ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ

 

Το Καλοκαίρι του '75

Κι ένας δίσκος που δεν είναι της μόδας

 

Αυτός ο δίσκος του Γιάννη Σπανού, που μόνο δυο κομμάτια του υπάρχουν στο YouTube, μου θυμίζει ένα απίθανο καλοκαίρι του ‘75 στην Οία.

 

Φρικιό. Με ένα αρχαίο walkman με κασέτες. Κοιμόμουν με σλίπινγκ μπαγκ στα γκρέμια του Κάστρου, Ιούνιος. Καθόλου τουρίστες. Όλη μέρα μπάνιο στο Αμμούδι (έρημο), διάβασμα και μουσική. Σε μια σπηλιά με τσιμέντο στο πάτωμα υπήρχε μόνο μια γριά που μού εφτιαχνε τηγανητά αυγά και ντομάτες. Κάθε μέρα. Ήμουν 17 χρονών, ντροπαλός κι επιθετικός ταυτόχρονα. Με συμπαθούσαν. Κολυμπούσα γυμνός παραδίπλα, μέχρι το εκκλησάκι που βρίσκεται μέσα σε ένα βράχο στη θάλασσα. Είχα φτάσει στα επίπεδα μιας σχεδόν εκστατικής αυτάρκειας.

 

Μια μέρα στο Αμμούδι ένας Γάλλος που ταξίδευε με τα τρία μικρά αγόρια του (μεταξύ 8-12 χρονών)  νοίκιασε ένα καϊκι για βαρκάδα. Με προσκάλεσε. Ήταν από αυτά τα μεσημέρια με τον αέρα που φυσάει όσο πρέπει για να διαλυθεί η άχνα της ζέστης, να γίνει το νερό βαθυγάλανο και ο αφρός να λάμψει άσπρος στο σγουρό τόξο των κυμάτων. Μια υγιεινή ενέργεια είχε συνεπάρει ολόκληρο εκείνο το στεφάνι μαύρης γης -ή έτσι μού φαινόταν- καθόμουν στην πλώρη με τα πόδια στο νερό, καθώς τα μικρά παιδιά ελεύθερα (πρώτη φορά έβλεπα πατέρα να μην έχει την υστερία των Ελλήνων) κρεμιόντουσαν και έπαιζαν ευτυχισμένα.

 

Ήμουν κι εγώ ευτυχισμένος. Χωρίς να ξέρω γιατί. Ή μάλλον ήξερα. Έπαιρνα  μια πρόγευση της γιορτής που είναι η ζωή -κι απλωνόταν μπροστά μου. 

 

Τέλος πάντων, άλλο ήθελα να πω. Στο αρχαίο walkman μου, ανάμεσα σε κασέτες του Dylan και της Holiday (φοιτητικό κόλλημα) είχα και μια κασέτα με αυτή τη μουσική: Ο Σπανός παίζει Σπανό. Το άκουγα στην εν λόγω βαρκάδα. Δεν είχα πονηρευτεί, όπως αργότερα που όσα ακούς και βλέπεις πρέπει να δίνουν κι ένα σήμα σπουδαιοφάνειας- ήμουνα χύμα, μου άρεσε ό,τι μου άρεσε, κι η εποχή ήταν πιο απλοϊκή, πριν έρθει ο μεταμοντερνισμός και τα κάνει όλα πόζα.

 

Ωραίος δίσκος. Θυμίζει Χατζιδάκι, αλλά δεν έχει τη δραματική χροιά εκείνου. Οι Εσπερινοί του Χατζιδάκι, ταιριάζουν στην άνοιξη με την μεθυστική παραφορά, ο Σπανός στο καλοκαίρι. Είναι πιο ελαφρύς και απροσποίητος, με τα γρέζια της μαστορικής επάνω του, πιο μονοσήμαντος, ανέμελος και σχεδόν επιπόλαιος- όπως τα T-shits που παίρνει ο άνεμος στη πλάτη των παιδιών με τα μηχανάκια και βλέπεις τα λακάκια τους. Μ’ αρέσει επειδή δεν παίρνει τον εαυτό του στα σοβαρά (όπως και αυτός ο συνθέτης, που αξίζει πολύ περισσότερο από όσα διεκδίκησε ή του δόθηκαν).

 

Έκτοτε δεν ξανάκουσα αυτό το δίσκο. Πρόσφατα το έψαξα στο Spotify και προς έκπληξή μου… νάτος! Ποιός θέλει ν’ ακούει πια τέτοια ξεπερασμένη μουσική;

 

Το ακούω πάλι με μια παράξενη έξαψη. Μ’ αρέσει; Ή μ’ αρέσουν όσα μου θυμίζει;

 

Τι σημασία έχει;

 

Νομίζουμε ότι η νοσταλγία είναι συναισθηματικό γνώρισμα, ενώ είναι σωματικό. Το σώμα σου σε πάει τυφλά, πίσω σε αυτά που ξέρει. Ιδίως όταν πέφτει το βραδάκι, βαδίζεις μόνο στους δρόμους που μεγάλωσες. 

 

Οπότε, δεν χρειάζεται να εναντιοδρομείς. Είναι θέμα Χημείας― ή μάλλον Φυσικής. Πάω όπου πάει το πράγμα. 

That’s all!