Σε εποχές ύφεσης, οι οικονομίες τείνουν να υποχωρούν, ακριβώς όταν απαιτείται περισσότερο ερέθισμα.
Ιδέες

Είναι ο καπιταλισμός η πραγματική απειλή της Δημοκρατίας;

Εύλογοι φόβοι και μοντέλα αντιμετώπισής του σε μια εποχή που, λόγω πανδημίας, δικαιολογούνται όλες οι απολύσεις και τα απολυταρχικά μοντέλα. Τόσο στη διοίκηση επιχειρήσεων, όσο και στη διακυβέρνηση χωρών.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΑΛΑΝΟΠΟΥΛΟΥ



ΣTO ΛΟΝΔΙΝΟ ΤΟΥ 1930, ο Ούγγρος μετανάστης διανοοούμενος Karl Polanyi ήταν γνωστός στους ακαδημαϊκούς κύκλους ως ο «τύπος της Αποκάλυψης». Γύρω στα 50 του κλήθηκε να αφήσει πίσω του σύζυγο, κόρη και μητέρα, καθώς η Αυστρία βούταγε βαθιά στην αγκαλιά του φασισμού, το 1933.  

 

Αν και μέχρι τότε είχε επιμεληθεί μεγάλος μέρος της ύλης της περίφημης εβδομαδιαίας εφημερίδας The Austrian Economist, όπου δημοσιεύονταν άρθρα προσωπικοτήτων όπως ο Friedrich Hayek και ο Joseph Schumpeter, ο ίδιος είχε αποφασίσει ότι επρόκειτο για το πλέον «θεωρητικό και πρακτικά άγονο» κομμάτι της καριέρας του, κατηγορώντας τον εαυτό του ότι δεν μπόρεσε να προβλέψει την κρισιμότερη πολιτική σύγκρουση της εποχής του.

 

Όπως συμβαίνει με όλους τους πρόσφυγες, τα οικονομικά του Πολάνυι ήταν πενιχρά και δεν κατάφερε να κερδίσει μία θέση καθηγητή, παρά μόνο τη συνεπιμέλεια σε μία ογκώδη αντιφασιστική έκδοση, η οποία μάλιστα περιελάμβανε δοκίμια των W. H. Auden και Reinhold Niebuhr.

 

Η δική του συμβολή σ’ αυτή την παράξενη ανθολογία ήταν ότι ο φασισμός απομακρύνει τη δημοκρατία από τις ανθρώπινες κοινωνίες με τρόπο τέτοιο που στο τέλος το μόνο ζωντανό σ’ αυτές είναι η οικονομική πτυχή τους, ένας σκελετός χωρίς σάρκα, δηλαδή.

 

Στα 1937, ο Πολάνυι είχε καταφέρει να διδάσκει σε πρόγραμμα εκπαίδευσης ενηλίκων στο Κεντ και στο Σάσεξ, δουλειές στις οποίες έπρεπε να καταφθάνει με λεωφορείο, το οποίο αν δεν προλάβαινε, θα έπρεπε να περάσει τη νύχτα του, ως φιλοξενούμενος στο σπίτι κάποιου μαθητή του. Τη βρετανική ιστορία δεν την είχε μελετήσει επισταμένως ποτέ ξανά στο παρελθόν, οπότε μ’ αυτό που ζούσε, άρχισε να παρατηρεί το πώς ο καπιταλισμός είχε προκαλέσει απανωτά σοκ στο πολιτικό σύστημα της Μεγάλης Βρετανίας.

 

Δεν υπήρξαν σημαντικές τραπεζικές ή χρηματοοικονομικές κρίσεις. Το πραγματικό εισόδημα των Ευρωπαίων αυξήθηκε όσο ποτέ μέσα σε διάρκεια 150 χρόνων και η ανεργία στις ΗΠΑ, η οποία κυμαινόταν μεταξύ 14%-25% τη δεκαετία του '30, μειώθηκε στο 4,6% τη δεκαετία του '50.

 

Το δεδομένο ήταν ότι η Αγγλία αποτελούσε το πρώτο έθνος που αγκάλιασε με τόση πίστη την εκβιομηχάνισή του, ωστόσο, τώρα ο Πολάνυι κατανοούσε το γιατί ο φασισμός μπορούσε να επιμολύνει χώρες τόσο διαφορετικές μεταξύ τους. Από την Ιαπωνία μέχρι την Κροατία και από εκεί στην Πορτογαλία, ήταν σαφές για εκείνον ότι ο φασισμός δεν έπρεπε να αποδίδεται σε τοπικές αιτίες, εθνικές νοοτροπίες ή ιστορικά υπόβαθρα. Δεν θα έπρεπε καν να θεωρείται πολιτικό κίνημα.

 

Ήταν μάλλον μια «από πάντα δοθείσα πολιτική δυνατότητα» - ένα αντανακλαστικό που θα μπορούσε να συμβεί σε κάθε πολιτεία που βιώνει ένα συγκεκριμένο είδος δοκιμασίας. Κατά την άποψη του Polanyi, κάθε φορά που η κερδοσκοπική μανία εμποδίζεται από την ανάγκη προστασίας των ανθρώπων από τις επιβλαβείς παρενέργειές της, οι ψηφοφόροι μπαίνουν στον πειρασμό της «φασιστικής λύσης»: η συμφιλίωση του κέρδους με την ανάγκη για ασφάλεια οδηγεί σε απώλεια των ελευθεριών του πολίτη, συμπέρανε πολύ σοφά.

 

Κατά την άποψη του Polanyi, κάθε φορά που η κερδοσκοπική μανία εμποδίζεται από την ανάγκη προστασίας των ανθρώπων από τις επιβλαβείς παρενέργειές της, οι ψηφοφόροι μπαίνουν στον πειρασμό της «φασιστικής λύσης».

 

Αυτού του η διορατικότητα έγινε ο ακρογωνιαίος λίθος του αριστουργήματός του, «Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός», το οποίο δημοσιεύθηκε το 1944, καθώς ο κόσμος βρισκόταν αντιμέτωπος με την τεράστια καταστροφή που είχε προκαλέσει το πέρασμα του φασισμού από την Ευρώπη και τα Βαλκάνια.

 

Σήμερα, που ακριβώς όπως τη δεκαετία του ’30, οι ανά τον κόσμο ισχυροί κρατούν ξέφρενοι τα ηνία, τραμπουκίζοντας τη δημόσια ζωή, ελέγχοντας όλες τις εξουσίες και επιχειρώντας να φιμώσουν τον Τύπο, ένα νέο βιβλίο επαναφέρει όλες τις παραπάνω τρομακτικές διατυπώσεις. «Μπορεί η Δημοκρατία να επιβιώσει από τον παγκόσμιο καπιταλισμό;» (εκδόσεις Norton) είναι ο τίτλος και ο δημοσιογράφος, συγγραφέας, και ο καθηγητής του Brandeis, Ρόμπερτ Κούτνερ αναδεικνύει τον Πολάνυι ως έναν αγνοημένο προφήτη.

 

Ακριβώς, όπως ο Ούγγρος ιστορικός, έτσι και ο Κούτνερ πιστεύει ότι οι ελεύθερες αγορές μπορούν να είναι πιο γρήγορες από όσο θα μπορούσαν να ανεχτούν οι πολίτες, προκαλώντας μια απίστευτη ταλαιπωρία που ια καταστήσει όλους –παγκοσμίως- ευάλωτους στη φασιστική λύση.

 

Στην περιγραφή του Κούτνερ, ωστόσο, το σημερινό πολιτικό αδιέξοδο είναι διαφορετικό από αυτό που έφερε σε απόγνωση τον Πολάνυι το 1930. Πρόκειται ένα αδιέξοδο που προκαλείται τόσο από τις αριστερές κυβερνήσεις και της απολύτως αντιδραστικής πτέρυγας της επιχειρηματικής ζωής, όσο και από στελέχη της αριστεράς που απεμπόλησαν τις αξίες τους προς χάριν του κέρδους...

 

Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης - υποστηρίζει ο Κούτνερ-  οι Αμερικανοί Δημοκρατικοί, το Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας και πολλοί από τους σοσιαλδημοκράτες της Ευρώπης με θαυμαστή συνέπεια εγκαταλείπουν τα... αριστερά ιδανικά τους και το δίκιο του εργάτη, για να ασπαστούν με την άνεση τους τα προνόμια της ελεύθερης αγοράς. Συμμάχησαν με εταιρείες και επενδυτές και φυσικά έχασαν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων τους. Έτσι, όταν ήρθαν στα πράγματα οι ισχυροί του χρήματος –και όχι κατ’ ανάγκην της Δεξιάς- τάζοντας θέσεις εργασίας και ασφάλειας, ακόμη και οι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης ήταν έτοιμοι να τους ψηφίσουν.

 

Πίσω στη δεκαετία του ‘30, όταν ο Polanyi διατύπωνε για πρώτη φορά την κριτική του, ο Βρετανός οικονομολόγος John Maynard Keynes υποστήριζε επίσης ότι οι καπιταλιστικές οικονομίες δεν είναι αυτορυθμιζόμενες. Οι αγορές εργασίας, αγαθών και χρημάτων, υποστήριζε, δεν βρίσκουν ισορροπίες ανεξάρτητες, αλλά μέσω αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους, κάτι που μπορεί να έχει εξαιρετικά οδυνηρές συνέπειες.

 

Και η αλήθεια είναι αυτή: σε εποχές ύφεσης, οι οικονομίες τείνουν να υποχωρούν, ακριβώς όταν απαιτείται περισσότερο ερέθισμα. Οι πλούσιοι του κόσμου αρνούνται να προχωρήσουν σε επενδύσεις, κάνοντας οικονομία δυνάμεων και επιχειρώντας να διατηρήσουν τον πλούτο τους, αφού δεν μπορούν να τον αβγατίσουν...  Κατά τη διάρκεια του Παγκόσμιου Κραχ και της Ύφεσης που ακολούθησε, ο Κέινς προέβλεπε ότι οι κυβερνήσεις θα έπρεπε να υπομείνουν την Ύφεση, χωρίς περιθώρια σοβαρών αντιδράσεων.

 

Μέχρι τη δημοσίευση του βιβλίου του Polanyi, η κεϋνσιανή άποψη είχε γίνει κάτι σαν Ευαγγέλιο. Για τις επόμενες δεκαετίες, οι κορυφαίες οικονομίες του κόσμου διοικούνταν αυστηρά  από τις κυβερνήσεις τους. Ο ανώτατος οριακός φορολογικός συντελεστής της Αμερικής παρέμεινε στο ενενήντα ένα τοις εκατό έως το 1964, και οι νόμοι κατά της τοκογλυφίας διατηρούσαν ανώτατο όριο στα επιτόκια μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70. Η ανάμνηση του οικονομικού χάους της δεκαετίας του '30 και του φασισμού που προκάλεσε, ήταν ακόμα ζωντανή και η Σοβιετική Ένωση έφτασε ως εναλλακτική λύση, εάν οι Δυτικές δημοκρατίες αποτύγχαναν να προστατεύσουν τον εργαζόμενο.

 

Όσον αφορά τα διεθνή νομισματικά συστήματα, ο Κεϋνσιανισμός κυριάρχησε. Το 1944, στη Διάσκεψη του Bretton Woods, ο Keynes βοήθησε να δημιουργηθεί ένας τρόπος διαπραγμάτευσης για την εναρμόνιση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, κάτι που έδωσε στις εθνικές κυβερνήσεις αρκετό περιθώριο για να ενισχύσουν τις εγχώριες οικονομίες τους όταν κρινόταν απαραίτητο. Μόνο η Αμερική εξακολούθησε να εξαργυρώνει το νόμισμά της με χρυσό. Άλλα έθνη προσάρμοσαν τα νομίσματά τους στο δολάριο (καθιστώντας το ως αποθεματικό τους νόμισμα), αλλά ήταν ελεύθερα να προσαρμόσουν τις τιμές των νομισμάτων τους εντός ορίων όταν προέκυπτε ανάγκη.

 

Επίσης επιτράπηκε στις χώρες, μερικές φορές να απαιτούν την επιβολή ελέγχου κεφαλαίου, λήφθηκαν δηλαδή μέτρα που περιόριζαν τη διασυνοριακή ροή επενδυτικού κεφαλαίου. Με τους επενδυτές να μην μπορούν να κερδίσουν χρήματα ξαφνικά από τη μια χώρα στην άλλη, οι κυβερνήσεις ήταν ελεύθερες να ωθήσουν την ανάπτυξη με χαμηλά επιτόκια και να ξοδέψουν σε κοινωνικά προγράμματα χωρίς φόβο ότι οι καπιταλιστές που αποφεύγουν τον πληθωρισμό θα πουλήσουν τα ομόλογα των εθνών τους.

 

Τόσο αμελητέα ήταν η πολιτική δύναμη των επενδυτών που η Γαλλία, η Βρετανία και η Αμερική άφησαν τον πληθωρισμό να μειώσει σημαντικά την αξία των πολεμικών χρεών τους. Στη Γαλλία, μάλιστα, ο οικονομολόγος Thomas Piketty είχε κάνει ειρωνικά λόγο, για μια χρονικό περίοδο όπου επικρατούσε «καπιταλισμό χωρίς καπιταλιστές»...

 

Το αποτέλεσμα - εξαιρετικά ενοχλητικό για τους φονταμενταλιστές της ελεύθερης αγοράς - ήταν η ευημερία. Στις τρεις δεκαετίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατά κεφαλήν παραγωγή αυξήθηκε ταχύτερα στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, περισσότερο από κάθε άλλη φορά.

 

Δεν υπήρξαν σημαντικές τραπεζικές ή χρηματοοικονομικές κρίσεις. Το πραγματικό εισόδημα των Ευρωπαίων αυξήθηκε όσο ποτέ μέσα σε διάρκεια 150 χρόνων και η ανεργία στις ΗΠΑ, η οποία κυμαινόταν μεταξύ 14%-25% τη δεκαετία του ‘30, μειώθηκε στο 4,6% τη δεκαετία του ‘50.

 

Ο πλούτος κατανεμήθηκε σε αρκετούς και όπως αναφέρει και o οικονομολόγος και ιστορικός  Barry Eichengreen, στο νέο του βιβλίο «Ο Λαϊκός Πειρασμός» δεν υπήρξε λαϊκιστής ηγέτης (σ.σ.: αν κάτι μας θυμίζει αυτό), που να μην ωφεληθεί σε ό,τι αφορά ψήφους, εκλογικά αποτελέσματα και δημοφιλία.

 

Ο Κούτνερ με ανησυχία επισημαίνει ότι η υποστήριξη προς τους δεξιούς εξτρεμιστές στη Δυτική Ευρώπη είναι ακόμα υψηλότερη σήμερα από ό,τι τη δεκαετία του ’30...

 

Κατά τον Κούτνερ, αυτός ο δρόμος που ξέραμε κάποτε για την οικονομία πλέον δεν οδηγεί πουθενά.

 

Το έτος 1973, κατά τη γνώμη του, σηματοδότησε «το τέλος της μεταπολεμικής κοινωνικής σύμβασης». Οι πολιτικοί άρχισαν να απομακρύνουν τους περιορισμούς από τους επενδυτές και τους χρηματοδότες και η οικονομία επέστρεψε στις βίαιες, σπασμωδικές συμπεριφορές της.

 

Μεταξύ 1973 και 1992, η κατά κεφαλήν αύξηση του εισοδήματος στον ανεπτυγμένο κόσμο έπεσε στο μισό από ό, τι ήταν μεταξύ 1950 και 1973. Η εισοδηματική ανισότητα ανέκαμψε. Μέχρι το 2010, τα πραγματικά μεσαία κέρδη των Αμερικανών εργαζομένων πρώτης ηλικίας ήταν κατά 4% χαμηλότερα από ό, τι ήταν το 1970. Τα κέρδη των Αμερικανών γυναικών αυξήθηκαν για λίγο περισσότερο, καθώς περισσότερες γυναίκες εισήλθαν στην αγορά εργασίας, αλλά μειώθηκαν μετά το 2000.

 

Και, όπως θα είχε προβλέψει ο Polanyi, η πίστη στη δημοκρατία ξεθύμανε. Μάλιστα, ο Κούτνερ με ανησυχία επισημαίνει ότι η υποστήριξη προς τους δεξιούς εξτρεμιστές στη Δυτική Ευρώπη είναι ακόμα υψηλότερη σήμερα από ό,τι τη δεκαετία του ’30...

 

Με τον Τραμπ να παίζει παιχνίδια πάνω στην παγκόσμια σκακιέρα, ξεκινώντας από τις σχέσεις των ΗΠΑ με την Κίνα και ανατινάζοντας τις εμπορικές γέφυρες και σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών και δίνοντας το σήμα για οικονομικά παιχνίδια χωρίς κανόνες σε όλον τον πλανήτη, υπάρχει καμία ελπίδα;

 

«Βασικά, υπάρχουν δύο λύσεις », μας γράφει ο Polanyi από το –όχι και τόσο μακρινό, τελικά-1935. «Η επέκταση της δημοκρατικής αρχής από την πολιτική στα οικονομικά ή η κατάργηση της δημοκρατικής “πολιτικής σφαίρας” εντελώς».

 

Δηλαδή, αυτή τη στιγμή καλούμαστε να επιλέξουμε ανάμεσα στον σοσιαλισμό και τον φασισμό; Κάπως έτσι, απαντά ο Κούτνερ, ωστόσο όχι τόσο κατηγορηματικά όσο φαίνεται.

 

Κατά τη χρυσή εποχή της πλήρους απασχόλησης της Αμερικής, η οικονομία ήρθε, με διαρθρωτικούς όρους, όσο πιο κοντά θα μπορούσε ποτέ να έρθει στον σοσιαλισμό, αλλά παρέμεινε καπιταλιστική στον πυρήνα της. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι εργαζόμενοι μοιράστηκαν άμεσα τον αυξανόμενο πλούτο της χώρας, ενώ σήμερα οι προτάσεις περί ενίσχυσης της οικονομικής ισότητας εξαρτώνται από τη φορολόγηση των κερδισμένων της υπόθεσης, προκειμένου να χρηματοδοτηθούν προγράμματα που αποζημιώνουν τους ασθενέστερους.

 

Τέτοια αναδιανεμητικά μέτρα, παρατηρεί ο Κούτνερ, είναι «μέτρα ανάγκης». Δεν κάνουν πολλά για την κοινωνική συνοχή: οι κερδισμένοι δυσφορούν για την απώλεια των κερδών τους και οι οικονομικά ασθενέστεροι για την απώλεια της αξιοπρέπειάς τους.

 

Μπορούμε να επιστρέψουμε σε μια ισότητα στα πρωτογενή εισοδήματα των εργαζομένων παρά σε εκείνα που επιφέρει η δευτερογενής ανακατανομή; Σε ένα πρόσφατο δοκίμιο για το περιοδικό Democracy, η συνεργάτις του Roosevelt Institute, Jennifer Harris, συνιστά να επαναπροσδιορίσουμε το διεθνές εμπόριο ως κινητήρια δύναμη σε κάτι τέτοιο και όχι ως εμπόδιο. «Κατά τη διαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών», γράφει η ίδια, «θα μπορούσαν, για παράδειγμα, οι κυβερνήσεις να απαιτήσουν από τις πολυεθνικές ότι θα πληρώνουν στους εργαζομένους τους έναν υψηλότερο μισθό σε σύγκριση με αυτό που καταβάλλουν στα στελέχη».

 

Ή αν δεν μπορεί να συμβεί αυτό, προτείνει τα αναδιανεμητικά προγράμματα να γίνουν καθολικά -γονική άδεια, εθνική υγειονομική περίθαλψη- και όχι στοχευμένα. Τα οφέλη που διατίθενται σε όλους βοηθούν τους ανθρώπους χωρίς να τους κάνουν να αισθάνονται σαν ευνοούμενοι κάποιας φιλανθρωπικής οργάνωσης, τονίζει.

 

Στο ίδιο λογικό πλαίσιο, ο Kuttner αναφέρει μερικά σπουδαία παραδέιγματα από τη Σκανδιναβία, όπου οι κυβερνήσεις υποστηρίζουν τους εργαζομένους άμεσα -μέσω επιδοτήσεων μισθών, επανακατάρτισης μόνιμων και προσωρινών δημόσιων θέσεων εργασίας - και όχι περιορίζοντας την εξουσία των εργοδοτών στην απόλυση ανθρώπινη δυναμικού. «Δεν θα προστατεύσουμε τις θέσεις εργασίας», δήλωσε πρόσφατα ο υπουργός Εργασίας της Σουηδίας στους Times, «αλλά τους εργαζόμενους».

 

Η διαφορά στην αντιμετώπιση αριθμών και ανθρώπων –που κατά το καπιταλιστικό συνήθειο είναι το ίδιο- απομακρύνει το ενδεχόμενο ολοκληρωτισμού. Τόσες στις οικονομίες όσο και στις κοινωνίες. Και γι’ αυτό, ίσως, χρειάζεται αναπροσαρμογή. Στη σκέψη και στο μοντέλο διοίκησης. Όχι στους αριθμούς.

 

Με στοιχεία από το New Yorker

 

 

Ιδέες
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια