Γράμμα απ' την Ελλάδα στον Νικήτα Σινιόσογλου.― Του Ευγένιου Αρανίτση.

«Θα όφειλε κανείς να καταλάβει τον Παπαγιώργη πλησιάζοντάς τον όχι μέσω του Σιοράν αλλά μέσα απ' τα λαϊκά του '60, που τα ακούγαμε κάποτε υπό τον έναστρο ουρανό σαν προφητείες μιας συγκυρίας που θα μας έκανε ευτυχισμένους έστω κι αν άφηνε όλες τις αντιφάσεις ανεπίλυτες.» Ένα νέο κείμενο του Ευγένιου Αρανίτση στη LIFO.



ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΝΙΚΗΤΑ,

  

απ’ ό,τι είδα στο κείμενο σου για τον Κωστή Παπαγιώργη, στο πρόσφατο αφιέρωμα του Χάρτη, σε απασχόλησε, συν τοις άλλοις, επί τροχάδην, η περίπτωση «νεοελλήνων συγγραφέων» που εμφανίζονται υπερβολικά μετανοημένοι ώστε να αποσύρουν απ’ τους κοινόχρηστους χώρους τα αποκαΐδια των πρώτων τους λογοτεχνικών πειραματισμών· μαντεύεις, μάλιστα, ότι το κάνουν προκειμένου να τηρήσουν μια στάση «ολίγον ποζέρικη» και ποιος ξέρει τι χειρότερο θα μπορούσε κανείς να υπαινιχθεί. Δυστυχώς, προσπερνώντας με φρόνηση τον ρεμπέτικο προσδιορισμό «ποζέρικη», δεν κερδίζω και πολλά, αφού το λόγιο ποσοτικό επίρρημα «ολίγον», εξακολουθεί να με καλεί στα όπλα υπό το λάβαρο της υπεράσπισης όλων όσοι βρίσκονται αναίτια εκτεθειμένοι στον σαρκασμό επειδή αποπειράθηκαν να κρύψουν μερικά σκουπίδια κάτω απ’ το χαλί. Ακαλαίσθητος χειρισμός, το ομολογώ, αλλά κι ο μόνος διαθέσιμος εάν είσαι με τη σκούπα στο χέρι. Όταν θα πιάσεις κι εσύ τη σκούπα σε καμια χαϊντεγκεριανή Επιχείρηση Αρετή, θα το διαπιστώσεις.

 

Σε παρακαλώ λοιπόν να περιορίσεις τις προκαταλήψεις σου σ’ ένα πλαίσιο κάπως πιο ευφάνταστο. Έχε υπ’ όψιν πως αν η απόδοση προθέσεων κρίνεται εν γένει ανάρμοστη, είναι διότι, ακριβώς, ο κατηγορούμενος αδυνατεί να την αντικρούσει. Για να είμαι ειλικρινής, διαβάζοντας το κείμενό σου στον απόηχο εκείνης της σύντομης συζήτησης που είχαμε, στα όρθια, στη διασταύρωση των οδών Κυδαντιδών και Τρώων, δεν έχω λόγους να αισθάνομαι στο απυρόβλητο. Ακόμη κι έτσι, θα έκανα ευχαρίστως μια προσπάθεια να σε φωτίσω ως προς το σε τι διαφέρουν τα πριν το 1985 βιβλία μου απ’ τα επόμενα αλλά με αποθαρρύνει η σκέψη πως θα ματαιοπονούσα αν γινόμουν ενοχλητικά επεξηγηματικός απέναντι στη δυσπιστία κάποιου για τον οποίο μια τόσο κραυγαλέα και ριζική διαφορά παραμένει, περιέργως, αόρατη. Εκτός κι αν «φτιάχνεσαι» ειδικά με τα αποκηρυγμένα των συγγραφέων, οπότε πάσο. 

 

ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ, το γεγονός ότι απ’ όλα τα βιβλία του Παπαγιώργη διάλεξες σαν θέμα σου την Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, που ο ίδιος θεωρούσε σαν μια καθαρή αποτυχία στο επίπεδο του συγγραφικού ήθους, δεν μπορεί παρά να σημαίνει κάτι βαθύτερο για την τρυφερή σχέση που σου αρέσει να αναπτύσσεις με τις αποτυχίες των άλλων. Δυσκολεύομαι να την αποδώσω σε συμπόνια ή αλτρουισμό. Καταλαβαίνεις πόσο άδικο θα ήταν αν τώρα πιθανολογούσα, απ’ τη μεριά μου, όπως ήδη έκανες εσύ απ’ τη δική σου μεριά τόσο ανέμελα, ότι αυτή η εξιδανίκευση των απορριμμάτων των συναδέλφων σου παρηγορεί ενδεχομένως την απροθυμία να ξεφορτωθείς τα δικά σου. Και δεν εννοώ φυσικά τα βιβλία σου, που είναι απολύτως αξιοπρεπή επιτεύγματα, αλλά όλα εκείνα τα στρεβλά και δυσλειτουργικά αντικείμενα στις ναρκοθετημένες περιοχές του ψυχικού χάρτη, που θα πρέπει να έρθουν στην επιφάνεια ώστε να επιδιορθωθούν ή να απομακρυνθούν οριστικά μέσω μιας επώδυνης απομυθοποιητικής διεργασίας. Θλίβομαι που το λέω, όμως το να τα διατηρείς σε κυκλοφορία, έστω υπογείως, αντί να τα αποσύρεις με τις ευλογίες της ωριμότητας στην οποία ο καθένας μας προσβλέπει ευλαβικά, δεν στερείται συνεπειών, αρχής γενομένης από την επιζήμια έφεση στα ολισθήματα μιας άσκοπης ειρωνείας που υπονομεύει το κλίμα σύμπνοιας. Και να πεις ότι η σύμπνοια μας περισσεύει! 

 

Το γεγονός ότι απ' όλα τα βιβλία του Παπαγιώργη διάλεξες σαν θέμα σου την Οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, που ο ίδιος θεωρούσε σαν μια καθαρή αποτυχία στο επίπεδο του συγγραφικού ήθους, δεν μπορεί παρά να σημαίνει κάτι βαθύτερο για την τρυφερή σχέση που σου αρέσει να αναπτύσσεις με τις αποτυχίες των άλλων.

 

Παρομοίως με το ενδιαφέρον για την α λα Παπαγιώργη χαϊντεγκεριανή ερμηνεία του «χαλασμένου οργάνου», δηλαδή του εργαλείου που καταστράφηκε πριν προλάβει να αποδομηθεί απ’ την σαρωτική μετανεωτερικότητα ή πριν μπορέσουμε να απαλλαγούμε απ’ αυτό μέσω της πλάνης ότι δεν υπήρξε καν. Μεταξύ μας, τι άλλο θα ’ταν κάθε τέτοιο απομεινάρι αν όχι μια μεταφορά του σακατεμένου Εγώ, δηλαδή οιουδήποτε Εγώ, αφού δεν υπάρχει Εγώ που να μην έχει  επηρεαστεί σοβαρά, και ενίοτε ανεπανόρθωτα, από τα ρήγματα και τις αναπηρίες της παραπαίουσας συμβολικής οργάνωσης του κόσμου των γονέων που το γαλούχησαν; Ελπίζω να μην παρεξηγηθείς αν επαναλάβω ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει μόνον με το δικό μου Εγώ ή του Παπαγιώργη, αλλά και με το δικό σου επίσης, άπαξ και όλοι μεγαλώσαμε υπό την κηδεμονία ατόμων που μας άφησαν επικίνδυνα ανασφαλείς, χωρίς να θέλω να προσβάλλω κανέναν. Προφανώς, οι βλάβες και τα βραχυκυκλώματα μέσα στα αντλιοστάσια των επιθυμητικών προτεραιοτήτων του Εγώ αποτελούν ένα τεράστιο και περίπλοκο ζήτημα, όχι λιγότερο ακανθώδες άλλωστε, και σίγουρα δεν έχω την πολυτέλεια χρόνου και χώρου ώστε να το ανοίξω εδώ· τηλεγραφικά εντούτοις θα υπογραμμίσω ότι, στην πραγματικότητα, όταν ο Παπαγιώργης εξωτερικεύει τον λογοτεχνικό του έρωτα για το συντετριμμένο Εγώ, δεν εννοεί διόλου το Εγώ που εσύ ανιχνεύεις μονομερώς, και εσφαλμένα τολμώ να πω, στην δυτική παράδοση της σκέψης, με διάσταθμους όπως ο Μονταίν και ο Πασκάλ. Αυτή η διαδρομή είναι μάλλον προσχηματική. Το ότι τέτοιοι ήρωες του πνεύματος πολιτογραφήθηκαν σαν το αντίπαλο δέος του καρτεσιανού λογικού όντος, δεν αρκεί για να τους θεωρήσουμε μέντορες ενός τόσο ιδιοσυγκρασιακού συγγραφέα όπως ο Κωστής· η αντιπαλότητα είναι εξάλλου δευτερεύουσα και υπερτιμημένη. Η αληθινή αντιπαλότητα, για να στο πω χωρίς περιστροφές, σκηνοθετείται ανάμεσα στο σύστημα ανταμοιβής/τιμωρίας που διέπει την ηθική και κανονιστική ζωή του ατόμου στην Δύση αφ’ ενός, και αφετέρου στα καραγκιοζιλίκια του Προσώπου όταν ανεβαίνουν οι στροφές της εμπειρίας στην καρδιά της Κοινότητας, όπως την ξέρουμε εμείς εδώ κι όπως θα την ήξερες κι εσύ αν έβγαινες στα πέριξ χωρίς κράνος και αλεξίσφαιρο. Και πώς την ξέρουμε; Την ξέρουμε, εκ περιτροπής, σαν θερινό σινεμά (κατάσταση ηρεμίας) ή σκυλάδικο (κατάσταση διέγερσης). Γι’ αυτό και ο τίτλος του πρώτου σου βιβλίου, Αλλόκοτος ελληνισμός, έχει κάτι το πλεοναστικό. Είδες εσύ ποτέ ελληνισμό που να μην είναι αλλόκοτος; Κάτι ανάλογο ισχύει και για την έκφραση απόδημος ελληνισμός, που μεταχειρίζονται οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι. Μια και ολόκληρος ο ελληνισμός είναι απόδημος, δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο για να ξαναβρούμε το κέφι μας σκαρφαλωμένοι στη μάντρα σαν τα χαμίνια ώστε να παίρνουμε μιαν ιδέα για το τι διαδραματίζεται εκεί μέσα. Δηλαδή εκεί έξω. Η ιθαγένεια καμπυλώνεται ούτως ή άλλως απ’ τη βαρύτητα των γλωσσικών σημείων. Δεν ζούμε στον τόπο μας, αφού ο τόπος δεν υπάρχει όπως λένε οι ποιητές μας, ούτε ζούμε στην εξορία, αφού όλα είναι γνώριμα· ζούμε στη ζώνη εκείνη των αναρίθμητων φωτεινών και σκοτεινών εξαιρέσεων, όπου οι πόλεμοι μένουν ακήρυχτοι κι όπου τα δέντρα δεν ανθίζουν αλλά ανθίζονται. Εδώ τα πράγματα δεν μπορούν να οριστούν, διότι η Κοινότητα ουδέποτε αποφαίνεται ομόφωνα, αλλά έχεις κάθε δικαίωμα να τα φλερτάρεις με σκοπό τον γάμο. Όχι; Πολλά γράφονται αλλά λίγα λέγονται περί «ελληνισμού», αγαπητέ Νικήτα. Κρίμα που δεν μάθαμε ποτέ περί τίνος πρόκειται.

 

Η αληθινή αντιπαλότητα, για να στο πω χωρίς περιστροφές, σκηνοθετείται ανάμεσα στο σύστημα ανταμοιβής/τιμωρίας που διέπει την ηθική και κανονιστική ζωή του ατόμου στην Δύση αφ' ενός, και αφετέρου στα καραγκιοζιλίκια του Προσώπου όταν ανεβαίνουν οι στροφές της εμπειρίας στην καρδιά της Κοινότητας, όπως την ξέρουμε εμείς εδώ κι όπως θα την ήξερες κι εσύ αν έβγαινες στα πέριξ χωρίς κράνος και αλεξίσφαιρο. Και πώς την ξέρουμε; Την ξέρουμε, εκ περιτροπής, σαν θερινό σινεμά (κατάσταση ηρεμίας) ή σκυλάδικο (κατάσταση διέγερσης).

 

 

ΕΤΣΙ, παρά την αδιαμφισβήτητη οξυδέρκεια του Κωστή στην κατανόηση της δυτικής συνειδησιακής περιπέτειας, και ανεξαρτήτως της  εμπεριστατωμένης γνώσης των γρίφων της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας που τον δαιμόνιζαν, το δικό του συγγραφικό Εγώ έρχεται υποβρυχίως από μιαν άλλη παράδοση, που εσύ ίσως απεχθάνεσαι, την παράδοση του Ντοστογιέφσκυ και του Παπαδιαμάντη, ένα Εγώ που αποσυναρμολογείται με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι στους mora­li­stes, με τους οποίους το συσχετίζεις κάπως επιπόλαια. Ο Παπαγιώργης, ακόμη κι αν του είχαν αναθέσει χρέη Πρύτανη στην Σορβόννη, δεν θα έπαυε να λογοδοτεί στην αντεστραμμένη αυθεντία ενός Εαυτού ανατολίτη και μυστικοπαθή, επιπλέον οικειοθελώς εξευτελιζόμενου με στόχο τις προσωρινές σωτηριολογικές επαναδρομολογήσεις που βηματοδοτούν τη ζωή ως αναβολή της άφεσης αμαρτιών και ανυποχώρητη συναισθηματική ξεροκεφαλιά. Εξού και η εφηβική ευθυμία όλης αυτής της τραγωδίας, η σαλότητα και τα τρελά επεισόδια αποσυμπίεσης του φλογερού ταμπεραμέντου στις κραιπάλες και τις εμποροπανήγυρεις, όπου η Θεία Χάρη γίνεται σιωπηρώς αντιληπτή σαν απλήρωτος λογαριασμός ενοικίου ή διαμαρτυρημένη επιταγή. Σ’ αυτό το παράδοξο, οι moralistes δεν έχουν να προσφέρουν παρά μιαν εκλεπτυσμένη δόση σχολαστικής επαγρύπνησης για το κύρος των κανόνων ή το είδος εκείνο του δίχως πένθος στωικισμού ο οποίος, υπέρ ή ενάντια δήθεν στον Καρτέσιο, οδήγησε στους νοησιαρχικούς καλπασμούς της δυτικής ηθικοπολιτισμικής επανάστασης και, ως αντίδραση, στην εξίσου τρομακτική έγερση εκ του τάφου των φαντασμάτων του ρομαντικού παραληρήματος. 

 

Ότι η γυναίκα του Καίσαρα πρέπει και να φαίνεται τίμια είναι λατινική σκέψη, όχι ελληνική· για την αρχαιοελληνική σκέψη λχ. θα αρκούσενα είναι τίμια ― στο σύμπαν του Κωστή δεν θα αρκούσε τίποτα. Ο Παπαγιώργης όχι μόνον δεν αθωώνει το Κακό όταν αυτό πειθαρχεί στην υποχρέωση να εμφανίζεται άοπλο και φιλικό αλλά υποπτεύεται κατευθείαν κάθε Καλό σαν στρατήγημα ή προσποίηση του Κακού, οπότε η γυναίκα του Καίσαρα, ανεξαρτήτως του αν δείχνει ή όχι τίμια, αποκλείεται να είναι. Ως εκεί καμία αντίρρηση. Ωστόσο, και μολονότι ο συγγραφέας μας μοιράζεται την απαισιοδοξία του Πασκάλ, αποφεύγει να θεολογεί, ίσως ακριβώς επειδή είναι Χριστιανός, αν μου επιτρέπεις το ευφυολόγημα, δηλαδή Χριστιανός κατά λάθος, ένας τυχαίος περαστικός που είχε ξεμείνει, πιωμένος, στον γάμο της Κανά. Ο Κωστής δεν αναζητούσε λύσεις· ο Πασκάλ φέρ’ ειπείν, ιδιοφυής μαθηματικός και εφευρέτης αριθμομηχανής, νόμιζε πως η λύση ήταν ο Θεός ― ο Παπαγιώργης, που πίστευε στον Παράδεισο κρυφά, όπως έκαναν επί Διοκλητιανού, καταλάβαινε αυτό που, εδώ στην Ανατολή, ξέρουν ενστικτωδώς οι πάντες, δηλαδή ότι ο Θεός μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε, λχ. το αγοράκι της διπλανής πόρτας ή ο τύπος με τον μπαγλαμά στο καφενείο ή ο διαιτητής που ευνόησε την ομάδα μας, ένα όμως δεν θα μπορούσε να είναι: αυτός που εκπροσωπεί τη λύση του προβλήματος. Διότι ο άνθρωπος στη δική μας πολιτισμική παράδοση δεν είναι πρόβλημα, ο άνθρωπος είναι η λύση αυτός ο ίδιος, όπως στο αίνιγμα της Σφίγγας, η χειρότερη λύση που υπάρχει και συνάμα η μόνη, κάτι σαν τη δημοκρατία α λα Τσώρτσιλλ. Έτσι ο Κωστής, ως καλλιτέχνης, και δίχως να θυμώνει καθώς διέβλεπε το τι συνέβαινε στον άνθρωπο αλλά διαβλέποντας το τι συνέβαινε επειδή ήταν θυμωμένος, έγινε η ψυχή της παρέας, μια ψυχή  στοργική και καλοσυνάτη ― έχει δίκιο ο Ίκαρος Μπαμπασάκης που το τονίζει. Αν και όταν ήταν παιδί δεν του έδωσαν αγάπη, αυτό είναι διαπιστωμένο, παρά μόνον εκείνη που εισέπραττε με αντάλλαγμα το να παίζει τον ρόλο του θύματος της εξαπάτησης, ο Κωστής ήταν ειλικρινής στη συμπάθειά του για τους αδικημένους. Όχι για τους παλαβούς και τους μέθυσους, όπως θα ευχόταν ο Λάγιος εξωραΐζοντας το φολκλόρ των φιλολογικών μας χρονικών, αλλά εκείνους στους οποίους τα παρεπόμενα της εξαπάτησης είχαν επιβληθεί πατερναλιστικά. Έκτοτε, σαν σε αντιστάθμισμα στην ανάγκη για ζωντανές και ταραχώδεις συναναστροφές, εξεγέρθηκε κατά της εξαπάτησης και πάνω σ’ αυτή τη διένεξη σφυρηλάτησε το στιλ του, απλό, γρήγορο, έξυπνο, ανελέητο και με σύντομες φράσεις λες και φοβόταν ότι οι πολύπλοκες γλωσσικές αλυσίδες μπορεί να συσκότιζαν όλο εκείνο το σύστημα των παρακαμπτηρίων και των διόδων διαφυγής από το δικό του βαθύ ζήτημα, θριαμβευτικά ανεπίλυτο με τον πιο «ελληνικό» τρόπο  εφόσον, διαφορετικά, ίσως ξυπνούσε ένα πρωί μπροστά στη γονεϊκή κληρονομιά των συναισθηματικών ερειπίων. Εκεί να δεις αδικία! Έπρεπε άρα ο άνθρωπος να αμυνθεί προτού ο λεγόμενος εαυτός μεταμορφωθεί σε δικαστήριο. Και ποιος θα διαφωνούσε στο ότι η πιο ανθεκτική ασπίδα απέναντι στον εαυτό ήταν ο θορυβώδης συνασπισμός των εξαπατημένων που επαναστατούσαν με όπλο την κυκλοθυμική αυθεντικότητα του αλκοόλ; Η αιθανόλη, το καθαρό οινόπνευμα, είναι μια οργανική ένωση φημισμένη σαν διαλύτης μιας μεγάλης ομάδας ουσιών όπως τα χρώματα, τα αρώματα, τα φάρμακα, τα καύσιμα και οι τροφικές ύλες ― διαλύει επίσης παρέες που, δέκα μέρες αργότερα, ξανασυγκροτούνται σε σώμα και γιορτάζουν τη συγχώρεση πίνοντας μάντεψε τι. Ο Βακαλόπουλος ήταν της άποψης ότι τσακωνόμαστε μόνον και μόνον για τη χαρά της συμφιλίωσης· ο Κωστής μάλλον πίστευε ότι συμφιλιωνόμαστε ώστε να μπορούμε να ξανατσακωθούμε. Για κάνα δυο μήνες τού είχε κολλήσει ένα σπαραξικάρδιο ρεφραίν του ΛεΠά και το επαναλάμβανε συνεχώς: 

 

Αφού μου πήρες τον αέρα έτσι απότομα, 

θέλω σκότωμα... θέλω σκότωμα... 

 

Ο Πασκάλ, ιδιοφυής μαθηματικός και εφευρέτης αριθμομηχανής, νόμιζε πως η λύση ήταν ο Θεός ― ο Παπαγιώργης, που πίστευε στον Παράδεισο κρυφά, όπως έκαναν επί Διοκλητιανού, καταλάβαινε αυτό που, εδώ στην Ανατολή, ξέρουν ενστικτωδώς οι πάντες, δηλαδή ότι ο Θεός μπορεί να ήταν οποιοσδήποτε, λχ. το αγοράκι της διπλανής πόρτας ή ο τύπος με τον μπαγλαμά στο καφενείο ή ο διαιτητής που ευνόησε την ομάδα μας, ένα όμως δεν θα μπορούσε να είναι: αυτός που εκπροσωπεί τη λύση του προβλήματος.

 

Βλέπεις, λοιπόν, φίλε Νικήτα, ότι το κλειδί είναι πάνω στην κλειδαριά ― διότι, για έναν δυτικής ανατροφής moraliste, αν κάποιος σού είχε πάρει τον αέρα απότομα, θα ήθελε αυτός σκότωμα, όχι εσύ. Σ’ εμάς, εδώ, πάει ανάποδα· η εξασφάλιση της απονομής του δικαίου σε στέλνει να καθήσεις εκ δεξιών του Πατρός, ειδικώς εκεί όπου καμία δικαιοσύνη δεν έχει κυρωτικές αρμοδιότητες ― άσε που είναι κάπως παράξενο να έχεις τον Θεό στα αριστερά σου! Με δυο λόγια, Ανατολικά του 20ού μεσημβρινού, συγχωρούνται απαξάπαντες και κάθε αδικημένος έχει μια δεύτερη ευκαιρία αδικηθεί ξανά. Είναι όπως λέμε Με σκότωσε γιατί την αγαπούσα, που σημαίνει ότι είναι αδύνατον να συλληφθεί ο δολοφόνος δεδομένου ότι το κίνητρό του εξοστρακίζεται πάνω σε μιαν απίθανη νομική παραδοξότητα και μένει ανεντόπιστο κάπου μέσα στον φαύλο κύκλο της ανορθόδοξης λογικής που συνέχει το Θείο Πάθος. Δεν υπάρχει, στη δική μας παράδοση, θεολογία της κόλασης. Υπάρχουν αντιστροφές επί αντιστροφών, ύμνοι και τροπάρια αποφατικής έμπνευσης και συγχωροχάρτια σε τιμές προσιτές, για το χατίρι της πιάτσας. Φάσκουμε και αντιφάσκουμε, σαν σε παζάρι, με στόχο τη διακοπή της ατέρμονης παρέλασης αιτίου και αιτιατού, διότι μόνον αν ακινητοποιηθεί ο χρόνος μπορείς να συναντηθείς με τον διπλανό σου. Άραγε, η επιταχυνόμενη κατανάλωση των γεγονότων στην Δύση, όσο και η συνακόλουθη εφιαλτική αίσθηση ότι ο άνθρωπος εξαφανίστηκε, με τι άλλο έχει να κάνει αν όχι με τον εκμηδενισμό της συνάντησης;

 

 

ΑΥΤΗ Η ΣΤΑΣΗ, διόλου «ποζέρικη», ξεχωρίζει τον Κωστή απ’ τους moralistes, οι οποίοι, θεμελιώνοντας τον πεσιμισμό τους σαν μαθηματικό θεώρημα, ψάχνουν εμμέσως για αφορμές να αποκαταστήσουν μια τάξη ή ευαγγελίζονται την εξιλέωση· ο Κωστής αναρωτιέται μεν, συνεχώς, αλλά δεν ψάχνει θεραπείες ούτε πιστεύει στον σωφρονισμό των ταξινομήσεων, παίζει απλώς και με μαεστρία στα δάχτυλα τα κόλπα μιας γκρίνιας που μας κάνει όλους λίγο πιο πονηρεμένους ― δεν θέλει να εμβαθύνει στην πραγματικότητα, ούτε να την εξορθολογήσει αλλά να την εξάψει. Κατά τα λοιπά, όχι μόνον δεν είναι ηθικολόγος αλλά λατρεύει το γνωστό αθάνατο ελληνικό στιλ της γειτονιάς με τα γιασεμιά που περιμένουν το έγκλημα για ν’ ανθίσουν. Και ιδού τι τον κρατάει σε τέτοια παροιμιώδη απόσταση απ’ την ψυχαναλυτική διδασκαλία αλλά και απ’ την ποίηση, διότι η ποίηση υπάρχει για να αρθρώνει αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί αλλιώς και άρα υπονομεύει τη μέριμνα για την προστασία των απορρήτων. Αξίζει να θυμάσαι το εξής: όσο επινοητικός και αν είναι ο στοχασμός των Δυτικών στην προσέγγιση των πραγμάτων, θα συναντάει πάντοτε τη διάψευση, αφού η αποφατική κληρονομιά τού είναι άγνωστη και συνεπώς η γνωριμία με το πράγμα δεν του αρκεί αλλά επιδιώκει πάση θυσία να το ανακρίνει για να αποσπάσει τον αλγόριθμο της ουσίας του ώστε να τον κατέχει ωφελιμιστικά, κάτι a priori ανέφικτο, οπότε μένει με τη γλύκα, σα να λέμε με την αποζημίωση μιας εργαλειακής φαινομενικότητας. Ο Κωστής, όπως και ο Βακαλόπουλος, όπως κι ο Λάγιος ή ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ή ο Δημήτρης Καράμπελας, αλλά και η ταπεινότης μου εν μέρει, αν μπορώ να το πω δίχως τον κίνδυνο της υπεροψίας, ανήκε σ’ εκείνους που ένιωθαν ότι αυτή η γλύκα ήταν πικρή και δηλητηριώδης. Τον ερέθιζε το αδιέξοδο όχι για τον απειλητικό χαρακτήρα του, όπως συμβαίνει με τους ιεραπόστολους του Διαφωτισμού, αλλά επειδή τον κρατούσε ζωντανό και αμήχανο, ετοιμοπόλεμο κι απογοητευμένο· είμαστε η γενιά που θεωρούσε το διάβασμα σαν οδηγό αυτοκαταστροφής. Κάθε κείμενο σχολιασμού που γράφουμε πάνω σ’ ένα άλλο κείμενο είναι σημείωμα αυτοκτονίας. 

   

Έτσι, ο καημένος ο Πασκάλ, μολονότι ο Θεός τού μιλούσε ήδη μέσω της μουσικής μιας υπέροχης πρόζας, προσπαθούσε να πείσει τους ουρανούς να χρησμοδοτήσουν στη γλώσσα των αριθμών και της λογικής ― τζάμπα πήγε όλος εκείνος ο ενορατικός συγκλονισμός του 1654! Τουναντίον, εδώ, σ’ εμάς, κυριαρχούσε σταθερά η μοιρολατρία, η χαρούμενη επίγνωση της αθλιότητας του κόσμου, η διαρκής ανακύκλωση του ελλείμματος αυτοσεβασμού και η πεποίθηση ότι η καψούρα είναι συνώνυμη της αιώνιας νιότης, δηλαδή ενός λάθους που επανορθώνεται με το καλημέρα. Για να μην σε ταλαιπωρώ, όταν εμείς οι ελληνόφωνοι της ανατολικής Μεσογείου μιλάμε για «γνώση» εννοούμε ότι για να γνωρίσεις χρειάζονται τουλάχιστον τρεις, όπως και για το να παντρευτείς ― η γνωριμία με το πράγμα, σ’ εμάς, δεν είναι πνευματικό ανδραγάθημα ή πολεμική πράξη, είναι συνοικέσιο. Κοντολογίς, εννοούμε ότι όλα, μα όλα, παραμένουν εντέλει διαπροσωπικά, περιλαμβανομένης της έγκρισης κάποιου συμβολικού τρίτου ή μπάρμπα στην Κορώνη, έστω και αν αυτή η ρήτρα επιβραδύνει τις ακαδημαϊκές προόδους της σκέψης στην αφομοίωση των ερευνών του Χάιντεγκερ γύρω απ’ την εκκρεμότητα του Είναι. Τι να πεις! Όταν το Είναι συμπιέζεται στο μηδέν ώστε να αφήσει χώρο στους επιταχυνόμενους ιλίγγους του γίγνεσθαι, όπως συνέβη στην Ιστορία της Δύσης από την Αναγέννηση και μετά, τότε το βλέπουμε, ω του θαύματος!, να επιστρέφει πλησίστιο με τη μορφή του αντικειμένου μιας ασυγκράτητης φιλοσοφικής νοσταλγίας. Έκτοτε, τα διδακτορικά πέφτουν βροχή.

 

Εδώ, σ' εμάς, κυριαρχούσε σταθερά η μοιρολατρία, η χαρούμενη επίγνωση της αθλιότητας του κόσμου, η διαρκής ανακύκλωση του ελλείμματος αυτοσεβασμού και η πεποίθηση ότι η καψούρα είναι συνώνυμη της αιώνιας νιότης, δηλαδή ενός λάθους που επανορθώνεται με το καλημέρα.

 

 

Αυτό ήταν που παρότρυνε τον Κωστή να αποκηρύξει το βιβλίο για τον Χάιντεγκερ· είχε μπροστά του το προϊόν της επικοινωνίας δύο συνειδήσεων, όχι τριών ― από δω ο σκύλος και από κει το ηχείο του γραμμοφώνου. Στο διάσημο λογότυπο του His Master’s Voice δεν υπήρχε εκείνος ο τρίτος, ο tertium gaudens, που αργότερα θα ενσαρκωνόταν στο λοξό βλέμμα της κριτικής κατανόησης πυροδοτώντας όλους τους επίκαιρους ενδοιασμούς και τις αμφιλογίες. Επομένως, όταν λες ότι «η θεματική του συντριμμένου Εγώ εντάσσει τον Παπαγιώργη στην δυτικοευρωπαϊκή αντίληψη περί δοκιμίου», καταλαβαίνω γιατί γράφεις «συντριμμένου» και όχι «συντετριμμένου». Αλλά κι εσύ καταλαβαίνεις, φαντάζομαι, ότι μόνον και μόνον η αγωνία για το αν ένα έργο ανήκει ή όχι στη δυτικοευρωπαϊκή αντίληψη ισοδυναμεί με την αθέλητη παραδοχή πως, εξαρχής, αυτό δεν είναι καθόλου δεδομένο και αναμφισβήτητο. Η απόπειρα να κρεμάσουμε άρον άρον την ταμπέλα του Δυτικού σε όποιον γράφει σπουδαία κείμενα στα ελληνικά δείχνει τη δυσκολία να διαισθανθούμε ότι αυτός πιθανόν αντιπροσωπεύει το επισκεπτήριο μιας πολύ πιο σύνθετης καταγωγής κι ότι ο συγκερασμός των δύο κόσμων, Ανατολής και Δύσης, στον πυρήνα του ενδιαφέροντος που διατηρεί για τα οριακά φαινόμενα, δίνει ακριβώς το μέτρο της συγγραφικής του υπόληψης. Δες τι τράβηξε ο Σεφέρης προκειμένου να ομολογήσει, μετά θάνατον, ότι συμμετείχε στη συνωμοσία του «δυτικοκεντρισμού» ― άκου λέξη που βρήκαν! Ο Κωστής ακολουθεί. Απ’ το οξύμωρο ενός ανθρώπου που μετέφραζε με τέτοιαν άνεση τον Ντεριντά ενώ σύχναζε μερακλώνοντας σε εκατό τοις εκατό ελληνικά μαγαζιά της νύχτας ανάβλυζε μια λεπτή αλλά αγέρωχη απόλαυση που διαχεόταν, γραπτώς, στην ηθικοανήθικη κοσμοθεώρησή του και που δεν θα ήταν σωστό να του τη στερήσουμε επειδή δεν χωράει στην ενδοχώρα της ακαδημαϊκής εποπτείας του καθενός μας. Μετά την έκδοση της μετάφρασης του Περί γραμματολογίας, ο  Ντεριντά, άνθρωπος μεγάλης ευγένειας, του τηλεφώνησε ένα απόγευμα αυθόρμητα για να τον γνωρίσει: ο Παπαγιώργης, κατά την αφήγηση του ίδιου πάντοτε, σήκωσε το ακουστικό και, μόλις πληροφορήθηκε την ταυτότητα του συνομιλητή, του το έκλεισε κατάμουτρα και επέστρεψε στην τηλεόραση. Τον ρώτησα για ποιο λόγο φέρθηκε με τέτοια αγένεια, λες και δεν ήξερα. Μου απάντησε ότι ντράπηκε να μιλήσει, διότι παρά την πλήρη εξοικείωσή του με τη γραπτή εκδοχή των γαλλικών, οι προφορικές επιδόσεις του ποτέ δεν έπαψαν να χωλαίνουν. Μ’ άλλα λόγια, κάλυψε μιαν υποθετικά αναξιοπρεπή συμπεριφορά με μιαν απρέπεια εκατό φορές χειρότερη, όπως εκείνος ο ρώσος ταξιτζής, που περιγράφει ο Ναμπόκοφ στην Λολίτα και ο οποίος, χρησιμοποιώντας την τουαλέτα του σπιτιού μιας πελάτισσας για να ανακουφίσει το έντερό του, απέφυγε να τραβήξει το καζανάκι από φόβο μήπως ο ήχος ειδοποιούσε τους ενοίκους του διαμερίσματος για τον ποταπό χαρακτήρα της πράξης που είχε προηγηθεί και αποχώρησε στα μουλωχτά αφήνοντας πίσω του ένα εξωφρενικό ενθύμιο αχαριστίας.

 

ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ, θα όφειλε κανείς να καταλάβει τον Παπαγιώργη πλησιάζοντάς τον όχι μέσω του Σιοράν αλλά μέσα απ’ τα λαϊκά του ’60, που τα ακούγαμε κάποτε υπό τον έναστρο ουρανό σαν προφητείες μιας συγκυρίας που θα μας έκανε ευτυχισμένους έστω κι αν άφηνε όλες τις αντιφάσεις ανεπίλυτες. Ξέρω ότι δεν είναι και πολύ ακαδημαϊκή η σύγκριση αλλά εμένα με παρηγορεί διότι ξυπνάει το ανατρίχιασμα μιας αλήθειας που την έζησα με τους όρους της πιο εξαντλητικής γνωριμίας. Μην ξεχνάς ότι υπέφερα κι εγώ επί μακρύ διάστημα, την ίδια περίοδο με τον Κωστή, από βασανιστικές κρίσεις αγοραφοβίας, και μάλιστα με το ίδιο εκλυτικό αίτιο, τουτέστιν την απότομη διακοπή της χρόνιας χρήσης αλκοόλ. Το να φοβούνται οι άνθρωποι του είδους μας την αγορά είναι μια ύστατη ειρωνεία της μοίρας. Θα συμφωνείς ελπίζω, Νικήτα, ότι αν είχα βαλτώσει, εγκλωβισμένος στα πρώτα μου βιβλία, δεν θα μπορούσα να απευθύνομαι σήμερα σ’ εσένα μ’ έναν τρόπο που να μην προδίδει το ύψος των περιστάσεων. Εμπιστέψου με και μην ανησυχείς όταν οι συγγραφείς, ωριμάζοντας, απογοητεύονται απ’ τα πρώτα τους βιβλία· να ανησυχείς μήπως υποχρεωθούν να απογοητευθούν απ’ τα τελευταία.

 

                                                                                     Εγκάρδια

                                                                                             Ε.

 

 

 

 

Ιδέες
ΑΦΙΕΡΩΜΑ
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια