ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ

 

 

Ρωτώντας για την Ουμ Καλσούμ στο Κάιρο και στην Αθήνα. Ελευθεροτυπία 1986

Όσο κι αν φαίνεται επιστημονική φαντασία σήμερα, όταν αποφάσισα να γράψω αυτό το σημείωμα στην εφημερίδα, δεν είχε ξαναγραφτεί τίποτα σχετικό (τουλάχιστον εγω, δεν είχα δει). Παρά την μεγάλη παροικία των Αιγυπτιωτών στην Αθήνα. Μη ξεχνάμε, ότι τότε δεν υπήρχε ίντερνετ και στα περίπτερα έβγαιναν 6 περιοδικά συνολικά, αφόρητα mainstream και ομφαλοσκοπικά. Δεν ήταν της μόδας οι καλτίλες. Είχε τύχει να δω δυο δίσκους της Καλσούμ (ή Καλθούμ) στο σπίτι μιας αιγυπτιώτισσας φίλης. Έπαθα. Έψαξα στην Αθήνα, τίποτα, πουθενά. Πήγα στην πρεσβεία της Αιγύπτου, χωρίς ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Κατέληξα στο Κάιρο, αγόρασα δίσκους της Sono Cairo, άρχισα να ρωτάω. Το σημείωμα είναι γραμμένο άγουρα, αλλά έκανε τη δουλειά του.



Ουμ Καλσούμ



Ποια ήταν η Ουμ Καλσούμ;

Ρώτησα την υπηρέτρια μιας φίλης Αιγυπτώτισσας, κάποιο απόγευμα στο Κάιρο. «Ποια ήταν;» είπε, όλο έκπληξη. «Ήταν η μάνα μας. Δεκατρία χρόνια πάει που πέθανε — ας είναι γαληνεμένη η ψυχή της. Ήταν το άστρο μας —«αστέρι της Ανατολής», «πρώτη κυρία της Αίγυ­πτου», την έχουν πει. Καμιά άλλη φωνή δεν είχε τέτοια γλύκα, τέτοιο παράπονο, τέτοια λαχτάρα». Δυνάμωσε το ραδιόφωνο. Σώπασε.

 

Ακούτε Ουμ Καλσούμ;

Ρώτησε δειλά το γκαρσόνι του ξενοδοχείου, αφήνοντας το δίσκο με το πρωινό. Χαμογελούσε, χαμηλώνοντας τα μάτια. 

—Ναι, αρέσει και σε σας;

—Σε ποιόν δεν αρέσει εδώ;

—Ο Αμπντουλαχάμπ (ο συνθέτης των καλύτερων τραγουδιών της) ζει; Ξέρετε;

—Ζει απομονωμένος σε μια έπαυλη στο Νείλο. Τον είδαμε πέρυσι στην τηλεόραση σε μια τιμητική συναυλία για τα 80 χρόνια του, απευθείας από το Παρίσι... Δεν δίνει συνεντεύξεις.

 

 

Πρώτη φορά τραγούδησε σε ένα πανηγύρι θα 'ταν δεν θα 'ταν 21 χρονών. Πληρώθηκε μ' ένα ποτήρι γάλα και λίγο καλαμπόκι.

 

Πληροφορίες στα δισκάδικα του Καΐρου:

Κάθε πρώτη Πέμπτη του μήνα η Ουμ Καλσούμ έδινε μια συναυλία σε κεντρικό θέατρο του Καΐρου. Το θέαμα διαρκούσε από τις 9.30 το βράδυ ως τις 4 το πρωί. Μαζεύονταν άνθρωποι απ’ όλες τις αραβικές χώρες. Στους δίσκους της, που είναι ηχογραφημένοι εκεί, ακούς την άγρια χαρά του πλήθους, τις φωνές της περιπάθειας, τους αναστεναγμούς που άφηναν όλοι μαζί μετά από κάποια φράση μοιραία.

 

«Αυτά που βλέπανε τα μά­τια μου, προτού να δω εσένα/ χαμένα είναι αγάπη μου κι ανώ­φελα».

 

Υπάρχουν παλιές ασπρόμαυρες ταινίες, όπου η Ουμ Καλσούμ εμφανίζεται και τραγουδάει —θαυμάσιες παλιές ταινίες, αισθη­ματικά δράματα και φαρσοκωμωδίες, εύκολο να τις βρεις σε βιντεοκασέτες στο Κάιρο.

Οι βιογραφίες της, οι στίχοι των τραγουδιών της τυπώνο­νται στη Βηρυτό. Μέχρι πρότινος πουλιούνταν στη μαύρη αγο­ρά — από πλανόδιους που απλώνουν στο πεζοδρόμιο παλιά περιοδικά για μπόντι-μπίλντερ και αραβικά ρομάντσα. Καπνί­ζουν και φωνάζουν: «Έι, μίστερ!»

 

Η φράση ξαναρχίζει. Η επανάληψη ναρκώνει κάθε αντίσταση. Η αριστουργηματική μουσική του Αμπντούλ Αχάμπ σε μεθάει με την περιπάθειά της

  

Κι άλλα στοιχεία, από την ξανθιά διευθύντρια του Αιγυπτιακού Οργανισμού Τουρισμού στην Αθήνα: 

 Η Ουμ Καλσούμ γεννήθηκε στις αρχές του αιώνα, σε μια νότια επαρχία, από φτωχούς φελάχους. Ο πατέρας ήταν ιμάμης του χωριού. Της έδωσε το όνομα μιας από τις κόρες του προφή­τη, για να κερδίσει την εύνοιά του. Η Ουμ έμαθε νωρίς το Κοράνι κι αυτό τη βοήθησε να προφέρει τόσο καθαρά, τόσο μουσικά την αραβική γλώσσα. Πρώτη φορά τραγούδησε σε ένα πανηγύρι θα ’ταν δεν θα ’ταν 21 χρονών. Πληρώθηκε μ’ ένα ποτήρι γάλα και λίγο καλαμπόκι.

 

Συνήθισε να τραγουδάει ως το πρωί για 10 πιάστρα — εφτά δραχμές περίπου. Γύριζε στα πανηγύ­ρια της ερήμου, ντυμένη αντρικά για να μη την πειράζουν οι άντρες. Το 1920 πήγε πρώτη φορά στο Κάιρο. Επέβαλε με την προσωπικότητά της τον όρο «τραγουδίστρια». Ως τότε οι κοπέ­λες που τραγουδούσαν ήταν είδος εύκολο και κάπως πρόστυχο.

Η ίδρυση του αιγυπτιακού ραδιοφώνου, το 1934, την έκανε γνωστή σ’ όλη τη χώρα. Οι παλμικές δονήσεις της φωνής της φτάνουν τις 4.000 το δευτερόλεπτο.

Τα πλούτη της, λένε, φτά­νουν αυτά των πυραμίδων.

Ο τελευταίος βασιλιάς της Αιγύπτου, ο Φαρούκ, της απένειμε τις υψηλότερες διακρίσεις.

Ο Νάσερ την αγάπησε.

Είναι η μόνη Αιγύπτια τραγουδίστρια που εμφα­νίστηκε στο «Ολυμπιά» του Παρισιού.

Παντρεύτηκε πολύ μεγά­λη και δεν απέκτησε παιδιά.

Πέθανε το 1975, από νεφρική ανεπάρκεια.

 

Εσείς, αγαπητή Σαμία Αμπντέλ Μαγκίντ ελ Σαγιέντ, ακούτε τα τραγούδια της;

«Ω! Είναι πολύ μεγάλα. Σκεφθείτε, κρατάνε σχεδόν μια ώρα το καθένα. Αυτές ol μεγάλες εισαγωγές... Είναι πληκτικά...»

Χαμογελάει καλοσυνάτα— λυπάται που μου χαλάει το παραμύ­θι. «Η ζωή τρέχει. Οι Αμερικανοί, γιατί νομίζετε ανακάλυψαν το χάμπουργκερ; Πρέπει να έχεις πολύ ελεύθερο χρόνο, ν' αφιε­ρωθείς...».

 

 

Στους δίσκους της, που είναι ηχογραφημένοι από συναυλίες της, ακούς την άγρια χαρά του πλήθους, τις φωνές της περιπάθειας, τους αναστεναγμούς που άφηναν όλοι μαζί μετά από κάποια φράση μοιραία. Aκούστε εδώ ολόκληρο το αριστούργημά της «Έντα Όμρι».

________________________________

 

Ν’ αφιερωθείς...

Πράγματι, έτσι πρέπει. Αλλά στο Κάιρο έχουν υποτίθεται χρόνο— κι έτσι μπορούν και αφιερώνονται σ’ αυτά τα ψυχοβγάλτικα τραγούδια.

Η εισαγωγή αρχίζει μ’ ένα θέμα που σταματάει και ξανάρχεται σαν κύμα, μέχρι που ξεδιπλώνε­ται ολόκληρη η μουσική φράση. Μετά βγαίνει η τραγουδίστρια. Η φράση ξαναρχίζει. Η επανάληψη ναρκώνει κάθε αντίσταση. Η αριστουργηματική μουσική του Αμπντούλ Αχάμπ σε μεθάει με την περιπάθειά της —τα βιολιά και το αιγυπτιακό ούτι σε μπάζουν σε μια ατμόσφαιρα προσμονής και λήθης— ως τη στιγμή που ακούγεται η χρυσαφένια φωνή της Ουμ Καλσούμ, η φωνή της ανατολής.

 

 

 

Κοιτάζω τις φωτογραφίες της

Αυτήν εδώ την αγόρασα στο δρόμο, για 25 πιάστρα. Στην πλήρη της ακμή πλάι στον Νάσερ,. Εδώ, σε μια δεξίωση προς τιμήν της... Μαύρα φουστάνια, μαργαριτάρια, μαλλιά κομμωτη­ρίου μαζεμένα πίσω και πάντοτε μαύρα γυαλιά πεταλούδα με χοντρούς φακούς, να κρύβουν την εξόφθαλμο βρογχοκήλη... Εδώ —παράξενο— φοράει άσπρη δαντέλα, απλώνει τα χέρια στο κοινό — έχει τους τρόπους βασίλισσας.

 

Ποια είναι η Ουμ Καλσούμ

Δεν ξέρω. Υποθέτω τα παιδιά που κολυμπάνε δίπλα στους οχετούς του Νείλου και το βράδυ σου πουλάνε, πάνω στις γέφυρες, κολιέδες από γιασεμιά — για ένα τίποτα. Οι φαντάροι που βγάζουν στη σκοπιά, από το λερωμένο τους τσεπάκι, ένα τρανζίστορ, τα ζιγκ-ζαγκ που κάνει η λιμουζίνα για να γλιτώσει από τους νερόλακκους και τα ψοφίμια στο παλιό Κάιρο. Οι υάκινθοι που βρίσκεις στο βάθος μιας στενής, σκοτεινής κρεα­ταγοράς. Ο ιμάμης που λέει το «Αλάχ ου άμπαρ» στην τηλεό­ραση, με την παλάμη στο μάγουλο και τα μάτια μισόκλειστα. Ο ταξιτζής που ρώτησα ποια ήταν η Ουμ Καλσούμ και μου απά­ντησε: «η μάνα μας»...

 

 

Και μια σπάνια τηλεοπτική συνέντευξή της, μετά το κονσέρτο στο Ολυμπιά του Παρισιού

 

 

 

 

 

Ημερολόγιο