Η Μαζουκάτο αμφισβητεί το κυρίαρχο, και άκρως ιδιοτελές για λίγους, αφήγημα που συσκοτίζει τις διαφορές ανάμεσα στις παραγωγικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες, και προτείνει ένα πιο αποτελεσματικό και δίκαιο μοντέλο καπιταλισμού.
Κόσμος

Τρεις γυναίκες που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο

Υπάρχει σήμερα μια πλειάδα γυναικών που λάμπουν στους ανδροκρατούμενους τομείς της οικονομικής επιστήμης και της διοίκησης επιχειρήσεων. Όλες τους είναι ριζοσπάστριες, αλλά καμία αντικαπιταλίστρια.



ΧΡΕΙΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΠΕΡΑΣΟΥΝ 41 χρόνια από τη θέσπισή του για να απονεμηθεί το Νόμπελ Οικονομίας στην πρώτη γυναίκα (Έλινορ Όλστρομ, 2009), και άλλα δέκα στη δεύτερη (Εστέρ Ντυφλό, 2019). Όχι ότι υπήρχε πληθώρα γυναικών οικονομολόγων που άξιζαν το βραβείο, αλλά είναι επίσης γεγονός ότι η Τζόαν Ρόμπινσον ήταν πολύ αριστερή για τα γούστα τής τότε Σουηδικής Βασιλικής Ακαδημίας Επιστημών για να την τιμήσει. Τα πράγματα αλλάζουν, όμως, με επιταχυνόμενο ρυθμό. 

 

Υπάρχει σήμερα μια πλειάδα γυναικών που λάμπουν στους ανδροκρατούμενους τομείς της οικονομικής επιστήμης και της διοίκησης επιχειρήσεων, λόγου χάριν, οι Στέφανι Κέλτον, Μελίσα Ντελ, Καρλότα Περέζ, Κέιτ Ρόγουορθ, Έμυ Φινκελστέιν, αλλά αναγκαστικά θα περιοριστώ σε τρεις: τη Μαριάνα Μαζουκάτο, την Εστέρ Ντυφλό, και τη Ρεμπέκα Χέντερσον.

 

Η Μαζουκάτο και η Ντυφλό δεν είναι άγνωστες στη χώρα μας. Την πρώτη την γνωρίσαμε από το βιβλίο της Το Επιχειρηματικό Κράτος, που επιμελήθηκε και προλόγισε ο συνάδελφος καθηγητής και φίλος Γιάννης Καλογήρου, σύντομα δε θα κυκλοφορήσει με επιμέλεια και πρόλογο δικό μου Η Αξία των Πάντων (The Value of Everything) από τις εκδόσεις Επίκεντρο. Γνωρίσαμε επίσης τη Ντυφλό αρκετά νωρίς χάρη στο Γνώση εναντίον Φτώχειας, και από αρκετά δημοσιεύματα όταν κέρδισε το Νόμπελ. Απεναντίας, εξαιρώντας ίσως κάποιους ειδικούς, η Χέντερσον είναι παντελώς άγνωστη. 

 

Πριν από κάθε τι άλλο, ριζοσπαστικότητα σημαίνει ρήξη με τα επικρατούντα ιδεοσυστήματα· και μια ρήξη παρουσιάζει ενδιαφέρον όταν συμβαδίζει μεν με την κοινή λογική, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτή. Καλή οικονομική σκέψη είναι όχι μόνο να μην αγνοείς τα δεδομένα, αλλά και να εξηγείς γιατί η διαισθητική ερμηνεία τους δεν είναι πάντα επαρκής.

 

Τα διαπιστευτήριά τους είναι εξαιρετικά. Καθηγήτρια στο Πανεπιστημιακό Κολέγιο του Λονδίνου (UCL) και Ιδρύτρια/Διευθύντρια του Institute for Innovation and Public Purpose στο ίδιο πανεπιστήμιο, σύμβουλος κυβερνήσεων και διεθνών οργανισμών, η Μαζουκάτο είναι η πιο παρεμβατική στις δημόσιες υποθέσεις. Η καθηγήτρια στο ΜΙΤ, Ντυφλό, είναι η πιο «ακαδημαϊκή» από τις τρεις, αλλά με επιτόπιες έρευνες σε φτωχές περιοχές του πλανήτη, και όχι οικονομολόγος της πολυθρόνας. Η Χέντερσον, καθηγήτρια της Διοίκησης και Στρατηγικής στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων του Χάρβαρντ, ύστερα από δεκαετή καθηγητική θητεία στο ΜΙΤ, συνεργάστηκε επί μακρόν με επικεφαλής μεγάλων εταιρειών και ως σύμβουλος παγκοσμιοποιημένων επιχειρήσεων. 

 

Με ασυνήθιστη για οικονομολόγο σεμνότητα, η Ντυφλό μας προειδοποιεί ότι τα μόνα που διαθέτουμε για να αντιπαλέψουμε τις κακές ιδέες που μας περιτριγυρίζουν είναι η εγρήγορση, η αντίσταση στη γοητεία του «προφανούς», ο σκεπτικισμός σε υποσχέσεις θαυμάτων, η εντιμότητα απέναντι στο τι γνωρίζουμε και στο τι όχι.

 

Όλες τους είναι ριζοσπάστριες, αλλά καμία αντικαπιταλίστρια. Είτε μας αρέσει είτε όχι, ο καπιταλισμός είναι το μοναδικό σύστημα οργάνωσης των οικονομιών σήμερα, και θα παραμείνει για το ορατό μέλλον. Ωστόσο, και πολύμορφος είναι και δεν έχει εξαντλήσει τη δυναμική του. Μπορούμε κάλλιστα να αποδεχόμαστε οξείες κριτικές του, και ταυτόχρονα να προσβλέπουμε σε πιο δημοκρατικές, ακριβοδίκαιες και βιώσιμες μορφές του. Φυσικά, ουδείς εμποδίζει κάποιον να προβαίνει σε εκ του μηδενός μεγασχεδιασμούς μελλοντικών κοινωνιών. Αν, όμως, θέλουμε να είμαστε παραγωγικοί και να μη σπαταλάμε τον χρόνο μας σε αδιέξοδες συζητήσεις, θα πρέπει να εστιαστούμε στο κατά τη Χέντερσον Reimagining Capitalism.

 

Καμιά τους δεν πρόκειται να ενθουσιάσει όσους παραμένουν προσκολλημένοι, ακόμη και μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και τον covid-19, στο σλόγκαν ότι το «κράτος είναι το πρόβλημα και όχι η λύση», με άλλα λόγια ένα εμπόδιο που πρέπει να συρρικνωθεί. Ούτε εκείνους που δεν θέλουν να δουν, λέει η Ντυφλό, μαζί με τον σύζυγό της, συνάδελφό της στο ΜΙΤ και νομπελίστα Αμπχιτζίτ Μπανερτζί, στο Good Economics for Hard Times, ότι τα στερεότυπα «είναι η πολιτική, ανόητε» / «είναι η οικονομία, ανόητε» συνυφαίνονται, και ότι δεν αποτελούν παρά μονομερείς, άρα εσφαλμένες, εξηγήσεις.

 

Η Μαζουκάτο είναι ανατρεπτική. Όχι μόνο δεν πρέπει να βλέπουμε το κράτος απλώς ως επιδιορθωτή της αγοράς ή ως παθητικό χρηματοδότη της Έρευνας & Ανάπτυξης, αλλά απεναντίας πρέπει να είναι επιχειρηματικό ― να επενδύει σε δραστηριότητες ακραίας αβεβαιότητας, να είναι διατεθειμένο να αναλάβει υψηλούς κινδύνους στην αλυσίδα της καινοτομίας: ένα «επιχειρηματικό κράτος πρέπει να ‘σκέφτεται ελεύθερα’ για να μπορεί να παράγει ‘μεγάλη σκέψη’», να μπορεί να δημιουργεί νέες αγορές. Ήταν τέτοιες δραστηριότητες που χάρη σε δημόσιες δαπάνες έφεραν το Ίντερνετ, το GPS, τα iphone/ipod/ipad, τον αλγόριθμο πίσω από το Google.

 

Χρειάζεται το κράτος, επαναλαμβάνει η Χέντερσον, για να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας: κλιματική αλλαγή, ακραία ανισότητα του πλούτου, οι υπό κατάρρευση θεσμοί της οικογένειας, της πίστης, ακόμη και του ίδιου του κράτους. Τηρουμένων των αναλογιών, οι κοινωνίες μας βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με εκείνες της Γερμανίας το 1945, της Δανίας το 1895 και του Μαυρίκιου το 1967. Και στις τρεις αυτές χώρες, η αίσθηση της αυτοσυντήρησης οδήγησε την κυρίαρχη επιχειρηματική ελίτ να δομήσει ευημερούσες και συμπεριληπτικές κοινωνίες, επινοώντας νέα επιχειρηματικά μοντέλα και εξισορροπώντας τα οικονομικά συμφέροντα με μια διαμοιραζόμενη αίσθηση του τι είναι σωστό. Αυτοδεσμευμένες σε έναν τέτοιο σκοπό, οι επιχειρήσεις ανακάλυψαν ότι η υιοθέτηση κοινών αξιών δεν επαρκεί, η αυτορρύθμιση είναι ασταθής και οι επενδύσεις κινούνται αργά και, συνεπώς, χρειάζεται ένα λειτουργικό κράτος που θα φροντίζει την ευημερία της χώρας και του λαού της.

 

Πριν από κάθε τι άλλο, ριζοσπαστικότητα σημαίνει ρήξη με τα επικρατούντα ιδεοσυστήματα· και μια ρήξη παρουσιάζει ενδιαφέρον όταν συμβαδίζει μεν με την κοινή λογική, αλλά δεν περιορίζεται σε αυτή. Καλή οικονομική σκέψη είναι όχι μόνο να μην αγνοείς τα δεδομένα, αλλά και να εξηγείς γιατί η διαισθητική ερμηνεία τους δεν είναι πάντα επαρκής. 

 

Η Μαζουκάτο αμφισβητεί το κυρίαρχο, και άκρως ιδιοτελές για λίγους, αφήγημα που συσκοτίζει τις διαφορές ανάμεσα στις παραγωγικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες — τι προσθέτει αξία στην κοινωνία —, και προτείνει ένα πιο αποτελεσματικό και δίκαιο μοντέλο καπιταλισμού. Στην Αξία των Πάντων, που εκθείασε ο Πάπας Φραγκίσκος, επιδιώκει να δείξει ότι ο πλουτισμός έχει καταστεί πολύ ευκολότερος στις σύγχρονες οικονομίες της αγοράς εξορύσσοντας αξία από εκείνους που τη δημιουργούν παρά δημιουργώντας την. Με σκοπό να επαναφέρει την αξία στο επίκεντρο των Οικονομικών, η Μαζουκάτο επιτίθεται σε έναν από πυλώνες της νεοκλασικής Οικονομικής, την υποκατάσταση της αξίας από την τιμή, προκειμένου να διαφοροποιηθούν οι παραγωγικές από τις μη-παραγωγικές/παρασιτικές δραστηριότητες· να ακυρωθεί ο αφορισμός «κυνικός είναι αυτός που γνωρίζει την τιμή των πάντων, αλλά δεν γνωρίζει την αξίακανενόςπράγματος» (Όσκαρ Ουάιλντ) που δικαίως εκτοξεύεται εναντίον της οικονομικής επιστήμης· και να καταστούν τελικώς οι οικονομίες πιο παραγωγικές, βιώσιμες και ακριβοδίκαιες. 

 

Οι επιπτώσεις της ταύτισης της αξίας με την τιμή δεν είναι αμελητέες. Επί παραδείγματι, το εθνικό εισόδημα υποεκτιμάται, αφού η εργασία των νοικοκυρών δεν συνυπολογίζεται, διότι δεν υπάρχει αμοιβή για την εργασία τους — σύμφωνα με το αστείο που κυκλοφορεί μεταξύ οικονομολόγων, αν παντρευτείς τη γυναίκα που καθαρίζει το σπίτι σου, το ΑΕΠ μειώνεται. Παρομοίως, παραδοσιακά ο χρηματοπιστωτικός τομέας θεωρούνταν σημαντικός μεν για τη μεταφορά του υπάρχοντος πλούτου, αλλά όχι για τη δημιουργία νέου πλούτου και, ως εκ τούτου, οι περισσότερες τραπεζικές υπηρεσίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στους σχετικούς υπολογισμούς του ΑΕΠ. Μετά το 1970, η κατάσταση αυτή αλλάζει άρδην: ο χρηματοπιστωτικός τομέας συμπεριλαμβάνεται πλέον στους υπολογισμούς του ΑΕΠ, και με τη μεγάλη απορρύθμισή του, αυξάνεται εξαιρετικά το ειδικό του βάρος στην οικονομία. 

 

Η Χέντερσον παλεύει ένα «τρελό» σχέδιο: οι επιχειρήσεις μπορούν να σώσουν τον κόσμο, όπως το έκαναν στη Δανία, τη Γερμανία και τον Μαυρίκιο. Αρκεί, βεβαίως, να γίνει κατανοητό ότι μια μεγάλη αιτία των σημερινών προβλημάτων είναι η πεποίθηση, που κατέστησε δημοφιλή ο Μίλτον Φρίντμαν, ότι το μοναδικό χρέος μιας επιχείρησης είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους. Ωστόσο, αυτή η εστίαση είναι «εξαιρετικά επικίνδυνη ιδέα, όχι μόνο για την κοινωνία και τον πλανήτη, αλλά επίσης για την υγεία των ίδιων των δουλειών».

 

Χρειάζεται το κράτος, επαναλαμβάνει η Χέντερσον, για να αντιμετωπιστούν οι μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας: κλιματική αλλαγή, ακραία ανισότητα του πλούτου, οι υπό κατάρρευση θεσμοί της οικογένειας, της πίστης, ακόμη και του ίδιου του κράτους.

 

Προς απόδειξη του ισχυρισμού της, επικαλείται το εξωφρενικό, αλλά όχι μοναδικό, παράδειγμα μιας φαρμακευτικής start-up, της Turing, που το 2015 ανακοίνωσε αύξηση της τιμής του Daraprim — φάρμακο που χρησιμοποιούνταν ευρέως για την αντιμετώπιση επιπλοκών από το AIDS — από 13,50 σε 750 δολάρια την ταμπλέτα, ήτοι αύξηση 5.000%. Σημειωτέον, ανταγωνισμός δεν υπήρχε και το κόστος παραγωγής ενός χαπιού ήταν 1 δολάριο. Ο επικεφαλής της Turing, Martin Shkreli, δικαιολόγησε την αύξηση λέγοντας ότι το έκανε για να μεγιστοποιήσει τα κέρδη για τους μετόχους, διότι ζούμε σε καπιταλιστική κοινωνία, σε καπιταλιστικό σύστημα, και λειτουργούμε με καπιταλιστικούς κανόνες... Παρεμπιπτόντως, ο Shkreli καταδικάστηκε το 2018 σε επτά χρόνια φυλάκιση για εξαπάτηση των μετόχων — δεν γνωρίζω αν οι δικαστές μεγιστοποίησαν την ποινή του...

 

Με ασυνήθιστη για οικονομολόγο σεμνότητα, η Ντυφλό μας προειδοποιεί ότι τα μόνα που διαθέτουμε για να αντιπαλέψουμε τις κακές ιδέες που μας περιτριγυρίζουν είναι η εγρήγορση, η αντίσταση στη γοητεία του «προφανούς», ο σκεπτικισμός σε υποσχέσεις θαυμάτων, η εντιμότητα απέναντι στο τι γνωρίζουμε και στο τι όχι. Επί παραδείγματι, δεδομένα και μελέτες για τη μετανάστευση δείχνουν ότι οι άνθρωποι ούτε μετακινούνται (ποσοστιαία, η μετανάστευση βρίσκεται στα επίπεδα του 1960) ούτε βρίσκονται σε ανταγωνισμό με τους γηγενείς εργαζόμενους, όπως πιστεύουν πολλοί. Απεναντίας, και σε αντίθεση με την πεποίθηση των οικονομολόγων, δεν βρίσκεται μακριά από την αλήθεια η διαισθητική επίσης άποψη πολλών ότι το διεθνές εμπόριο βλάπτει τη ζωή τους. Αυτό που αγνοούν τα στερεότυπα είναι το «κόλλημα» των ανθρώπων, ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν να ξεριζωθούν. «Οι απλοί άνθρωποι θέλουν να μείνουν στον τόπο τους. Οι οικονομολόγοι νομίζουν ότι το εμπόριο είναι ευπρόσδεκτο επειδή, θα μπορούσε μεν να βλάψει κάποιους, αλλά οι άνθρωποι θα μετακινηθούν σε άλλες δουλειές σε άλλα μέρη. Εντούτοις οι άνθρωποι είναι πολύ απρόθυμοι να το κάνουν. Δεν θέλουν να πάνε σε διαφορετικό κλάδο, και σε διαφορετικό τόπο, και σε διαφορετική ζωή.»

 

Η Μέρλιν Μονρόε είπε κάποτε ότι οι γυναίκες που θέλουν να εξισωθούν με τους άνδρες στερούνται φιλοδοξίας. Σίγουρα, πάντως, δεν θα μπορούσε να το επαναλάβει γι’ αυτές τις τρεις. Δεν ξέρω αν θα σώσουν τον κόσμο, όπως γράφει χαριτολογώντας η Χέντερσον, αλλά ότι έδειξαν τι σημαίνει καλή οικονομική σκέψη, ναι, αυτό το κατάφεραν.

 

Ιδέες
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια