ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ
TO BLOG ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΤΣΑΓΚΑΡΟΥΣΙΑΝΟΥ



 «Κύριε, δεν είμαι κελεπουράκι, είμαι για τον εαυτό μου»: η Σωτηρίου Μπέλλου με δυο λόγια περιγράφει πώς έγινε τραγουδίστρια

 

Η μεγάλη λαϊκή τραγουδίστρια περιγράφει στον Ηλία Πετρόπουλο τη σημαδιακή εκείνη μέρα του '45 που κατέβηκε στενοχωρημένη σε ένα ταβερνάκι στα Εξάρχεια και έγινε τραγουδίστρια αυτοστιγμεί.

 

Το 1968 στο Χίλτον, στην έκθεση «Ρεμπετικα τραγούδια - Τεκμήρια». Ακριβώς πίσω της, ο Στέλιος Βαμβακάρης που πέθανε χθες...

 

Εγώ τραγουδούσα από μικρή ωραία. Οι γονείς μου μ’ ακούγανε που είχα ζήλο στο τραγούδι κι όταν καμιά φορά μου λέγανε τελοσπάντων να κάνω καμιά δουλειά πιό βαριά στο μαγαζί του μπαμπά μου, τον έκανα και του έλεγα:

 

Δεν θα κάνω αυτές τις δουλειές αν δεν μου πάρεις κιθάρα και δάσκαλο να μάθω κιθάρα. Δεκατεσάρω χρονώ. Λοιπόν, άκου να δεις τώρα · είδαν την επιμονή την οποία είχα εγώ και αναγκαστήκανε και μου πήρανε κιθάρα — καινούργια απ' το μαγαζί, βέβαια — και μου φωνάξανε και μια δασκάλα, η οποία λεγότανε Σόνα. Σήμερα είναι γενική προϊστάμενη στον σταθμό πρώτων βοηθειών. Τη θυμάμαι. Τελοσπάντων, λοιπόν, είχα τόση μανία ώστε έμαθα αμέσως κιθάρα. Είχα τόση μανία που η δασκάλα τάχασε.

 

Το ’45 επήγαινα — διότι, όπως είπαμε, μεσολάβησαν πολλά και όσο νάναι θέλαμε να ζήσουμε — επήγαινα, όλως τυχαίως, κατεβαίνοντας από τα Εξάρχεια, από κάποιο συγγενικό μου σπίτι, εκατέβαινα την οδό Μεταξά και ψιλοέβρεχε κι όπως ήμουνα στενοχωρημένη γιατί δεν υπήρχανε στην τσέπη μου, ήταν ένα ταβερνάκι ενός κρητικού, τραγουδούσανε μέσα και παίζανε κιθάρα κάτι γερόντια και λέγανε παλιά τραγούδια, Αν παρήλθον οι χρόνοι και τέτοια. Λοιπόν, είχα κάτι λίγα ψιλά στην τσέπη μου και λέω: ας μπω κι εγώ μέσα να πιω ένα κατοστάρι, γιατί νοστάλγησα την κιθάρα. Λοιπόν, κάθησα σε μια γωνία, παρήγγειλα ένα μεζεδάκι κι ένα κατοσταράκι κρασάκι. Μόνο και μόνο τόκανα γιατί είχα τη νοσταλγία να μπορέσω να βρω τρόπο να πιάσω την κιθάρα στα χέρια μου.

 

Αυτοί, μόλις με είδανε να μπω μέσα — ήμουνα μικρή - αρχίσανε, λοιπόν, να ψιθυρίζουνε ο ένας με τον άλλον και να με κοιτάζουν. Ένας ωραίος τύπος, μεταξύ αυτών (τώρα είναι μακαρίτης), λέει: «βρε ένα κελεπουράκι που μας ήρθε απόψε». Μόλις ακούω κελεπουράκι εμένα μου την έδοσε στό κεφάλι. Λέω,  «τι με περάσανε εμένα» και πάω εκεί και του λέω: «άκουσε, κύριε, δεν είμαι κελεπουράκι, είμαι για τον εαυτό μου» - τους πούλησα νταηλίκι- «μου κάνετε τη χάρη να μου δόσετε την κιθάρα εμένα; Αυτοί τα χάσανε και μου λένε: «ορίστε, κοπελίτσα, πάρε την κιθάρα». Παίρνω, που λες, τήν κιθάρα και κάθομαι στο τραπέζι μου κι αφού παραγγέλνω και το δεύτερο κατοστάρι, κουρντίζω, που λες Ηλία μου, την κιθάρα κι αρχίζω το τραγούδι μόνη μου, στο κέφι μου, στην τρέλα μου και μείνανε όλοι, Ηλία μου, όλοι με το στόμα ανοιχτό.

 

Αυτός που μου είπε καλώς το κελεπούρι να μ’ αγκαλιάζει, να με φιλάει, κι όπως ήτανε και λιγάκι πιωμένος, να μου λέει: «βρε, κορίτσι μου, πού ήσουνα; ο Θεός σ’ έστειλε εδώ πέρα;»

 

Τότε έγινε εκεί μέσα το σώσε. Χρόνια τότες. Αφού τους είπα τη ζωή μου όλοι με υποστήριξαν πάρα πολύ αυτοί οι ανθρώποι, όσοι ήσαν εκεί μέσα. Κι ο ένας με τον άλλον συνενοηθήκανε και μου είπανε να πάω το Σάββατο και θα ήτανε
μιά μεγάλη παρέα, βέβαια.

 

Πράγματι, πήγα το Σάβατο και βλέπω μέσα στην παρέα αυτή (εκείνα τα χρόνια γλεντούσε ωραία ο κόσμος) — βλέπω στην παρέα τους αδελφούς Ανδρουλιδάκη, δημοσιογράφοι τότε, τον ψυχίατρο το Νίκο τό Λιμπέρη, με τις γυναίκες τους βέβαια, τη γυναίκα  του ψυχίατρου, τις αδερφές του. Αφού άρχισε το φαγοπότι μου λένε: να, Σωτηρία, πάρε την κιθάρα σου τώρα να μας πεις κανένα τραγουδάκι. Και το ένα τραγουδάκι... Δεν μ’ αφήσανε όλο το βράδι την κιθάρα απ’ τα χέρια μου. Αφού ήρθε η ώρα να τελειώνουμε και να κλείσει η ταβέρνα ο Μπακόγιανης λέει: να!

 

Τα πρώτα λεφτά που πήρα απ’ την ταβέρνα ήτανε, θυμάμαι, οχτακόσες δραχμές. Και μου είπανε: να μη μας ξεχνάς, να περνάς αποδώ πέρα κι εμείς θα σε βοηθήσουμε όσο μπορέσουμε.

 

Ένα βράδι -δέν ξέρω ποιος τους ειδοποίησε - ήρθαν ο θεατρικός συγγραφέας Κίμωνας Καπετανάκης μαζί, με τον Τσιτσάνη- χωρίς, βέβαια, να ξέρω εγώ ποιος είναι ο Καπετανάκης και ποιος είναι ο Τσιτσάνης. Όπως τραγουδούσα εγώ στη συντροφιά μου μ' ακούσανε αυτοί, χωρίς βέβαια να τους ξέρω εγώ.

 

Μετά, στο δρόμο, με πλησίασαν, αλλά εγώ φοβήθηκα: «Τι θέλετε να μου πείτε;» Ήμουνα πολύ τσαούσα. Στην οδό Θεμιστοκλέους μού λέει ο Καπετανάκης: «έλα δω, Ζαμπέτα» — έτσι με φωνάζανε γιατί τραγουδούσα πολύ το τραγούδι Ζαμπέτα ― «να σου συστήσω τον Τσιτσάνη.»

Μόλις άκουσα ’γω Τσιτσάνη...

 

Και φύγαμε παρέα και πήγαμε στο σπίτι Καπετανάκη, στην οδό Σκαραμαγκά, μπήκαμε μέσα, είχε το μπουζούκι του ο Τσιτσάνης, μου λέει: ποιά τραγούδια ξέρεις να μας πεις;

Του είπα κανα δυό-τρία τραγούδια κι από κει και πέρα μού 'δοσε ραντεβού, πήγαμε στην Κολούμπια να μ’ ακούσει o Σέμσης.

 

Τον πρώτο δίσκο που χτύπησα ήτανε «'Οταν πίνεις στην ταβέρνα» και «Το παιδί που είχες φίλο», δύο όψεις.

Κι από κει και πέρα...

 

________

Σαββατόβραδο, 12-2-1972. Εγράφη, καθ' υπαγόρευσιν, στο σπίτι της αφηγήτριας, στο Περιστέρι (οδός Χειμάρας 29). Ρεμπέτικα Τραγούδια, του Ηλία Πετρόπουλου.

 

 

 

Ημερολόγιο