Ευγένιος Αρανίτσης: Μην αγγίζετε!

Ένα νέο κείμενο του Έλληνα συγγραφέα για τη LIFO



Δώσε στον άνθρωπο μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια.

Όσκαρ Ουάιλντ

 

Αποσυνδεδεμένη απ’ το βιβλικό της περιεχόμενο η έκφραση μη μου άπτου αναφερόταν στην καλλιέργεια μιας απόστασης που ευνοούσε όλους εκείνους τους μικρούς θριάμβους της λεπτότητας των σαλονιών, των οποίων η άνθιση έμοιαζε τόσο χαριτωμένη ειδικά ώστε να κρύβει ότι το μυστικό της διακύβευμα ήταν οι συμβολισμοί του θανάτου. Η έκφραση υπενθύμιζε σα να λέμε ότι το σώμα κυκλοφορούσε, κατ’ εξαίρεσιν, δίχως άδεια και δίπλωμα, και ότι το να το προσεταιριστείς δεν διέφερε απ’ το να συμμαχήσεις με την κρυφή πνευματική διάσταση που του επέτρεπε να είναι διαπερατό και ευάλωττο. Τώρα το σώμα δεν είναι απλώς ευάλωτο, είναι επίσης αναλώσιμο και εντέλει απόν, η δε εντολή να αποφεύγεις να αγγίξεις και να αγγιχτείς σηματοδοτεί το μέτρο της καχυποψίας απέναντι σε μια κυριολεκτικά ναρκοθετημένη κοινωνική πραγματικότητα, απλησίαστη επί ποινή θανάτου. Ο φτηνιάρης εκείνος που τρύπωνε στα λεωφορεία σε ώρα αιχμής για να χαϊδέψει το κωλαράκι κάποιας φοιτήτριας είναι ένας συνταξιοδοτημένος κωμικός που έρχεται απ’ την ασπρόμαυρη αρχαιότητα μαζί με τον Βέγγο. 

Χρειάστηκαν 30 χρόνια ώστε να γίνει φανερό ότι το σώμα είχε πάψει να αποτελεί αυτό που συνιστά την ανθρώπινη φυσική παρουσία για να μετατραπεί σε κάτι αλλότριο, σ’ έναν μηχανισμό που απαιτούσε χειρισμούς και συντήρηση· και χρειάζονται μόνον 30 δευτερόλεπτα για να παραβλέψεις ότι, εξαιτίας αυτής της υποβάθμισης, οι χαρούμενες ελευθερίες της κίνησής του έχουν ανασταλεί. Πιο παλιά, ιδιαίτερα στις μεσογειακές χώρες, συνηθίζαμε να σκουντουφλάμε λιγάκι, όπως οι τυφλοί, επειδή το σώμα παραχωρούσε στη συνείδηση το πλεονέκτημα της πλοήγησης διά γυμνού οφθαλμού, που θα πει ότι το ίδιο βάδιζε με τις ευλογίες μιας  ακατέργασης και κάπως σπασμωδικής φιλαλήθειας, πάντως χωρίς ίχνος διπλωματίας ή ψυχρής επιφύλαξης ― μια τρελούτσικη μαριονέτα στα χέρια των θεών που προστάτευαν την αφέλεια, τη συστολή και τις κυκλοθυμικές μεταμορφώσεις της διάθεσης για περίπατο. Λίγο αργότερα, η ρυθμισμένη κινησιολογία που αναγγέλθηκε στις αμερικάνικες τηλεοπτικές παραγωγές, συγκρότησε τη γεωμετρία ενός χώρου όπου το σώμα εκμεταλλευόταν τις δυνατότητές του μόνον εντός των παραμέτρων που είχαν προεγκριθεί· η κανονιστική ανελαστικότητα αυτής της καινούργιας μηχανικής των κινήσεων αντανακλούσε την παραδοχή ότι το βάρος της ψυχής είχε μειωθεί στα 21 gr. Τα ρομπότ και οι κουρδιστές γραμματείς που μιλούσαν σαν αυτόματοι τηλεφωνητές αναγνωρίστηκαν, με συνοπτικές διαδικασίες, ως η νέα ανθρωπολογική βαθμίδα. Μοιραία, το αβαθές που χαρακτήριζε το επίπεδο του ορατού σ’ έναν κόσμο πλήρους τηλεματικής αλλοτρίωσης εμπόδιζε την ψυχή να φωτίζει το οτιδήποτε· αυτή απλώς σημάδευε το αντικείμενο με τον τρόπο εκείνο της διαπιστωτικής ψαύσης που υπονοείται στην έκφραση «οπτική επαφή» και που δηλώνει ακριβώς ότι η όραση πλέον είναι, από συναισθηματική σκοπιά, όλο και πιο αναξιόπιστη. Αντί για την ψυχοσωματική ενότητα, ήταν τώρα μόνον το σώμα που συνδιαλεγόταν με το ορατό, ο δε ψυχισμός αντίστοιχα κοίταζε, δίχως να πλησιάζει, την απουσία εκείνου που πρωτίστως θα έπρεπε να αγγίζει, δηλαδή ΕΣΕΝΑ ΚΙ ΕΜΕΝΑ. The body has been reloaded και ο Καρτέσιος είχε δικαιωθεί.

 

 

 

ΜΙΑ ΤΕΤΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑ παρέμενε αποκλειστικά τεχνικής φύσεως και θα μπορούσαμε να τη συγκρίνουμε με το scanning, την καθαρά τεκμηριωτική σάρωση αυτού που υποπίπτει στην τυχαία περιστροφή της αντίληψης ― αντλεί κανείς αποκαρδιωτικά παραδείγματα απ’ την άνεση όλου εκείνου του μεταλλαγμένου πλήθους που πλημμύριζε τα μπαρ και τα εστιατόρια γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’80 για να λανσάρει τις καινούργιες εργονομικές πόζες του αναδυόμενου lifestyle και της πολιτικής ορθότητας. Οι αναμενόμενες εκπλήξεις της νύχτας γινόταν κι εκείνες επικοινωνιακές, με μια δόση  πικρόχολης συγκατάβασης για την αποτελεσματικότητα των δημοσίων σχέσεων, τη γεύση της γκρά­­­­­­πας και την εξεζητημένη διακόσμηση των πιάτων με τα ορεκτικά. Ομολογουμένως, όσο μειώνονταν οι ψυχικές εφεδρείες που εξ υποθέσεως αντιστέκονταν στην πνευματική ανορεξία, τόσο πιο δημοφιλή αποδεικνύονταν τα ορεκτικά που είχαν επινοηθεί για να τις υποδεχτούν, και μαζί τους οι επιμέρους, δευτερεύουσες αλλά συγκλονιστικές επιπτώσεις του σνομπισμού επί του ηθικού της μεσαίας τάξης, απ’ όπου και το σώμα μπορούσε να δανείζεται την ελαφρότητά του προβάλλοντας απ’ τον αφρό των ημερών για να το χειροκροτήσουν.

 

Το άγγιγμα των σωμάτων, εννοούμενο σαν μια γλώσσα αδιάψευστης εμπειρικής συνεννόησης, το μπράτσο γύρω από τους ώμους και οι θερμές χειραψίες εμπιστοσύνης, οι επιθέσεις των αγκώνων και οι σφιχτές παρατεταμένες αγκαλιές ―, όλ' αυτά απορροφήθηκαν από οιονεί νομικούς κανόνες που επιβάλλονταν σαν κώδικας οδικής κυκλοφορίας για σώματα με ονοματεπώνυμο. Φιλούσες τώρα αυτόν που συνάντησες όπως χτυπάς κάρτα.

 

Αυτή η παρωδία της δήθεν επαγγελματικής αναθεώρησης της σωματικότητας όχι μόνον διέψευδε το ότι οι ερωτευμένοι αγγίζονταν 38,7 φορές την ημέρα, σύμφωνα με τις μετρήσεις της δεκαετίας του ’90, αλλά διαλαλούσε προς όλες τις κατευθύνσεις ότι ήταν μάλλον ζήτημα βελτιώσεων του επαναπρογραμματισμού του νευρικού συστήματος όταν αυτό έμπαινε στις λίστες αναμονής των κλαμπ υψηλής δημοτικότητας. Ουσιαστικά, το σώμα δεν έπρεπε να αγγίζει τίποτα απολύτως και οι κυρίες, για να θωρακίσουν τις επιστρώσεις του κραγιόν, προτιμούσαν να παραγγέλνουν κοκτέιλ που σερβίρονταν με καλαμάκι, όπως η μαργαρίτα ή το μοχίτο. Έτσι το σώμα, όντας ο μοναδικός παίχτης που απέμεινε στο παιγνίδι, έχασε τις αισθητηριακές και συνειδησιακές προεκτάσεις του με αποτέλεσμα να εξαϋλωθεί και το ίδιο. Προφανώς, σ’ εκείνο το λαμπερό πεδίο των δοκιμών όπου εφάρμοζε κανείς τις οδηγίες για το τέλειο management, το παλιομοδίτικο concept των προεκτάσεων περίττευε. Τα tips του περιοδικού Bazaar για έναν minimal σχεδιασμό της συμπεριφοράς που θα ικανοποιούσε τους image makers συνέκλιναν στην παρότρυνση να αναβάλλονται οι συγκινήσεις που αφορούσαν το σώμα ή έστω να περιορίζονται στο shopping therapy και στις εναλλακτικές δίαιτες. Το σώμα τώρα σε ακολουθούσε σαν ένας σωσίας, κάτι σαν οιωνός θανάτου. Το ιδεώδες  θα ήταν να το παραδίδεις, μπαίνοντας, στην γκαρνταρόμπα, όπου θα το κρατούσαν δίπλα στο Versace πανωφόρι της κ. Αντιγόνης Μελανδράκη-Μπρουκς. Μιλάμε για κλασσικό πανωφόρι σε σιέλ ή λευκό, δίχως να αποκλείονται δημιουργίες σε γραμμή σαφάρι, που φλερτάρουν με το μπεζ και το καφέ marron, ενώ συνδυάζονται με μονόχρωμες πουκαμίσες και παντελόνια militaire. Σας αφήνω να το σκεφτείτε.

 

Επομένως, η ηλικίας χιλιάδων χρόνων αυθόρμητη πρακτική της σωματικής επαφής είχε φτάσει στα πρόθυρα της χρεοκοπίας συμπαρασύροντας την ανάμνηση των πιέσεων, δελεαστικών ή αδέξιων, που ο ένας ασκούσε πάνω στον άλλο προκειμένου να αποσπάσει ψήγματα συναισθηματικής συγκατάθεσης. Το άγγιγμα των σωμάτων, εννοούμενο σαν μια γλώσσα αδιάψευστης εμπειρικής συνεννόησης, το μπράτσο γύρω από τους ώμους και οι θερμές χειραψίες εμπιστοσύνης, οι επιθέσεις των αγκώνων και οι σφιχτές παρατεταμένες αγκαλιές, τέλος τα εφηβικά τσιμπήματα στους γλουτούς και οι θεατρινίστικοι αστεϊσμοί μιας ορισμένης αδυναμίας η οποία αρέσκονταν να κουρνιάζει κάτω απ’ τις φτερούγες της φυσικής ευρωστίας του άλλου ―, όλ’ αυτά απορροφήθηκαν από οιονεί νομικούς κανόνες που επιβάλλονταν σαν κώδικας οδικής κυκλοφορίας για σώματα με ονοματεπώνυμο. Φιλούσες τώρα αυτόν που συνάντησες όπως χτυπάς κάρτα. Απεναντίας, οι καταδικασμενες υπερβολές του παρελθόντος ανήκαν στην τέχνη του να δίνεις ανθρώπινο σχήμα στην συνήθεια και στην οργή, στην προσδοκία και στο παράπονο, στην έξαψη και στα άγχη των αποχωρισμών· η αμοιβαία βολιδοσκόπηση των σωμάτων πρόσφερε στους ανθρώπους νόμιμες ευκαιρίες να συνυπάρχουν, χαλαρά ή ασφυκτικά εκ περιτροπής, στην επεισοδιακή οριοθέτηση των χωρικών υδάτων του καθενός κι έτσι αποκτούσαν την αίσθηση του ηλεκτρισμού που διέτρεχε το μυικό σύστημα ή της καμπύλης ενός χαδιού που έμεινε ανολοκλήρωτη στο μεταίχμιο παρόρμησης και πράξης. Το να σε αρπάξω από το μπράτσο και να σε τραντάξω μπορούσε να σημαίνει ότι ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ πολλά για το πρόβλημα που αντιμετωπίζεις· τώρα, ανάποδα, δεν θα καταλάβαινα το παραμικρό, ενώ το πρόβλημα θα ήταν, ακριβώς, το ότι σε άρπαξα απ’ το μπράτσο ― για να μη σχολιάσουμε και το τράνταγμα! Στο Μπέρβελυ Χιλλς, ένα τράνταγμα δίχως έγγραφη προειδοποίηση με περιθώριο τριών 24ώρων παρείχε στον άλλο το δικαίωμα να σε μηνύσει. 

 

 

ΜΕΧΡΙ ΠΡΟΧΤΕΣ,οι περιπτύξεις διεκδικούσαν την επιβράβευση με απρόσμενους τρόπους και κανείς δεν ήταν εκατό τοις εκατό ειλικρινής όταν διαμαρτυρόταν για τις τρικυμίες της κοσμοσυρροής και για το σχεδόν ψυχαγωγικό βάσανο του να σπρώχνεις και να σε σπρώχνουν. Παρά τον εκνευρισμό, υπήρχε εκεί, κατά βάθος, μια σχολική νοσταλγία εκδρομικών παιγνιδιών στα νερά ή στις λάσπες κάποιας εξοχής. Καλωσορίζαμε το τρίξιμο της καρέκλας πάνω στην οποία είχαν καθίσει δύο παιδάκια έτοιμα να μονομαχήσουν με τις πλάτες τους και η επιθυμία να παρασυρθούμε απ’ τους ομόκεντρους κύκλους των κυμάτων της προσωπικότητας του άλλου, που ξεσπούσαν προκαλώντας αναστάτωση ώσπου να συντονιστούν, διασκέδαζε μέσα μας τους αγνωστικιστικούς φόβους του μέλλοντος. Κανένα σώμα δεν βρίσκονταν εκτός χρόνου: γνωριμίες χρόνων πιστοποιούσαν ότι και ο χρόνος ήταν, αυτός ο ίδιος, ένας γνώριμος. 

 

 

Στα πάρτι, θα μαθαίναμε τώρα να στεκόμαστε, υπνοβατικά, σε σχηματισμούς που αναπαριστούσαν τον συντακτικό τύπο της παροξετίνης· ο ουδετεροποιημένος ψυχισμός δεν είχε πλέον την ικανότητα να συμπαρίσταται, ούτε να αποστασιοποιείται, αφού ήταν μόνιμα σε απόσταση.

 

Μια εντύπωση, έστω εκφυλισμένη, εκείνης της θερμής τριβής των σωμάτων σωζόταν στον ακυβέρνητο προσανατολισμό και στην αταξία που επικρατούσαν στα πεζοδρόμια των πολυσύχναστων αρτηριών της πόλης ή στις ουρές των δημοσίων υπηρεσιών, όπου τα ανθρώπινα όντα, εν αντιθέσει προς τη λογική μιας ψυχρά περιχαρακωμένης, τηλεκατευθυνόμενης ατομικότητας, διαγκωνίζονταν εξασκώντας την πονηριά τους ως ανοχή της πονηριάς του άλλου. Όμως, στο Τόκιο, πολύ πριν την πανδημία, είχαν ήδη καθιερωθεί πεζοδρόμια με λωρίδες μονής κατεύθυνσης για πεζούς: από δω όσοι πήγαιναν, από κει όσοι έρχονταν ― ο εξορθολογισμός της ταχύτητας των σωμάτων συναινούσε στη ματαίωση των συγκρούσεων με μια πινελιά ζεν. Προοδευτικά, άρχισαν να μας διδάσκουν κι εδώ ότι το σωστό θα ήταν να αποφεύγονται οι παρτούζες. Εφόσον είμαστε πλέον αριθμοί, ο κάθε αριθμός προσερχόταν στον έλεγχο με τη σειρά του, απαθής και μόνος. Στα πάρτι, θα μαθαίναμε τώρα να στεκόμαστε, υπνοβατικά, σε σχηματισμούς που αναπαριστούσαν τον συντακτικό τύπο της παροξετίνης· ο ουδετεροποιημένος ψυχισμός δεν είχε πλέον την ικανότητα να συμπαρίσταται, ούτε να αποστασιοποιείται, αφού ήταν μόνιμα σε απόσταση. Δεν εναντιώνονταν σε καμιά προσβολή της νοημοσύνης και ποτέ δεν μεροληπτούσε: ήταν αυτόπτης μάρτυρας υπεράνω υποψίας, όπως μια κάμερα. Έχει παρατηρηθεί, στατιστικά, ότι οι γυναίκες, όταν μπαίνουν στον λαβύρινθο των διαδρόμων του σούπερ μάρκετ, στρέφονται κατά κανόνα προς τα δεξιά· η γιαγιά μου, γεννημένη την ίδια χρονιά με τον Αϊζενχάουερ και την Αγκάθα Κρίστι, είχε περισσότερες επιλογές: όταν έμπαινε στο μπακάλικο αγκυροβολούσε για μερικά δευτερόλεπτα στην είσοδο, παγιδευμένη στον πειρασμό μιας βαθμιαίας διείδυσης στον χώρο, η οποία επέτρεπε ανταλλαγή χαιρετισμών και αναγνωριστικές βολές συμπάθειας που δεν θα ταίριαζαν σήμερα ούτε σε δεξίωση γάμου. Από κει, ξανάρχιζε να κινείται όταν την σκούνταγε κάποιος βγαίνοντας: ένα μικρό βήμα γι’ αυτήν, ένα ακόμη πιο μικρό για την ανθρωπότητα! Οι απειράριθμες σύντομες αναμονές ήταν θραύσματα ενός ονείρου που έρεε ανάμεσα στους κιρκαδικούς ρυθμούς της κοινότητας. Όλες οι καθυστερήσεις, όλες οι ασήμαντες περιπέτειες του προσανατολισμού, όλες οι αμήχανες χορογραφίες στη μεθόριο καλοτυχίας και απογοήτευσης είχαν την έγκριση ενός Θεού που θεωρούσε την υλική πραγματικότητα ιδιοκτησία του. Όλα τα σφάλματα ήταν σφάλματα με σάρκα και οστά.

 

Η σταδιακή απαλοιφή αυτού του ιδανικού της σωματικότητας οφελούσε λοιπόν την ιδέα ενός σώματος ταυτισμένου με τις προδιαγραφές μιας ατέρμονης ακολουθίας μονάδων ― όσο πιο εξασθενημένη ήταν η ευχέρεια στο να συνδέεσε και να αγγίζεις, τόσο πιο ζωτικές έμοιαζαν οι ασύρματες συνδέσεις και οι αυταπάτες τής on line δικτύωσης όλων με όλους. Αυτό μεταφράστηκε στο υποτιθέμενο πλεονέκτημα μιας ηλίθιας και αυτοκαταστροφικής πίστης στην περιβόητη ατομική αυτάρκεια, η οποία αποτελούσε το διπλωματικό διαβατήριο του ανθρώπου της Δυτικής νεωτερικότητας ως τέτοιου ― το σώμα σεβόταν τώρα, θρησκευτικά, την αλλεργική και μυγιάγγιχτη ακεραιότητα που τόσο παράλογα τιμούσε η κοινωνία στις απενοχοποιητικές διοργανώσεις υπέρ των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Διότι όσο πιο αυστηρά μας εκπαίδευαν στο να είμαστε ακέραιοι αριθμοί, τόσο λιγότερο ανεχόμαστε τον οίκτο για κείνους στους οποίους η ακεραιότητα χρωστούσε το ένα απ’ τα δύο χέρια ή και τα δύο. Εξάλλου, το σώμα ήταν ανέκαθεν το θέατρο του πολέμου μεταξύ αυτών των φοβερών δυνάμεων, του θυμού και της αγάπης, κι έτσι δικαιούμαστε να πούμε πως, απ’ τη στιγμή που απαλλοτριώθηκε, εγκαταλείποντας το έδαφος των ψυχικών αντηχήσεων για να γίνει μια συνισταμένη των εξουσιών της τεχνικής καθοδήγησης, είδε να ισοπεδώνονται και τα ηθικά θεμέλια της συγκινησιακής του ζωής. Το σώμα τώρα είναι ένας πίνακας ανακοινώσεων, αντικείμενο κατακερματισμού, αποκωδικοποίησης, αναβάθμισης, ασκήσεων προσαρμογής, βιοχημικών ρυθμίσεων και εξασφάλισης συμβατότητας με τις λειτουργίες του ψηφιακού κυκεώνα, όπου του υπόσχονται ότι οι κλώνοι του θα ταξιδεύουν, σαν κάτι το αιθέριο ή αστρικό, προς τα εκεί όπου οποιαδήποτε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και καταστάσεις θα είναι εντελώς συμπτωματική.

 

H εξαφάνιση του σώματος, τόσο ως λίκνου όσο και ως φόβητρου, ενθάρρυνε φιλοδοξίες για περαιτέρω γενετικές τροποποιήσεις, χειραγώγηση του DNA, μωρά κατά παραγγελία, θαλάμους κρυονικής, πλειστηριασμούς ωαρίων στο Διαδίκτυο και διορθωτικές χειρουργικές επεμβάσεις απεριόριστης βιοηθικής ασυλίας.

 

ΤΟ ΣΩΜΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΗΚΕ.  Άστεγο αρχικά, στερημένο στη συνέχεια από την αύρα του, τη σκιά του, τις μυρωδιές του και την κρυφή αλλά ζωηρή του δόνηση όταν ίδρωνε, μεταφορικά και κυριολεκτικά, για να πετύχει την αποδοχή των αιτημάτων του, θεωρήθηκε εν κατακλείδι περιττό σαν το βάρος των παχύσαρκων. Το απέσυραν διακριτικά, μοιρολογώντας το με τις απειράριθμες διαφημιστικές και επιστημονικές εκστρατείες υπέρ της λιποαναρρόφησης και της ορμονοθεραπείας, της προσθετικής τύπου cyborg και των βιοτεχνολογικών μετασχηματισμών που είχαν κάποτε εγκαινιαστεί δειλά με την bionic woman, τις μεταμοσχεύσεις οργάνων και την κατά βούλησιν επιμήκυνση της περιόδου διασωλήνωσης των ετοιμοθάνατων. Αναρωτιέται κανείς, όλος αυτός ο γαλαξίας των καλλυντικών και φαρμακευτικών σκευασμάτων, των απολυμαντικών, των αντιβακτηριδιακών και των αντισηπτικών, όλα αυτά τα αντιηλιακά με δείκτη προστασίας και τα αποσμητικά εστιασμένης δράσης, όλ’ αυτά τα αντιρυτιδικά και αντιγηραντικά φίλτρα, τα γαλακτώματα και τα σπρέι καθαρισμού, τα ζελ περιποίησης δέρματος και οι τονωτικές λοσιόν, τα ακριβά άφτερ σέιβ και οι ενυδατικές κρέμες, τα προϊόντα απολέπισης και τα μαλακτικά παντός τύπου, τα εξωτικά αιθέρια έλαια και τα δύο χιλιάδες διαφορετικά σαμπουάν―, όλη αυτή η θεολογία της υπερκοστολογημένης ευτέλειας τι άλλο δήλωνε αν όχι την τελετουργική επαναφορά ενός νεκρού σώματος στο οποίο θα έπρεπε, ενοχικά, να αποδοθούν τιμές αρχηγού κράτους; Το σκοτώσαμε και τώρα το κηδεύαμε με επαλείψεις μύρου.

 

Ασφαλώς, και εν όψει της πολυπόθητης αντιγραφής της συνείδησης στον σκληρό δίσκο, η εξαφάνιση του σώματος, τόσο ως λίκνου όσο και ως φόβητρου, ενθάρρυνε φιλοδοξίες για περαιτέρω γενετικές τροποποιήσεις, χειραγώγηση του DNA, μωρά κατά παραγγελία, θαλάμους κρυονικής, πλειστηριασμούς ωαρίων στο Διαδίκτυο και διορθωτικές χειρουργικές επεμβάσεις απεριόριστης βιοηθικής ασυλίας. Εν ολίγοις, είναι ακριβώς η στιγμή που το σώμα, ως απολεσθέν αντικείμενο, θεοποιείται τοποθετημένο στο κέντρο ενός πανηγυρικού ξεπουλήματος αξιών και σημασιακών εντάσεων που είχαν παραγραφεί. Και ιδού ποιο ήταν εξαρχής το μυστικό της υποταγής στις αλυσίδες των αμινοξέων: όντας θεός σ’ έναν άθεο κόσμο, το σώμα επέστρεψε στο μηδέν, το ίδιο εκείνο μηδέν που τόσο έξυπνα υπονοείται στο παραληρηματικό εγκώμιο της light εκδοχής των εμπορεύσιμων αγαθών και απολαύσεων. Το σώμα είναι πλέον, εκ κατασκευής, ένα κλειστό κύκλωμα ON/OFF, το δε ιατρικό του ιστορικό συνοψίζεται σ’ έναν αλγόριθμο που επέχει θέση barcode ή πιστοποιητικού καταλληλότητας για τις πιο βάναυσες δοκιμασίες, αρχής γενομένης από την μέχρις εξουθενώσεως συμμετοχή στην αφόρητη πλήξη των events. Κατ’ επέκτασιν, το εξωγήινο περιβάλλον της σιωπηλής λευκότητας των εργαστηρίων και των γραφείων όπου εργάζονται τα στελέχη των μοντέρνων επιχειρήσεων, καθρεφτίζει την πρόσοψη ενός ολοκληρωτικά αποστειρωμένου μέλλοντος, όπου το άγγιγμα, ως επισκεπτήριο ψυχοσωματικής παρουσίας, θα βαθμολογείται σαν επικίνδυνος αναχρονισμός. Στους διαδρόμους του αμερικανικού Πενταγώνου φιγουράρουν, συνολικά, 691 ψύκτες νερού ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα διασταύρωσης δύο προσώπων. Πρόκειται, θα λέγαμε, για το αντίθετο της κρήνης που αναφέρεται στα παραμύθια και στα παραδοσιακά βουκολικά ποιήματα και τραγούδια, η οποία πρόσφερε καταφύγιο για τη συνάντηση φίλων και εραστών. Ξεδιψούσες με γέλια ή στεναγμούς.

 

 

ΕΤΣΙ, ΤΟ ΣΩΜΑ  δεν είναι πλέον ένα Μαντείο, ένας τόπος όπου ερμηνεύονται οι ετυμηγορίες και τα μηνύματα της ψηλάφησης, αλλά παρίσταται στις συνδιαλλαγές κατακόρυφα σαν ένα συμβολικό πλέγμα καλά τακτοποιημένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εν ολίγοις θωρακίσεων, αμυντικών μηχανισμών και πρόωρων θανάτων της ανιμιστικής του διαίσθησης. Στη μόδα είναι, εδώ και 25 χρόνια, οι επαφές τρίτου τύπου, κατ’ ευφημισμόν στενές, ένα κακέκτυπο προδιαγεγραμμένης ψυχαναγκαστικής σωματικής γειτνίασης, της οποίας η συνθήκη παραμένει αποκλειστικά βιολογική και ορθοπεδική, ποτέ συγκινησιακή, πάντα λειτουργική, ποτέ αυθόρμητη. Για το απενεργοποιημένο σώμα, κάθε πηγαία ή αυτοσχέδια προσέγγιση κρίνεται σαν απειλή σεξουαλικής παρενόχλησης ή λαθροχειρίας. Δεν έχεις καν την άνεση να χτυπήσεις κάποιον φιλικά στην πλάτη, πόσο μάλλον να τον χαστουκίσεις αν λιποθυμήσει ή αν γίνει ασυγχώρητα επιθετικός. Κρίμα, αφού ο καυγάς ήταν ό,τι πλησιέστερο προς τις εκφορτίσεις της λίμπιντο όταν ο έρωτας εξακολουθούσε να ισοδυναμεί με μια παράλογη και αιφνιδιαστική παραβίαση των συνόρων του εχθρού. Τι πιο εχθρικό από κείνον που αγαπάς! Τώρα εκτονώνει κανείς τον αντιθερμιδικό του πατριωτισμό στις μοναχικές εποποιίες της ρουτίνας του τζόκινγκ ή φέρνοντας το μυικό του σύστημα για test drive στο γυμναστήριο, όπου το σώμα φοριέται και σαν αλεξίσφαιρο.

 

Το uWand της ολλανδικής Philips, τηλεχειριστήριο δίχως πλήκτρα με ικανότητα μετάφρασης των κινήσεων του καρπού μέσω μικροκάμερας υπερύθρων, είναι το ιερό Δισκοπότηρο της νέας θρησκευτικότητας των αποστάσεων, που αν και εξουδετερωμένες, παραμένουν πανταχού παρούσες.

 

Αυτή η κακοδαιμονία αποζημιώνεται δήθεν με την προτροπή να καταχραστούμε κάθε είδους απτική επαφή με συσκευές και αντικείμενα που εμψυχώθηκαν για τις ανάγκες της αγοράς. Στο εξής, θα παρηγοριέται κανείς χαϊδεύοντας την οθόνη του κινητού. Ήδη, το TOUCH ME ήταν το σύνθημα που άνοιγε τις πόρτες διάπλατες, με πρώτη εκείνη του αιδεσιμότατου Ρόμπερτ Τίλτον, ο οποίος θεράπευε διαδικτυακά αρκεί ο ασθενής να εναπόθετε την παλάμη πάνω στο ψηφιακό φάντασμα του συγκεκριμένου ιεροκήρυκα και αφού ―εξυπακούεται― είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως την πιστωτική του προς όφελος της αποστολικής διακονίας. Το χρήμα ήταν κι εκείνο άυλο: στην τελευταία φάση του μεταβιομηχανικού καπιταλισμού, το χρήμα ήταν εικονικό, λογιστικό, κυμαινόμενο και προστατευμένο από την ψαύση· το ιερόσυλο μίασμα που σημάδευε την ιδέα της ανταλλαγής χαρτονομισμάτων χέρι με χέρι είχε εξαγνιστεί εν ονόματι της φορολόγησης του χρηματοπιστωτικού τζόγου. Εκ των υστέρων, η  νευρικότητα στον αυτοματοποιημένο χειρισμό του mouse ή των πλήκτρων του δρομέα, για να μην πούμε και για τα κρούσματα τενοντίτιδας ή για τους νευρομυϊκούς πόνους στην πλάτη, μπορούσαν κάλλιστα να αιτιολογηθούν σαν απότοκο της ελπίδας, οπωσδήποτε καταδικασμένης, ότι επιτέλους κάτι ―ΟΤΙ­ΔΗ­ΠΟΤΕ― μέσα σ’ αυτή τη συλλογική παραίσθηση της μαγικής πανπεριεκτικότητας του ιντερνετικού σύμπαντος θα ήταν ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΤΡΙΣΔΙΑΣΤΑΤΟ. Εφόσον είναι αδύνατον να μπούμε με το σώμα μας στο Διαδίκτυο, όπου η ζωή τείνει να μεταφερθεί στο σύνολό της, συναινέσαμε ώστε το σώμα να διωχτεί και επίσημα πλέον από τη σκηνή του ρεαλισμού και να ξεχαστεί, όπως ας πούμε εκμηδενίζεται η εμπιστοσύνη στις αισθήσεις που τροφοδοτούν την αμεσότητα της αντίληψης όταν οι οδηγοί των αυτοκινήτων κινούνται εφαρμόζοντας υποδείξεις συστημάτων πλοήγησης GPS. Με την εμφάνιση του αυτοκινήτου, όπως συμπέρανε ο Μακλιούαν, είχαμε χάσει τα πόδια μας, με την εμφάνιση των υπολογιστών χάναμε και τα χέρια, ενώ το μάτι αναλάμβανε χρέη τελωνειακού υπαλλήλου στη διαχείριση στοιχείων που συσσωρεύονταν έχοντας αποσυνδεθεί καθησυχαστικά απ’ τη σημασία τους. Αναπτύσσεται λοιπόν ένα πολιτισμικό ανακλαστικό που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως πορνογραφία της απουσίας. Οι πολύωρες ασώματες συνευρέσεις στα τσατ και οι διανυκτερεύσεις στα φόρουμ και τα μπλογκ συνηγορούσαν στην εξοικείωση του καθενός μας με την υποψία ότι το σώμα ήταν ένας φτωχός συγγενής με τον οποίο συναντιόσουν μόνον στην τουαλέτα ή στα μαθήματα γιόγκας. Αυτή η φαντασίωση απτικής παντοδυναμίας σύμφωνα με το σενάριο της οποίας τα πάντα έπρεπε να αγγίζονται εξ αποστάσεως ικανοποιούσε ενδεχομένως το αίτημα αποζημίωσης για το γεγονός ότι ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος, απ’ άκρου εις άκρον ψευδαισθησιακός, δεν σου επέτρεπε ν’ αγγίξεις στ’ αλήθεια τίποτα και κανέναν.

 

Ζωντανά πληκτρολόγια, μικροσκοπικοί νευρικοί αισθητήρες που αναγνώριζαν τα εγκεφαλικά σας κύματα, 3D εύκαμπτες οθόνες, ενσωματωμένες κάμερες υψηλής ανάλυσης, αυτονομημένα δίκτυα οπτικών ινών, όλ’ αυτά ήταν μυητικοί διάσταθμοι προς την ασώματη σωματικότητα της τεχνητής υποστήριξης του εγγύς μέλλοντος, όταν θα ζούμε σ’ έναν λεπτοφυή, τεχνολογικά διαμεσολαβημένο χωροχρόνο, ελαφρύ και φωτεινό, όπου οι απτικές δοσοληψίες με τις ειδωλοφάνειες και τα ολογράμματα θα θυμίζουν τις κινήσεις διευθυντή ορχήστρας, με τις οποίες ο Κρουζ, στο Minority Report, ασελγούσε πάνω στη φήμη του καημένου του Σπήλμπεργκ. Η εφιαλτική πρόβλεψη μιας ζωής όπου η μόλυνση της ατμόσφαιρας θα έχει πάψει να παίρνει αιχμαλώτους κι όπου όλοι, ακόμη και οι γιατροί, θα εργάζονται δίχως να βγουν απ’ το σπίτι τους ενισχύεται μέχρι την ακλόνητη σιγουριά ότι το skype ήταν μόνον η αρχή. Μισόν αιώνα περίπου απ’ όταν ο Λαίγκ και ο Κούπερ έκαναν λόγο για «ασώματο εαυτό», και με την αδιανόητη πρόοδο στο τομέα του τηλεχειρισμού των πάσης φύσεως διαδικασιών, το επόμενο ραντεβού της ανθρωπότητας με τον εαυτό της έχει δοθεί, απ’ ό,τι λένε, σε διαστημικά περιβάλλοντα εικονικής πραγματικότητας, με αβατάρ και ρομποτικούς αντιπροσώπους του χρήστη, υπό την αιγίδα πάντοτε της τεχνητής νοημοσύνης, ελλείψει άλλης. Το uWand της ολλανδικής Philips, τηλεχειριστήριο δίχως πλήκτρα με ικανότητα μετάφρασης των κινήσεων του καρπού μέσω μικροκάμερας υπερύθρων, είναι το ιερό Δισκοπότηρο της νέας θρησκευτικότητας των αποστάσεων, που αν και εξουδετερωμένες, παραμένουν πανταχού παρούσες. Οι εξωσωματικές εμπειρίες δεν προϋπέθεταν πια το φορτίο κάποιας χρεοκοπημένης μυστικιστικής πνευματικότητας. Μια πανδημία αρκούσε. 

 

Ο Θεός είναι άρρωστος, κύριοι, και τα συμπτώματα της αρρώστιας του είμαστε εμείς.

 

ΕΤΣΙ Η ΚΑΡΑΝΤΙΝΑ επιβεβαίωσε απλώς, μ’ έναν τρόπο συμβολικό και κάπως απόκοσμο, ότι εδώ και καιρό ο συνωστισμός ήταν ο κατάλληλος τόπος να μελετήσεις τη μοναξιά κι ότι η τήρηση αποστάσεων ερχόταν σαν επαλήθευση του μίσους που έδειχνε ο μεταμοντέρνος πολιτισμός απέναντι στον υποτίθεται μολυσματικό χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωικής θερμότητας, που οι φορείς της αποτελούσαν ατομικότητες εξ ορισμού αντιπαραγωγικές και επιδεικτικά αδιάφορες για τον θηριώδη καλπασμό της επιστημονικοτεχνικής μεγαλομανίας. Η φιλολογία σχετικά με την ανταλλαγή σωματικών υγρών ανάμεσα σε εραστές ανοσολογικά συμβατούς κτλ. προϊδέαζαν, ήδη απ’ την δεκαετία του ’90, για το χειρότερο. Ως εκ τούτου, πέρα απ’ την αγωνία που συνεπάγεται ο ρεαλιστικός κίνδυνος της πανδημίας, ο βαθύς συγκλονισμός απ’ το θέαμα της αστικής ερήμωσης της καραντίνας ίσως οφείλεται στον ανεπίγνωστο τρόμο που προκαλεί το συλλογικό προαίσθημα μιας επικείμενης οριστικής απόσπασης απ’ τις εμπειρίες του συνειδητού σώματος, η οποία απαιτεί πλέον να θεσμοθετηθεί διά νόμου. Οπότε, η καραντίνα έρχεται τώρα σαν τραγική ειρωνεία ― καθυστερημένη απάντηση στην αμέσως προηγούμενη πανδημία, αυτήν των αχαλίνωτων προσποιήσεων κοινωνικής εξωστρέφειας  των τελευταίων 30 χρόνων. Το γεγονός ότι η τωρινή πανδημία είναι πραγματική συνοψίζεται στο ανάποδο της παρατήρησης του Μαρξ ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα. Εδώ η φάρσα προηγήθηκε και, πια, επαναλαμβάνεται στ’ αλήθεια. Αυτό είν’ ένα είδος κέρδους, αν πιστεύει κανείς στη διαπαιδαγώγηση.  

 

Επομένως, τι να πω στον Δημήτρη Παπαϊωάννου όταν μιλάει για σωματική επαφή και αγκαλιές! Η μεγάλη εκτίμηση που τρέφω γι’ αυτόν δεν με σταματάει απ’ το να σκεφτώ ότι ίσως θα ’πρεπε να ξαναδεί το Matrix σαν ανθρωπολογικό σχόλιο. Μεταξύ μας, στην περίπτωση που θέλουμε να δούμε να εικονογραφείται αυτό που ήδη συνέβαινε στη σφαίρα του κοινωνικού φαντασιακού, οι προφυλάξεις που επιβάλλονται απ’ την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης είναι λιγότερο έκτακτες απ’ ό,τι αναγκαίες: ο Σωτήρης Τσιόδρας, που ξεκίνησε σαν τηλεοπτικός ψυχοθεραπευτής κυριών στα πρόθυρα νευρικής κρίσης, γίνεται άθελά του ο τριτοκοσμικός εκπρόσωπος Τύπου των σωμάτων που χάθηκαν καθώς ο ίλιγγος της εκτόξευσης προς το μέλλον, αυτή η πέρα για πέρα ολέθρια επιτάχυνση των εξελίξεων σε όλα τα μέτωπα της μεταμοντέρνας ζωής, τα άφησε πίσω, ένεκα της αδράνειας, μαζί με όλα τα άλλα υπολείμματα της ενσαρκωμένης μεταφυσικής του παρελθόντος: την πηγαία συναναστροφή, την τρέλα και την αγάπη. 

 

Ο Θεός είναι άρρωστος, κύριοι, και τα συμπτώματα της αρρώστιας του είμαστε εμείς.

 

O Θεός δημιουργεί τον άνθρωπο, διαχέοντας ζωή με το άγγιγμα του χεριού του πάνω στο κεφάλι του Αδάμ. Χαρακτικό του H. Moses βασισμένο σε έργο του Antonio Canova (1757-1822).

 

 

Ιδέες
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια