ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ

 

Στ' αμπέλια του Σταύρου Ζουμπουλάκη

 Μόλις διάβασα το ολιγοσέλιδο (89 σελίδες) βιβλίο του Σταύρου Ζουμπουλάκη και δεν ξέρω τι να το κάνω ούτε πού να το κατατάξω. Είναι ένα αυτοβιογραφικό γραπτό; (και ναι και όχι). Είναι ένα ποιητικό δοκίμιο; (παρακινδυνευμένος όρος). Το μόνο που ξέρω είναι ότι με συγκίνησε βαθιά γιατί εκφράζει απλά στις τελευταίες σελίδες κάτι που απασχολεί όλους όσους ζούμε την ένταση της σημερινής ζωής, αλλά όταν πέφτουμε να κοιμηθούμε, στον ύπνο μας αναφαίνεται μια άλλη ζωή, η παιδική μας, απ΄την οποία τίποτα δεν επέζησε, και είναι τόσο πρωτόγονη και απομακρυσμένη πια, που μας αφήνει απορημένους το ξημέρωμα: «Εγώ που έζησα όλα αυτά τα εξαφανισμένα, ησιόδεια πράγματα, πώς ζω έτσι σήμερα σαν να ΄ναι κάτι φυσικό; Είμαι ο ίδιος, ό ΕΝΑΣ άνθρωπος; Ή ζω μία  περίληψη του κόσμου;»

Πρώτη φορά, βλέπω να εκφράζει κάποιος αυτό το αίσθημα της ανοιχτής βεντάλιας, έστω ακροθιγώς. Κι αυτό δίνει στην αφήγηση ένα τόνο ευεργετικής ψυχρότητας... Κάθε παιδική ανάμνηση που περιγράφεται, είναι σαν να περιγράφεται για να πείσει ο συγγραφέας τον εαυτό του ότι πράγματι την έζησε. Και βλέποντάς την γραμμένη να την αφήσει να ξεραθεί (κομμένο σύκο) πάνω στο μέταλλο του μοντέρνου κόσμου. 

Εξαίρετο βιβλίο, ταπεινό και αυστηρό. Γραμμένο με την πειθαρχία καλόγερου που αντιγράφει τη ζωή ενός άλλου, πιο ευτυχισμένου ανθρώπου. 

Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης είναι αυτή την εβδομάδα ο  φιλοξενούμενός μας στην σειρά της LIFO  «Οι Αθηναίοι». Το τεύχος  κυκλοφορεί αύριο βράδυ. ― Σ.Τσ.

 

 

Κέρκυρα 1912, φωτ.: Fred Boissonas

 

Το απόσπασμα

Οι άνθρωποι της ηλικίας μου (γεννήθηκα το 1953), όσοι ειδικότερα γεννηθήκαμε σε κάποιο ελληνικό χωριό, έχουμε ένα τεράστιο πολιτιστικό πλεονέκτημα: γνωρίσαμε, όπως έλεγε ένας μακαρίτης πια Κύπριος φίλος, ένα χρόνο μεγαλύτερος μου, την ιστορία της ανθρωπότητας από το ησιόδειο άροτρο μέχρι το ταξίδι στο φεγγάρι. Κυριολεκτικά. Οι άνθρωποι στη Συκιά όργωναν, έσπερναν, θέριζαν, αλώνιζαν, όπως διαβάζουμε στο Έργα και Ημέραι του Ησιόδου.

 

Αυτός ο κόσμος έχει περάσει ανεπίστροφα, καταποντίστηκε για πάντα. Δεν βρίσκω τίποτε πιο βαρετό από το να ακούς ή να διαβάζεις για τα παιδικά χρόνια κάποιου, πρέπει πράγματι να τον αγαπάς πολύ για να το αντέξεις. Δεν είχα καμιά διάθεση να διηγηθώ εδώ τα δικά μου παιδικά χρόνια, παρά τόσο μόνο όσο χρειαζόταν για να αποτυπωθεί το χνάρι αυτού του αιωνόβιου, χτεσινού μα και οριστικά καταποντισμένου κόσμου. Στα παιδιά μου είναι ακατανόητος. Αλλά και στα παιδιά που ζουν στο χωριό, τα περισσότερα από όσα γράφω εδώ είναι, όπως έχω διαπιστώσει, άγνωστα. Ούτε τους τα διηγείται κανείς ούτε κι εκείνα έχουν όρεξη να τα ακούσουν και να τα μάθουν. Εμένα αυτός ο κόσμος με συγκινεί βαθιά, όχι γιατί είναι ο κόσμος της παιδικής μου ηλικίας -δεν ήταν άλλωστε αποκλειστικά-, αλλά γιατί είναι ο κόσμος των αγαπημένων μου ανθρώπων, των ανθρώπων που με αγάπησαν και τους αγάπησα πολύ. Τον σκέφτομαι πάντα με συγκίνηση, αλλά δεν τον νοσταλγώ. Τι να νοσταλγήσεις; Τη φτώχεια, την υψηλή παιδική θνησιμότητα, την εντελώς απροστάτευτη απέναντι στην παραμικρή αρρώστια ζωή; Τη φυσική και ψυχική βία εις βάρος των μικρών παιδιών και των γυναικών; Το κουτσομπολιό, την κακολογία και τον ασφυκτικό έλεγχο της ιδιωτικής -τρόπος του λέγειν— ζωής; Τη δεισιδαιμονία και τον αναλφαβητισμό; Οι γυναίκες του χωριού, όταν ήθελαν να πάνε από τη μια ρούγα στην άλλη, δεν περνούσαν μέσα απ’ την αγορά, δεν τη διασχίζανε, αλλά έκαναν κύκλο και την παρακάμπτανε. Ήταν τόπος απαγορευμένος γι’ αυτές. Η ενδυματολογία τους από μια ηλικία και πέρα, μέσα στα μαύρα, με τα τσεμπέρια και τις γάζες —έτσι λέγονταν οι λεπτοί, αγανοί κεφαλόδεσμοι—, δεν διέφερε και πολύ από των μουσουλμάνων γυναικών. Αυτό τον κόσμο τον νοσταλγεί μόνο όποιος δεν τον έχει γνωρίσει. Υπάρχει συγκίνηση χωρίς νοσταλγία, ίσως μαλιστα να είναι έτσι πιο αδρή.

 

Δεν με διαμόρφωσαν τα γράμματα και οι τέχνες, ό,τι είμαι το χρωστάω σε όσα έζησα, κυρίως σε όσα έζησα με την αδερφή μου. Τα εννιά καλοκαίρια στ’ αμπέλια έπαιξαν και αυτά σημαντικό ρόλο στη ζωή μου, όπως αναγνώρισα πολύ αργότερα. Εκείνο που τους χρωστάω κυρίως είναι ότι εκεί έχει τη ρίζα της μια ηθική επιλογή, που κάποτε πήρε και πολιτικά χαρακτηριστικά, ότι θα είμαι πάντα με τη μεριά των φτωχών και των αδικημένων. Γνώρισα στη ζωή μου και συνδέθηκα φιλικά και με πλουσίους ανθρώπους. Ευγενείς, καλλιεργημένοι, με παιδεία και ενδιαφέροντα, ευαίσθητοι, ενίοτε και φιλάνθρωποι. Όσο στενά κι αν συνδέθηκα, υπήρχε πάντα κάτι, με μια δυο εξαιρέσεις, που εμπόδιζε την πλήρη ψυχική επικοινωνία. Ήμουν με τους άλλους, ακόμη και όταν ήταν αφόρητοι. Οι μια δυο εξαιρέσεις αφορούν ανθρώπους που άλλα χαρίσματά τους μείωναν κατά πολύ την αμαρτία του πλούτου. Το χρήμα δεν είναι ποτέ μόνο το χρήμα, είναι ένας τρόπος θεώρησης του κόσμου και της ζωής, που χωρίζει τους ανθρώπους με πολύ ισχυρότερο τρόπο από ό,τι άλλες διαφορές. Στα ζευγάρια, για παράδειγμα, οι κάθε λογής διαφορές -εθνικές, θρησκευτικές, γλωσσικές, φυλετικές, πολιτιστικές- μπορούν να γεφυρωθούν, όχι εύκολα αλλά πάντως μπορούν. Η ταξική διαφορά δεν γεφυρώνεται ποτέ! Νομίζουν συχνά τα ζευγάρια, κοροϊδεύοντας ο ένας τον άλλο, και κυρίως ο καθένας τον εαυτό του, ότι η ταξική διαφορά δεν τους χωρίζει, ότι η αγάπη τους κατάφερε να ξεπεράσει τη δύναμη του χρήματος. Δεν γνωρίζω καμία παρόμοια περίπτωση και είμαι πεπεισμένος ότι δεν υπάρχει. Επιπλέον, θεωρώ μεγάλη παράλειψη που στις εισόδους των ναών της Εκκλησίας των του Χριστού πενήτων δεν υπάρχει επιγραφή που να ορίζει από ποιο εισοδηματικό όριο και πάνω απαγορεύεται να διαβείς το κατώφλι τους.

 

Προσωπικά δεν γνώρισα στα παιδικά μου χρόνια τη φτώχεια. Γνώρισα τη μικροαστική στέρηση, το μέτρημα των πραγμάτων για να βγει ο μήνας και να μείνει και κάτι για αποταμίευση, όχι όμως τη φτώχεια. Δόξα τω Θεώ. Τούτη η κατάσταση της στέρησης πάντως στάθηκε κι αυτή πολύτιμη για τη ζωή μου αργότερα: μου έδωσε ένα αίσθημα περηφάνιας και υπεροχής για όσα —ελάχιστα— κατάφερα μόνος μου, απέναντι σε διάφορους βουτυρόκωλους, που τα βρήκαν όλα στρωμένα.

 

_______

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στ' αμπέλια, σελ.82-86, εκδ. Πόλις 2018