

 

Στο Αλικάντε είχα πάει για να δω πάση θυσία τη δουλειά του Μενότι. Οι αστυνομικοί δεν άφηναν να πλησιάσουμε. Και κάποιο μεσημέρι στάθηκα τυχερός. Βλέπω το Μενότι να πλησιάζει τη ρεσεψιόν. Χωρίς δισταγμό τον πλησιάζω.

 

«Μίστερ Μενότι, ιν Γκρης, γιου αρ δε φερστ» του λέω. Δηλαδή, «κύριε Μενότι στην Ελλάδα σε θαυμάζουν πάρα πολύ, είσαι ο πρώτος προπονητής». Αυτό το κατάλαβε φαίνεται, γιατί έσκασε ένα χαμόγελο. Με τη βοήθεια του Νάσου με ρώτησε τι γύρευα. Του εξήγησα ότι είχα πάει να δω την προπόνησή του, αλλά οι αστυνομικοί δεν με άφηναν. Τότε μου είπε: εντάξει, να έρθεις. Μα κύριε Μενότι, του λέω, δεν πρέπει να μου δώσετε ένα σημείωμα, κάτι για να με αφήσουν τα σκυλιά;

 

Μπροστά στο φορτσάρισμα ο Αργεντινός με πήρε από το μπράτσο και με έβαλε μέσα στο πούλμαν, γιατί φεύγανε για προπόνηση. Στο αυτοκίνητο έγινα φίλος με τους φρουρούς και από τότε έκανα πολύ άνετα τη δουλειά μου.

 

Δεν θα αναφερθώ σε τεχνικές λεπτομέρειες, γύρω από τη δουλειά του Μενότι. Θα σημειώσω όμως ότι η πείνα –και μένα και του Νάσου του Θεοδωρακόπουλου– συνεχίστηκε μέχρι τον τελικό της Μαδρίτης. Πείνα και των γονέων. Και ύπνος –μετά την αμμουδιά του Αλικάντε– σε ξενοδοχεία της κακιάς ώρας, όπου στη διάρκεια της νύχτας, αν τριγυρνούσαν μέσα στο δωμάτιο μόνο μια ντουζίνα ποντίκια, ένιωθες πολύ ασφαλής και σε μεγάλη μοναξιά...

 

Ελλάδα
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια