ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ

 

 

Εγώ, ο ξένος, 

Ελευθεροτυπία 1992

Βρετανικά στρατεύματα στις πύλες της κατεχόμενης Καμπούλ, 1879

 

 

 

«Μία φούχτα χώμα να κρατώ και, να σωθώ μ’ εκείνο».

Διον. Σολωμός

 

 

Μου ’δωσε πολλά η Αθήνα. Εδώ ερωτεύτηκα, εδώ γλέντη­σα, εδώ δούλεψα κι έκανα φιλίες — και εδώ παίρνω ακόμα τους δρόμους όταν είμαι μόνος.

 

Δεν έχω παράπονο από αυτό το θηρίο που γνώρισα στα 17 μου χρόνια (κι έχουν περάσει άλλα τόσα!) — τότε που με δια­πέρασε ένα άγριο ρίγος μπροστά στο χάος του κέντρου, το πλήθος των αγνώστων, τη διάθεση να μπλεχτώ στη σαγήνη των δρόμων και να κάψω τα φτερά μου.

 

Ήθελα να γνωρίσω την έξαψη της μεγάλης πόλης, να κρυ­φτώ μες στην ανωνυμία. Τη μυθολογική μου διάθεση ενέτεινε η μελοδραματική λατρεία της πόλης που ήταν μόδα στα eighties. Με πέντε ουίσκι, η πόλη μου ανήκε. Έτρεχα στη Βουλιαγμένης σαν να βρισκόμουν σε διάδρομο απογείωσης, το speed έπαλλε στα μηνίγγια μου και τα φώτα αριστερά-δεξιά μου θύμιζαν μητροπόλεις που δεν γνώρισα, τις ιπτάμενες πό­λεις του Moebius και του Μαγκρίτ, της Αόρατες Πόλεις του Καλβίνο, τις Ωκεανουπόλεις του Τόκιο.

 

Πάνω απ’ τον καναπέ μου (στο δυάρι της Κυψέ­λης) είχα έναν τεράστιο χάρτη 4 x 2 m με όλους τους δρόμους της Αθήνας. Καθόμουν ώρες και μάθαινα ονόματα. Τσιτάριζα τον Γκι Ντεμπόρ (που τσιτάριζε τον Μαρξ) κι έλεγα ότι μόνο η ατμόσφαιρα της πόλης χειραφετεί, γιατί μόνο οι πόλεις συγκε­ντρώνουν εξουσία και έχουν συνείδηση του παρελθόντος. «Η πόλη έχει υποτάξει πια την ύπαιθρο, γι’ αυτό κι η φύση μου τη σπάει» έλεγα — κι έκανα μήνες να τηλεφωνήσω σπίτι.

 

Πολλή απ’ την αγάπη μου στην πόλη υπάρχει ακόμα, αλλά όχι με την παλιά ένταση. Ειδικά αφότου ξεπέρασα το κόμπλεξ του επαρχιώτη (και κατάλαβα ότι ο επαρχιωτισμός είναι ηθική κι όχι γεωγραφική κατηγορία) το μυαλό μου όλο και συχνότερα στρέφεται στο νησί.

 

Ειδικά όταν τα ουράνια ρόδα με το αμαυρότατο πέπλον της σκεπάζει η νύχτα και βλέπω ένα ζευγάρι γέρων να βγαίνει στο απέναντι μπαλκόνι του να χαζεύει την κίνηση του δρόμου και των μαγαζιών, θυμάμαι όλο και πιο επίμονα τη θάλασσα, τις βελανιδιές στην Υπεράγαθο,-  την εποχή που «ο χρόνος με ετύλιγε με χλόη και με θάνατο ακαταπαύστως» — και για να μην πολυλογούμε: Δεν με χειραφετεί πια η πόλη, αλλά η γενέθλια γη.

 

Το παίρνω απόφαση ότι ανήκω  στο νησί όπου πρωτόδα το φως, κι ότι σε αυτή την πόλη —όσες ηδονές, όσες εμπειρίες κι αν μου έχει δώσει— θα είμαι πάντα ένας ξένος που αλλάζει σπίτια σαν πουκάμισα — ένας άνθρω­πος που κόβει βόλτες, δήθεν αμέ­ριμνος, χαζεύοντας βιτρίνες.

 

Ώρες-ώρες ακούω κι εγώ (σαν τον Γκαστόν Μπασελάρ) τον άνεμο να κορνάρει και με αποκοιμίζει ο παφλασμός της πόλης όταν υποφέρω από αϋπνίες. Ξέρω καλά τι εννοεί ο Antony (των Red Hot Chili Peppers) όταν τραγουδάει:

 

«Καμιά φορά νιώθω σαν ο μόνος φίλος μου να ’ναι η πόλη που ζω/Όταν είμαι μόνος κλαίμε μαζί/Οδηγώ στους δρόμους της/Ξέρει ποιος είμαι και ο άνεμός της με γεμί­ζει φιλιά».

 

Ξέρω καλά τη γοητεία καταφυγίου που έχουν πόλεις σαν την Αθήνα —την ομορφιά της παρακμής τους, την ελευθεριότη­τα που προκαλεί ο γενικός χαλασμός— αλλά δεν ένιωσα ποτέ (αυτό που νιώθω στο Κάιρο): Την αίσθηση ότι υπάρχει μια θέση και για μένα, ότι ο χώρος αισθηματοποιείται και επαναδημιουργείται «μες σε χαρά και μες σε λύπες».

 

Τόσα χρόνια περάσανε, και η Αθήνα στέκει πάντα απέναντι μου — επιθετική, αναίσθη­τη, ξετιναγμένη, ααν γυναίκα που πάνω της ασέλγηοαν οι πάντες. Μου θυμίζει τριτοκοσμική μητρόπολη όπως την περιγρά­φει ο Claude-Levi Strauss: «Πόλη χωρίς ηλικία και μνήμη· πόλη αστικής χρήσεως, που ζει πυρετωδώς μια χρόνια αρρώστιαδιαρκώς νέα, αλλά ουδέποτε υγιής».

 

Aναφωνήτρα, 26 Αυγούστου 2018, Φωτ. Σ.Τ.

 

 

Την αγαπώ όπως αγαπάς τις αμαρτίες σου, αλλά δεν είμαι τυφλός. Βλέπω τη βρόμα, τη φτώχεια, τη φτήνεια, τα ζόρια των δυτικών συνοικιών, ακούω τους μικρούς και σπάνιους αναστεναγμούς που αναδίδονται απ’ το ξεχαρβαλωμένο πλήθος όταν κατηφορίζει την Πανεπιστημίου προς ένα Ανύπαρκτο Κέντρο. Με έχει τσιτώσει και μένα αυτή η «Ανύπαρκτη Πολιτεία», ξέρω ποιο ηθικολογικό φλιπάρισμα μεταμόρφωσε τον «Ταξι­τζή» του Σκορτσέζε σε Τιμωρό της — αλλά και πάλι, σκέφτο­μαι, ότι στα στενά μιας χολεριασμένης πολιτείας ακολούθησε ο Άσενμπαχ το μεγάλο έρωτά του!

 

Και σωπαίνω.

 

Ήρθα κι εγώ στην Αθήνα γιατί περίμενα ότι θα βρω (όπως ο Τόμας Μαν στη Βενετία) τον πυρετό μιας πόλης που βυθίζεται. Ήξερα ότι έρχομαι σε μια πόλη άσχημη — κι ότι στην ασχήμια η ηδονή έχει ένταση.

 

Δεν έπεσα έξω. Η ΑΘήνα είναι ένα απόλυτο μπορντέλο. Κάθε σούρουπο, μαζί με τα θερμοσίφωνα ανάβουν  και τα αίματα. Όταν οι Ευρωπαίοι πέφτουν σε ύπνους δίχως όνειρα, η άσφαλτος της Αθήνας καίει από μια ερωτόληπτη αγρυπνία — λες κι η τελευταία σανίδα σωτηρίας των Αθηναίων να είναι πια το σεξ.

 

Όταν είσαι αααβάδιστος, μια τέτοια ερωτοληψία μπορεί να γεμίσει τη ζωή σου και να σε κάνει να πιστέψεις ότι η Αθήνα σου ανήκει. Αλλά αυτή η ψευδαίσθηση δεν είναι και για χόρταση. Κατά βάθος ξέρεις πως στην Αθήνα  παραμένειε επαναληπτικά ένας ξένος (αν και ΜΟΝΟ ξένοι την κατοικούν). Ξέρεις ότι ανήκεις στον τόπο που όχι μόνο θυμάσαι αλλά και σε θυμάται — κι αυτός ο τόπος είναι για σένα είναι ένα νησί.

 

Όταν ο Μπενάκης προσπάθησε να πείσει τον άρρωστο Καβάφη να μείνει στην Αθήνα, ο ποιητής απάντησε:

 

― Μα πώς ν' αφήσω την Αλεξάνδρεια; Η οδός τάδε είναι θεία μου, η οδός τάδε ανηψιά μου...

 

Είναι κάτι που δεν μπορώ να το πώ για κανένα δρόμο της Αθήνας.

 

Ενώ υπάρχει ένας τόπος (μισοπραγματικός, μισοφανταστικός) που «τον χαϊδεύουν οι Ζέφυροι και τον φιλεί το κύμα»-  με ελαφρά, καθαρά, διαφανή σύννεφα- ένας τόπος όπου τα δά­κρυα (αν τυχόν πέσουν) γίνονται κρίνοι της νύχτας — και αυ­τός ο τόπος με θυμάται, μου ανήκει, είμαι φτιαγμένος απ’ το χώμα του.

 

Όταν η μελαγχολία της πόλης με αποξενώνει, σ’ αυτόν τον τόπο επιστρέφω, στις ήσυχες μέρες της επαρχίας μου, στις λια­κάδες, τους ζωντανούς και τους πεθαμένους μου, τα δάση... — και σαν τον άνθρωπο που πέφτει, προσπαθώ να πιαστώ από λίγο χώμα — αυτό το σημείο του Ακίνητου Χρόνου όπου όλα συμφιλιώνονται ξανά.

 

Ελευθεροτυπία, 1992, Στήλη «Επιλογές»

 

 

 

 

 

Ημερολόγιο