Ο Jacopo Zucchi με το «Η Ψυχή συλλαμβάνει εξαπίνης τον Έρωτα» (1589) έδωσε τη δική του εκδοχή σε ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα στην ιστορία της δυτικής ζωγραφικής, τη συνάντηση του έρωτα και της ψυχής
Ιδέες

Ο έρωτας, η ψυχή και η κούραση τού να είσαι ο εαυτός σου

Μέσα από την αποκαλυπτική ερμηνεία ενός ζωγραφικού έργου της εποχής του Μανιερισμού η Ισπανίδα ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια Κάρμεν Γκαγιάνο μιλάει στο LiFO.gr για την επιθυμία, τον «ναρκινισμό» και την κούραση του να είσαι ο εαυτός σου

Το 1589, ο Ιταλός ζωγράφος Jacopo Zucchi ολοκληρώνει τη δική του εκδοχή ενός από τα πιο αγαπημένα θέματα στην ιστορία της δυτικής ζωγραφικής, τη συνάντηση του έρωτα και της ψυχής.

 

Δεν είναι μόνο η πληθώρα των καλλιτεχνών που ανά τους αιώνες καταπιάστηκαν με αυτό το θέμα αλλά και οι αντίστοιχα πολυάριθμες παραλλαγές της προσέγγισής τους, ξεκινώντας από τον φίνο και εκστατικό εναγκαλισμό του Έρωτα και της Ψυχής και φτάνοντας μέχρι τις πιο «σκοτεινές και αμφίβολες» πτυχές της σχέσης τους, σαν εκείνη που απεικόνισε ο Zucchi, ο οποίος έδωσε στο έργο του τον τίτλο «Η Ψυχή συλλαμβάνει εξαπίνης τον Έρωτα».


Ο πίνακας αυτός δεν είναι θεσπέσιος ως σύνθεση αλλά ούτε και τεχνικά. Ωστόσο, περιβάλλεται από αίγλη, χάρη στον «μύθο» που δημιούργησε γι' αυτόν ο Γάλλος ψυχίατρος και ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν (1901-1981), ο οποίος, μεταξύ των μετα-Φρόιντ θεωρητικών, παραμένει πάντα τόσο αμφιλεγόμενος όσο και ο Φρόιντ ο ίδιος.


Όμως, ακόμα και στη σκληρότατη εποχή μας, κανείς δεν μπορεί να προσπεράσει στα γρήγορα τον Λακάν, γιατί υπήρξε ο σημαντικότερος θεμελιωτής του συσχετισμού της θεωρίας της ψυχανάλυσης με την επιστήμη της Γλωσσολογίας αλλά και επειδή η σκέψη του επηρέασε και επηρεάζει τη θεωρία της κριτικής της τέχνης, της λογοτεχνίας και του σινεμά, όπως επίσης και τη φιλοσοφική σκέψη, το νεότευκτο πεδίο μελέτης της διαφοράς των φύλων, του φεμινισμού και γενικότερα της Κοινωνιολογίας και της Ανθρωπολογίας.

 

Σήμερα οι άνθρωποι, ως αντικείμενα της επιθυμίας άλλων ανθρώπων, συχνά γίνονται απλώς «άψυχα» αντικείμενα της απόλαυσης – σαν εμπορεύματα κυρίως. Ή παραμένουν μεν έμψυχα αντικείμενα, αλλά «διακινούνται» σαν να ήταν εμπορεύματα. 


Ο Λακάν είδε για πρώτη φορά εκ του φυσικού το έργο του Jacopo Zucchi στη Ρώμη, επισκεπτόμενος τη Βίλα Μποργκέζε. Ο ενθουσιασμός του υπήρξε τεράστιος και τον ώθησε σε μια εκτενή αναφορά του σε αυτό, η οποία περιλήφθηκε στον 8ο τόμο των περίφημων Σεμιναρίων του. Πίστευε πάντα ότι ο καλλιτέχνης προηγείται του ψυχαναλυτή σε ό,τι αφορά την καταγραφή της λειτουργίας του οργάνου της ψυχής.

 

Αυτή η θέση του βρίσκεται στον αντίποδα της «εφαρμοσμένης ψυχανάλυσης» του Φρόιντ, όπου εκείνος, ξεκινώντας από ένα έργο, κατέληγε σε κάποιο συμπέρασμα για τον καλλιτέχνη που το δημιούργησε. Σύμφωνα με τον Λακάν, η πραγματικά αποκαλυπτική πορεία είναι η αντίστροφη: ο δημιουργός, έχοντας κατακτήσει από μόνος του –χάρη στην καλλιτεχνική μετουσίωση‒ μια αλήθεια για την ανθρώπινη ψυχή, την παραδίδει μέσω του έργου του στον θεατή, ο οποίος, προσλαμβάνοντάς την, κατανοεί κάτι παραπάνω και κατά το δοκούν για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό σημαίνει ότι ο καλλιτέχνης βρίσκεται στη θέση του ψυχαναλυτή.


Με αφορμή, λοιπόν, την επίσκεψη στην Αθήνα, για δύο διαλέξεις στα τέλη Ιουνίου, της Ισπανίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Carmen Gallano (Κάρμεν Γκαγιάνο), της ζητήσαμε να μας μιλήσει για το έργο του Jacopo Zucchi που τόσο πολύ ενέπνευσε τον Λακάν.


«Ο κόσμος πιστεύει ότι ο Λακάν ανακάλυψε τον πίνακα του Zucchi στη Ρώμη, όμως υπάρχει και άλλη εκδοχή της ιστορίας που λέει ότι ο πρώτος που ανακάλυψε το έργο ήταν ο Ζορζ Μπατάιγ, ο οποίος αναφέρθηκε σε αυτό στο βιβλίο του "Τα δάκρυα του έρωτα".

 

Δεν έχει όμως σημασία αν ο Λακάν τον ανακάλυψε μόνος του ή μέσω του Μπατάιγ. Το ουσιώδες είναι πως στάθηκε στο ότι ο Zucchi έχει τοποθετήσει στη σύνθεσή του ένα βάζο με λουλούδια σε τέτοιο σημείο ώστε να κρύβει από τον θεατή τον φαλλό του Έρωτα και ταυτόχρονα έχει αποδώσει έτσι το βάζο ώστε να αφήνει να φανεί ότι πίσω του δεν υπάρχει τίποτα» λέει η κ. Γκαγιάνο και συνεχίζει με αναδρομή στην πηγή έμπνευσης του Zucchi αλλά και των περισσότερων ζωγράφων της Αναγέννησης, που ήταν ο μύθος της συνάντησης του Έρωτα και της Ψυχής, όπως τον καταγράφει στο αφήγημά του με τίτλο «Ο χρυσός γάιδαρος ή οι μεταμορφώσεις» ο Λούκιος Απουλήιος (123-170 μ.Χ.).


«Ο μύθος λέει ότι η Ψυχή ήταν τόσο όμορφη που η Αφροδίτη τη ζήλευε και ήθελε να την ταπεινώνει. Της επέβαλε, λοιπόν, διάφορες δοκιμασίες, μία εκ των οποίων ήταν να καταληφθεί από τερατώδη δαίμονα, ενώ θα βρισκόταν μόνη πάνω σε βράχο. Και πράγματι, της έστειλε έναν όχι και τόσο τυχαίο δαίμονα, τον ίδιο τον γιο της, τον Έρωτα, με την εντολή να της προκαλέσει πόνο. Ο Έρως θα ήταν για κείνην η ενσάρκωση της επιθυμίας κι έτσι, μέσω της επιθυμίας, η Ψυχή θα έπρεπε να υποφέρει.


Αντικρίζοντας όμως την Ψυχή, ο Έρωτας καταγοητεύτηκε από το "άγαλμά" της ‒ μια λέξη ελληνική που χρησιμοποίησε ο Λακάν και σημαίνει την ικανότητα που διαθέτει κάποιος ή κάτι να προκαλεί ευχαρίστηση. Ως εκ τούτου, ο Έρως έχασε κάθε ενδιαφέρον να προκαλέσει πόνο στην Ψυχή. Κι ο πόνος αυτός, με φροϊδικούς ψυχαναλυτικούς όρους, θα προερχόταν από μια μόλυνση της επιθυμίας της από την ενόρμηση του θανάτου. Αντίθετα, ο Έρως επιδίωξε να σώσει την Ψυχή με μέσο την επιθυμία.


Κι έτσι τη φυγαδεύει στο δικό του παλάτι, όπου πέρασαν μια ανέφελη περίοδο φιληδονίας και ηδυπάθειας. Ο μόνος περιοριστικός όρος που εκείνος της είχε θέσει ήταν ο ίδιος να παραμένει στο σκοτάδι. Αν εκείνη προσπαθούσε ποτέ να ρίξει φως επάνω του για να τον δει και να ξέρει πώς είναι, τότε θα τον έχανε.

 

Ο Λακάν έλεγε για τον πίνακα του Zucchi ότι δεν έχουν τόση σημασία τα προφανή και τετριμμένα που μας αποκαλύπτει για τη σχέση άνδρα-γυναίκας αλλά όσα μας δείχνει, με τόσο ξεχωριστό τρόπο, για τη σχέση της ανθρώπινης ψυχής με την επιθυμία της.


Ο Λακάν έλεγε για τον πίνακα του Zucchi ότι δεν έχουν τόση σημασία τα προφανή και τετριμμένα που μας αποκαλύπτει για τη σχέση άνδρα-γυναίκας αλλά όσα μας δείχνει, με τόσο ξεχωριστό τρόπο, για τη σχέση της ανθρώπινης ψυχής με την επιθυμία της. Και κυρίως, τον διχασμό της ψυχής μπροστά στην επιθυμία, ακριβώς επειδή η ψυχή είναι ανθρώπινη και όχι θεϊκή ώστε να αντέξει το θείο και αμόλυντο δώρο της ηδονής.


Ο μύθος συνεχίζει με τις αδελφές της Ψυχής που τη ζηλεύουν κι αυτές παράφορα, οπότε, μαθαίνοντας ότι είναι ευτυχισμένη με τον Έρωτα αλλά και τον όρο που εκείνος της είχε θέσει, την προτρέπουν να τον παραβεί, επιμένοντας στο ότι η πιθανότερη εξήγηση είναι ότι εκείνος τον έθεσε επειδή το δίχως άλλο θα είναι άσχημος ‒ ένα τέρας, ένα χυδαίος όφις.


Η Ψυχή πείθεται με το επιχείρημα και αποφασίζει να φωτίσει τον Έρωτα με ένα λυχνάρι, για να δει τον πρόσωπο του, ενόσω εκείνος θα κοιμάται. Με ψυχαναλυτικούς όρους, η Ψυχή καταλαμβάνεται από την ιδέα, τη φαντασίωση, να διεισδύσει στο αόρατο της επιθυμίας. Φαντασιώνεται, λοιπόν, τον φαλλό του Έρωτα ως έναν όφι ή κάτι άλλο που μπορεί να κοπεί. Κι έτσι αυτή, που, παρά την κατάρα της ίδιας της Αφροδίτης, έχει συναντήσει τον ήρωά της και ιδανικό εραστή, χάρη στον οποίο βρήκε την επιθυμία της, την ηδονή και τη χαρά, θέλοντας να καταστήσει ορατό το σύμβολο της επιθυμίας της, καταλήγει να το χάσει.


Αυτό που τονίζει ο Λακάν είναι ότι στον πίνακα του Zucchi δεν υπάρχει κάτι (πίσω από το βάζο, στη θέση του φαλλού) που εκείνη να μπορεί να το κόψει. Απλώς γεννιέται μέσα από αυτόν τον πίνακα η ιδέα της διχασμένης ψυχής, επειδή πραγματικά χωρίζεται στα δύο, εξαιτίας της ανάγκης της να ικανοποιήσει την περιέργειά της, αποκρυπτογραφώντας αυτό που της προσφέρει ηδονή, αλλά και της ανάγκης της να μείνει στο φάσμα του έρωτα με τους όρους που εκείνος της επιβάλλει.


Για να κατανοήσουμε ευκολότερα το πρόβλημα θα μπορούσαμε να ανατρέξουμε στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, όπου εκείνος παρακούει την εντολή και, γυρνώντας να κοιτάξει την Ευρυδίκη, αντικρίζει καθαρά την επιθυμία του και τότε εκείνη εξαφανίζεται.

 

 

Στη δυτική θρησκευτική εικονογραφία επανεμφανίζεται συχνά το κλισέ της Παρθένου Μαρίας η οποία θριαμβεύει πατώντας με το πόδι της τον όφι, ο οποίος είναι το κατεξοχήν σύμβολο της απόλαυσης, της ηδονής, του φαλλού...Έργο: Immaculate Conception, Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς, Museo del Prado, Μαδρίτη.


Στον πίνακα του Zucchi το σώμα του Έρωτα δεν είναι τόσο όμορφο επειδή δεν μετράει η όψη του που είναι ορατή αλλά αυτό που δεν μπορεί να ιδωθεί. Αυτό που από τη μία υποδεικνύεται και ταυτόχρονα κρύβεται από το βάζο με τα λουλούδια. Ο Ζούκι μας μαθαίνει ότι αυτό που μετρά είναι το παιχνίδι παρουσίας και απουσίας του φαλλού, ο οποίος στον πίνακα είναι αόρατος.


Στη συνέχεια του μύθου, όπως μας τον μεταφέρει ο Απουλήιος, μία σταγόνα λάδι από το λυχνάρι της Ψυχής πέφτει κατά λάθος στον ώμο του Έρωτα και τον καίει, οπότε εκείνος ξυπνάει. Ως προς αυτό, ο Λακάν σημειώνει ότι στον πίνακα του Zucchi βλέπουμε να ξεκινά από το λυχνάρι της Ψυχής μια αχτίδα φωτός, η οποία καταλήγει στον ώμο του Έρωτα. Όμως μια σταγόνα λαδιού πέφτει στο πόδι της Ψυχής για να δηλώσει ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πληγώνεται η ψυχή και όχι ο έρωτας.


Στο σημείο αυτό θα ήθελα να παραθέσω και μία δική μου σκέψη, πέρα από όσα έχει αναφέρει ο Λακάν για το έργο του Zucchi» λέει η κ. Γκαγιάνο και διευκρινίζει: «Στη δυτική θρησκευτική εικονογραφία επανεμφανίζεται συχνά το κλισέ της Παρθένου Μαρίας η οποία θριαμβεύει πατώντας με το πόδι της τον όφι, ο οποίος είναι το κατεξοχήν σύμβολο της απόλαυσης, της ηδονής, του φαλλού, αλλά και οτιδήποτε άλλο μια Παρθένος Μαρία αντάξια αυτού του ρόλου της θα φρόντιζε να πατάξει, να ισοπεδώσει, να απαλείψει, να ξεριζώσει, να λιώσει ή να κόψει.

 

Ο άνθρωπος σήμερα είναι καταδικασμένος στον «ναρκινισμό», το αδυσώπητο κράμα ναρκισσισμού και κυνισμού, που τρέφεται καλύτερα από τη μοναξιά. Ο όρος, που τον οφείλουμε στην ψυχαναλύτρια Κολέτ Σολέρ, βασίζεται στην αρχική παραδοχή ότι «ασχολούμαι μόνο με ό,τι με αφορά και για τα υπόλοιπα δεν δίνω δεκάρα». Κατά συνέπεια, ούτε καν κοιτάζεις τους γύρω σου. Όταν όμως δεν κοιτάζεις, δεν επιθυμείς ποτέ.

 

Εν πάση περιπτώσει, το ζητούμενο από αυτόν το συμβολισμό είναι η εξάλειψη του δαιμονικού και απειλητικού μέχρι τον τελικό θρίαμβο επί όλων των πιθανών ηδονών. Στον πίνακα του Zucchi παρακολουθούμε την επιθυμία της Ψυχής να επιβεβαιώσει την παρουσία του φαλλού του Έρωτα, τον οποίο θεωρεί κάτι το θαυμάσιο και το επιθυμητό.

 

Βρίσκεται δηλαδή στον αντίθετο πόλο του φαντασιακού και των απεικονίσεων που προάγει η θρησκεία, η οποία καταδικάζει τη σεξουαλική απόλαυση. Στη συγκεκριμένη σύνθεση θριαμβεύει η παρουσία-απουσία του φαλλού του έρωτα, αυτό το οποίο, ενώ δεν φαίνεται, θεωρείται παρόν. Ως εκ τούτου, αναδεικνύεται η γενικότερη λειτουργία του συμβολικού πεδίου, χάρη στο οποίο μια συμβολική παρουσία εκλαμβάνεται ως πραγματική παρουσία, παρά το ότι είναι απόν το ίδιο το αντικείμενο, χάρη στο οποίο θα επαληθευόταν μια πραγματική παρουσία.

 

Ο Λακάν στάθηκε στο ότι ο Zucchi ξεφεύγει από τον αρχαίο μύθο και μας αφήνει να φανταστούμε ότι ο Έρωτας θα ξυπνήσει τελικά, αλλά όχι από μια σταγόνα λαδιού που θα τον κάψει παρά από τον ήχο του βέλους του που θα σπάσει επειδή κατά λάθος το πατά η Ψυχή. Το λάδι θα πέσει στο πόδι της Ψυχής και θα την κάψει, προκαλώντας της πόνο, επειδή ακριβώς εκείνη πάτησε και κατέστρεψε το βέλος που είναι το σύμβολο του έρωτα.

 


Η ψυχή, λοιπόν, πονά όταν καταστρέφει την επιθυμία της. Ποτέ αυτή η καταστροφή δεν μπορεί να λογίζεται ως θρίαμβος. Και γι' αυτό, το ότι η Ψυχή πατά το βέλος του Έρωτα στον πίνακα του Zucchi με ώθησε στον συσχετισμό του με την απεικόνιση στη δυτική θρησκευτική εικονογραφία της Παρθένου Μαρίας που με τον ίδιο τρόπο εξολοθρεύει τον όφι».

 

Στον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, ο Ορφέας παρακούει την εντολή και, γυρνώντας να κοιτάξει την Ευρυδίκη, αντικρίζει καθαρά την επιθυμία του και τότε εκείνη εξαφανίζεται. Orpheus And Eurydice, Giovanni Antonio Burrini.

 
— Σήμερα τι συμβαίνει; Οι «Ψυχές» της εποχής μας εξακολουθούν να είναι ανθρώπινες ή έχουν περάσει πλέον στο φάσμα του θεϊκού, όπως φαίνεται στις διαφημίσεις, στο σινεμά και όπου αλλού αποδίδουν στην Ψυχή υπεράνθρωπες δυνάμεις;

Σήμερα οι άνθρωποι, ως αντικείμενα της επιθυμίας άλλων ανθρώπων, συχνά γίνονται απλώς «άψυχα» αντικείμενα της απόλαυσης – σαν εμπορεύματα κυρίως. Ή παραμένουν μεν έμψυχα αντικείμενα, αλλά «διακινούνται» σαν να ήταν εμπορεύματα.


Στο φάσμα του «καπιταλισμού των απολαύσεων» στο οποίο ζούμε, οι άνθρωποι-εμπορεύματα και τα κοινά εμπορεύματα εξισώνονται ως αντικείμενα της επιθυμίας και παρά το ότι όλα, άνθρωποι και εμπορεύματα, χωρίς μεταξύ τους διάκριση, παραμένουν σε αυτήν την υποδεέστερη κατάσταση, αποκτούν μια σπουδαιότητα που κάποτε αποδιδόταν αποκλειστικά και μόνο στην ανθρώπινη αξία.


Όταν συναινούμε στην εξίσωση του ανθρώπινου σώματος με τα εμπορεύματα, κάτι που συνήθως συμβαίνει σε καθημερινή βάση και χωρίς απαραίτητα να το καταγράφουμε, ενόσω χρησιμοποιούμε π.χ. εφαρμογές στο κινητό μας για την ανεύρεση ερωτικών συντρόφων, φτάνει κάποια στιγμή που το αδιέξοδο στο οποίο οδηγούμαστε φανερώνεται καθαρά μπροστά μας και δεν υπάρχει πλέον τρόπος να αντιμετωπιστεί.


Ο χρήστης γίνεται δυστυχής επειδή αναγνωρίζει ότι είναι κάτι κατώτερο από αντικείμενο της επιθυμίας του άλλου. Είναι πια μόνο αντικείμενο της απόλαυσής του. Η ανθρώπινη ψυχή δεν μπορεί να κινητοποιηθεί από το μυστήριο του αοράτου όπως συνέβη στη μυθολογική Ψυχή όταν πρωτοσυνάντησε τον Έρωτα. Γιατί οι άνθρωποι είναι νέτοι, μετρημένοι, οριοθετημένοι και κυρίως οικονομημένοι, χωρίς να μένει περιθώριο για κάποια περαιτέρω προσδοκία από αυτούς.

 

Χαρακτικό από την ιστορία της Ψυχής και του Έρωτα του Λούκιου Απουλήιου. Μέσα 16ου αιώνα, Master of the Die. Credit: The Elisha Whittelsey Collection, The Elisha Whittelsey Fund, 1949, Μητροπολιτικό Μουσείο Νέας Υόρκης.


— Τι θα απογίνουμε λοιπόν;
Δεν ξέρω τι να απαντήσω. Ίσως απομείνουμε έτσι, σε μια διαρκή κατάσταση αναζήτησης, να επιθυμούμε το ανθρώπινο στοιχείο και το αόρατο μυστήριο του που δεν θα διατίθεται. Γιατί υπάρχει κι άλλο ερωτηματικό στο μυστήριο του έρωτα: γιατί ερωτευόμαστε τον τάδε και όχι τον δείνα;


Η κοσμετολογία, η μόδα και όλες οι σχετικές και ενισχυμένες «τεχνικές προώθησης» της εικόνας του ατόμου, είτε πρόκειται για γυναίκα είτε πρόκειται για άνδρα, δεν μας παραδίδουν το μυστικό τού γιατί προτιμάμε αυτόν ή αυτήν και όχι τον άλλο ή την άλλη. Υπάρχει κάθε φορά κάτι που συμβαίνει κατά τη συνάντηση.


Αυτό το κάτι μας το περιγράφει το έργο του Zucchi, δείχνοντάς μας το βλέμμα της Ψυχής και το βλέμμα του Έρωτα (αν τα μάτια του ήταν ανοιχτά για να κοιτάξει) που δεν θα συναντιόντουσαν το ένα μέσα στο άλλο, παρά σε ένα σημείο από το οποίο δεν θα μπορούσε ο ένας να αντιληφθεί την εικόνα του άλλου. Το σημείο αυτό είναι αόρατο σε μας, αλλά από αυτό εκπορεύεται το λαμπερό φως του πίνακα.


Το ερώτημα λοιπόν αναδιατυπώνεται: ποιο είναι αυτό το σημείο της επιθυμίας που επιτρέπει τη συνάντηση; Ο Λακάν είχε πει ότι σχετίζεται με μια πραγματική παρουσία αλλά και με μια απουσία που είναι παρούσα, καθώς και με μια παρουσία που απουσιάζει. Όποτε επιχειρούμε να το αγγίξουμε δεν τα καταφέρνουμε. Αυτό το άπιαστο της επιθυμίας είναι που χαρίζει τη μεγάλη εκείνη χαρά της συνάντησης.


Σήμερα, υπάρχει κόσμος που τα αψηφά ή τα υποτιμά όλα αυτά. Αρκούνται στο να θεωρούν τους άλλους μόνο αντικείμενα απόλαυσης. Κάποια στιγμή όμως αυτή η τακτική φέρνει την κόπωση.

 

— Τι είναι η ψυχική κόπωση στην οποία αναφέρεστε; Ποια είναι τα συμπτώματά της;

Είναι η κούραση του να είσαι ο εαυτός σου. Το πιο συχνό είναι να το περιγράφουμε ως κατάθλιψη, αλλά προκειμένου τα πράγματα να γίνονται πιο συγκεκριμένα έχει εισαχθεί ο όρος της ψυχικής κόπωσης που προκαλείται με το να είσαι απλώς ο εαυτός σου. Συνδέεται με την αδράνεια στην οποία μας ωθεί η αναζήτηση ενός μόνιμου και σταθερού τύπου ευχαρίστησης. Είναι πραγματικά κουραστικό γιατί είναι ένα πλάνο ζωής από το οποίο έχει αφαιρεθεί η ορμή που γεννά η επιθυμία. Είναι το ίδιο με το παιδί που δεν του λείπει τίποτα. Μοιάζει σαν να είναι διαρκώς σε μια κατάσταση ύπνωσης, επειδή δεν νιώθει να του λείπει κάτι. Επειδή απουσιάζει το αίσθημα της έλλειψης δεν ενεργοποιείται η επιθυμία του.


— Και ποιο θα ήταν το επιχείρημα προς κάποιον που τα έχει όλα και τα υπερασπίζεται ώστε να πειστεί να προτιμήσει να του λείπει κάτι και να βρεθεί έτσι στη θέση της έλλειψης;

Η αίσθηση ψυχικής πληρότητας γύρω μας είναι ένας αντικατοπτρισμός. Το συναίσθημα ότι είναι όλα δικά μας επειδή τα έχουμε όλα –επειδή πηγαίνουμε διακοπές π.χ. στην Καραϊβική ή επειδή είναι στο χέρι μας το ένα ή το άλλο ποθητό σύμβολο επιτυχίας, η επαγγελματική επιτυχία, η ανταπόκριση στην ομορφιά μας‒, όλα αυτά είναι αντικατοπτρισμοί, απατηλές υποσχέσεις πληρότητας και ευτυχίας.


Πίσω τους κρύβεται ο πόνος της ψυχής. Αυτό δεν χρειάζεται να το πει ένας ψυχαναλυτής για να αποκτήσει βαρύτητα. Από τα βιώματά τους και μόνο, όλοι κάποια στιγμή το αναγνωρίζουν. Όπως αναγνωρίζουν επίσης βιωματικά ότι κάθε φορά που τυχαίνει ξαφνικά να τους λείψει κάτι, νιώθουν εξαιτίας του πιο ευτυχείς, επειδή το επιθυμούν κι αυτό τους επιβεβαιώνει ότι είναι ζωντανοί.


Οι άνθρωποι πιστεύουν ότι το να τους λείπουν τα αγαθά είναι μια καταστροφή, ενώ στην πραγματικότητα συμβαίνει το αντίστροφο. Όποτε κάτι μας λείπει, είναι παρόν μέσα μας ακριβώς χάρη στην απουσία του και τότε νιώθουμε να το αγαπάμε και να το επιθυμούμε. Αυτή είναι η σπουδαία δύναμη της παρουσίας που γεννιέται από την απουσία.


Αν όμως οι άνθρωποι συμβιβάζονταν με την έλλειψη των αγαθών, τότε αυτό δεν θα βόλευε καθόλου την οικονομία, η οποία στηρίζει την ιδέα ότι δεν θα έπρεπε να σου λείπει τίποτα, όπως επίσης στηρίζει και την ψευδή ιδέα ότι όσο πιο πολύ καταναλώνεις τόσο θα γεμίζεις το υπαρξιακό κενό σου και θα ζεις ατάραχος.

 

Το γλυπτό "Έρως και Ψυχή" του A. Canova


— Μήπως τον 19ο αιώνα ή και παλιότερα οι άνθρωποι ήταν πιο ευτυχισμένοι ακριβώς επειδή δεν αποκτούσαν αμέσως ό,τι επιθυμούσαν;

Σίγουρα τότε το φαντασιακό ήταν πολύ ανεπτυγμένο, ακριβώς επειδή τους έλειπαν τα περισσότερα απ' όσα ορέγονταν. Συγχρόνως όμως, εκείνες τις εποχές υπήρχαν και ανυπέρβλητες απαγορεύσεις που ήθελαν να περιορίσουν και να καταδυναστεύσουν την επιθυμία. Αυτό γεννούσε τη «διπλή ηθική», για να το θέσουμε κομψά – ένα κέλυφος περιορισμών της επιθυμίας που συνιστούσε το επίσημο κοινωνικό προσωπείο του ατόμου και ένα πνεύμα ελευθεριότητας που βρισκόταν παγιδευμένο μέσα σε αυτό. Η αρετή ήταν ένα επιφανειακό γνώρισμα κάτω από το οποίο υπεραναπτύσσονταν όλων των ειδών τα βίτσια. Υπήρχε δηλαδή το πρόβλημα των δύο φάσεων, με τις οποίες όφειλε να τα βγάλει πέρα η ψυχή.


Κι έτσι διχασμένη καθώς ήταν μεταξύ του επιθυμητού και του απαγορευμένου κατέληγε στη μελαγχολία. Το spleen, για παράδειγμα, του Μποντλέρ ήταν αυτή η θέση μελαγχολίας στην οποία φέρνει την ανθρώπινη ψυχή η επιθυμία που δεν εκφράζεται και ως εκ τούτου δεν ικανοποιείται ποτέ. Παρά το ότι η θέση αυτή δεν είναι μια αμιγής θέση πάσχοντος, γιατί περιέχει και μια αδιαμφισβήτητη γερή δόση ναρκισσιστικής απόλαυσης.


— Τι θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να είναι λιγότερο νάρκισσοι σήμερα; Διατίθεται, άραγε, κάποιος πρακτικός οδηγός για να γίνεις λιγότερο νάρκισσος απ' όσο ήδη είσαι;

Είναι γεγονός ότι σήμερα, περισσότερο ίσως από άλλες εποχές, όποιος κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη ανακαλύπτει το υπέροχο ναρκισσιστικό του είδωλο. Είναι ενδεδυμένος με μια εικόνα του εαυτού του, τη φορά διαρκώς. Είναι όμως ευτυχισμένος ζώντας με μόνη συντροφιά αυτή την εικόνα του εαυτού του; Έχει σχέση η μοναξιά με τη χαρά; Εγώ νομίζω πως όχι.


Ακόμα χειρότερα, ο άνθρωπος σήμερα είναι καταδικασμένος στον «ναρκινισμό», το αδυσώπητο κράμα ναρκισσισμού και κυνισμού, που τρέφεται καλύτερα από τη μοναξιά. Ο όρος, που τον οφείλουμε στην ψυχαναλύτρια Κολέτ Σολέρ, βασίζεται στην αρχική παραδοχή ότι «ασχολούμαι μόνο με ό,τι με αφορά και για τα υπόλοιπα δεν δίνω δεκάρα». Κατά συνέπεια, ούτε καν κοιτάζεις τους γύρω σου. Όταν όμως δεν κοιτάζεις, δεν επιθυμείς ποτέ.

 

— Ποιο θα είναι το αντικείμενο των διαλέξεών σας στην Αθήνα;

Στην Αθήνα θα μιλήσω για τα σύγχρονα συμπτώματα ψυχικής δυσφορίας, όπως μας τα αποκαλύπτουν οι κλινικές μελέτες. Έχω δώσει τον τίτλο «Σύγχρονοι Όλεθροι» σε αυτήν τη διάλεξη με την πρόθεση με τον όρο «όλεθρος» να αναφερθώ στη δυσφορία και στον ψυχικό πόνο που νιώθει κάποιος είτε χωρίς να το συνειδητοποιεί είτε χωρίς να το παραδέχεται. Θα έλεγε κάποιος ότι πρόκειται για δυσφορία και πόνο που δεν εμπιστευόμαστε. Εξαιτίας της έλλειψης εμπιστοσύνης προκύπτει και η ελλειμματική συνείδησή του.

 

Κανονικά, ένα ψυχικό σύμπτωμα υποκειμενικοποιείται, δηλαδή το υποκείμενο μπορεί να μιλήσει γι' αυτό, να το περιγράψει και προοδευτικά να πλησιάσει βαθύτερα επίπεδά του και έτσι να καταφέρει κάποια στιγμή να μετριάσει, ει δυνατόν, τον πόνο. Στον όλεθρο το σύμπτωμα παραμένει «ανυποκειμενικοποίητο» ‒ πρακτικά σημαίνει ότι δεν μπορεί να κυκλωθεί από τον λόγο του υποκειμένου. Παραμένει απροσπέλαστο απ' αυτόν και συχνά καταλήγει να εκδηλώνεται στο σώμα, προκαλώντας τα λεγόμενα ψυχοσωματικά, που άλλοτε δεν έχουν νοσολογικό υπόβαθρο, άλλοτε είναι πράγματι ασθένειες και άλλοτε μια διαρκής και χρόνια κόπωση.

 


Η δεύτερη διάλεξή μου στην Αθήνα θα έχει ως θέμα τη διαφορά της ψυχαναλυτικής έννοιας «υπερεγώ» μεταξύ της εποχής του Φρόιντ και της δικής μας. Ουσιαστικά, θα εστιάζει στις θλιβερές επιρροές της εποχής μας στον όρο αυτό. Αν έπρεπε να το θέσουμε πολύ σχηματικά, στην εποχή του Φρόιντ το υπερεγώ του κάθε ατόμου τού περιόριζε ή του απαγόρευε εντελώς την ηδονή, ενώ στην εποχή μας το προστάζει να απολαμβάνει ασταμάτητα και ως εκ τούτου να μην επιθυμεί ποτέ, επειδή δεν θα περιέρχεται ποτέ σε θέση έλλειψης.


Info:

Η ψυχίατρος και ψυχαναλύτρια Κάρμεν Γκαγιάνο είναι μέλος της Σχολής των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου και διδάσκει στο Κολέγιο Ψυχανάλυσης στη Μαδρίτη. 

 

Ιδέες