Τεράστιο σημείο αναφοράς στα τέλη της δεκαετίας –που κάνει και το δυνατό intro στα '90s– το Graffiti στο μικρό στενάκι της Ξούθου, στην Ομόνοια. Φωτο: Σπύρος Στάβερης

Η queer κουλτούρα άνθιζε πάντα στα υπόγεια ενός κλαμπ

Από το Graffiti και το Factory μέχρι το Sodade, το clubbing στην Ελλάδα απογειώθηκε στα '90s μέσα στα γκέι και underground μαγαζιά της Αθήνας

Στις αρχές του 1970, στη Νέα Υόρκη, οι Αφροαμερικανοί και Λατίνοι queer, όπως και πολλοί «ανοιχτόμυαλοι» στρέιτ, συγκεντρώθηκαν για να δημιουργήσουν κοιτίδες και μέρη μέσα στην αχανή πόλη, χώρους στους οποίους μπορούσαν να είναι ασφαλείς, να νιώθουν ο εαυτός τους ή κάποιος/-α άλλος/-η για λίγο, να συνυπάρχουν με άλλους ανθρώπους με έναν τρόπο που δεν ήταν επιτρεπτός στον «κανονικό» έξω κόσμο. Η μουσική ήταν το Α και το Ω αυτών των συνευρέσεων, μια μουσική που θα εξελισσόταν σε αυτό που μάθαμε όλοι ως «disco»: μια μείξη της σόουλ, του φανκ και της λάτιν, με έναν δυνατό ρυθμό τεσσάρων τετάρτων να τη διαπερνά και να τη χαρακτηρίζει. Στη νεότευκτη αυτή σκηνή τα κατά βάση γκέι πάρτι του David Mancuso στο Loft είναι το σημείο 0.

 

Στα τέλη της δεκαετίας η disco γίνεται mainstream και σιγά-σιγά χάνει τη γεμάτη γκλίτερ λάμψη της, όπως και τη σύνδεση που είχε με το queer, black και latino κοινό της. Στις αρχές των '80s και μέσω της Ευρώπης οι ήχοι γίνονται πιο dance-pop, electro-pop, new wave και industrial, η τεχνολογία εξελίσσεται, οι «μηχανές» και τα συνθεσάιζερ μπαίνουν ακόμα πιο δυναμικά στη διαδικασία της μουσικής παραγωγής. Για άλλη μια φορά, γκέι, μαύροι και Λατίνοι στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη και σχεδόν συγχρόνως στο Ντιτρόιτ αρχίζουν να εκφράζουν την κοσμοθεωρία τους, την κοινωνική και πολιτιστική καταπίεση, τις στερήσεις που χαρακτήριζαν την καθημερινότητά τους μέσα από τους ήχους, τα λόγια και τα μπάσα, για να δημιουργηθούν τελικά δύο τεράστιες μουσικές επαναστάσεις: η house και η techno.

 

Οι υποτιθέμενοι «απόκληροι» ή κοινωνικά αποκλεισμένοι βρίσκουν στους φουτουριστικούς ηλεκτρονικούς ήχους και στα μηνύματά τους τη μουσική γλώσσα που τους εκφράζει.


Από τα υπόγεια και τις αποθήκες μέχρι τα θρυλικά, πλέον, κλαμπ, όπως τα Warehouse (Σικάγο), Paradise Garage (Νέα Υόρκη) και το Music Institute (Ντιτρόιτ) με το σταθερά και βασικά queer, black, latino/caribbean κοινό, μπαίνουν οι βάσεις και τα θεμέλια αυτού που θεωρούμε κλαμπ. Ο γκέι resident του Paradise Garage, Larry Levan, αναδεικνύεται στον πρώτο σούπερ-σταρ DJ που μέχρι σήμερα παραθέτουν οι μεγάλοι «παίχτες» της σκηνής ως την απόλυτη έμπνευση και σημείο αναφοράς. Η house και η techno περνούν τον Ατλαντικό, μπαίνουν σε μια φάση εξωστρέφειας και οδεύουν προς το μονοπώλιο στις πίστες, στα rave parties και στις παράνομες συναθροίσεις σε κάθε λογής χώρους.

 

Στο Graffiti. Φωτο: Σπύρος Στάβερης

 

Βασίζονται στο τρίπτυχο «love, peace and unity» και αυτό τις χαρακτηρίζει, αφού οι υποτιθέμενοι «απόκληροι» ή κοινωνικά αποκλεισμένοι βρίσκουν στους φουτουριστικούς ηλεκτρονικούς ήχους και στα μηνύματά τους τη μουσική γλώσσα που τους εκφράζει. Άλλωστε, η μουσική είναι κοινωνικό φαινόμενο, μέσα στα χρόνια συμβαδίζει με κοινωνικές επαναστάσεις ή αλλαγές που μετασχημάτισαν τον κόσμο όπου ζούμε, πολλές φορές τις προκαλεί κιόλας. Υπό τον ήχο των δυνατών beats ενώνονται, πια, στα dancefloors όλοι, με πρωτεργάτες το queer κοινό και αρκετούς ανοιχτόμυαλους στρέιτ που συνήθως εντοπίζουν/δημιουργούν τις μόδες που σύντομα θα ακολουθήσει ο υπόλοιπος κόσμος. Άλλωστε, σε ένα τεράστιο ποσοστό τα κλαμπ/μπαρ που αγκάλιασαν αμέσως αυτήν τη μουσική ήταν γκέι...

 

Η Ελλάδα ακολουθεί τη νέα μόδα δειλά, αλλά σταθερά. Αυτοί οι νέοι ήχοι αρχίζουν σιγά-σιγά να ακούγονται στα μαγαζιά, κυρίως λόγω κάποιων πολύ ενημερωμένων μουσικά ανθρώπων - DJs που τους επιβάλλουν, ουσιαστικά, στους θαμώνες και στους μαγαζάτορες, αρχικά ως περάσματα στο πρόγραμμά τους. Έχουν ταξιδέψει στο εξωτερικό, έχουν δει αυτή την έκρηξη νεωτερισμού και την όλη κουλτούρα που τον συνοδεύει. Το LGBTQI+ κοινό υπάρχει, ακολουθεί, αλλά είναι σχετικά αφανές – δεν προκαλεί, δεν το «φωνάζει», δεν εξωτερικεύεται.

 

Όμως, όπως στο εξωτερικό, έτσι κι εδώ είναι αυτοί που αγκαλιάζουν αμέσως τη σκηνή. Στα τέλη της δεκαετίας του '80 χορεύουν στον Κούκο, στο Lycabettus η house έχει την τιμητική της, ακολουθούν το Αεροδρόμιο και το Εργοστάσιο. Στα Jungle του Χρήστου Καλοπήτα «περίεργα» αγόρια (και κορίτσια) με μάσκαρα, ρίμελ και εκκεντρικά ντυσίματα απαιτούν με τσαμπουκά τη θέση τους στην πίστα. Τεράστιο σημείο αναφοράς στα τέλη της δεκαετίας –που κάνει και το δυνατό intro στα '90s– το Graffiti στο μικρό στενάκι της Ξούθου, στην Ομόνοια.

 

Τον Δεκέμβριο του 1989 ανοίγει το FAz στην πλατεία Μαβίλη. Από τη θρυλικά σκληρή «πόρτα» του πρώτοι περνούν οι πιο fashionable γκέι της Αθήνας. Στα πολυσυζητημένα μασκέ πάρτι του κάνουν μονίμως τη διαφορά.

 

Φοβερά προχωρημένο για την εποχή του, ξεκινά ως γκέι κλαμπ και καταλήγει να μαζεύει πολλούς ψαγμένους στρέιτ. Τα ηχεία του εκπέμπουν ηλεκτρονικούς ήχους, στα decks τότε ο Μιχάλης –που πλέον όλοι γνωρίζουν ως τον εξαιρετικό techno DJ Mikee–, ο Νικήτας Καραγιάννης, ο Δημήτρης Πάντσος, ακόμα και ο Κωνσταντίνος και ο Μιχάλης, οι Στέρεο Νόβα, σε βραδιές που πραγματικά έχουν μείνει στην ιστορία. Σε έναν μικρό χώρο με μεταλλικά ρολά και τούβλινους τοίχους συγκεντρώνεται μια ομάδα ανθρώπων, άγνωστοι τότε στον «έξω» κόσμο, πολύ γνωστοί μεταξύ τους, που θα τους μάθαιναν όλοι σε λίγα χρόνια, αφού θα πρωτοστατούσαν στον χώρο της μουσικής, της υποκριτικής, της σκηνοθεσίας, του χορού, της μόδας, της τέχνης γενικότερα.


Τον Δεκέμβριο του 1989 ανοίγει το FAz στην πλατεία Μαβίλη. Από τη θρυλικά σκληρή «πόρτα» του πρώτοι περνούν οι πιο fashionable γκέι της Αθήνας. Στα πολυσυζητημένα μασκέ πάρτι του κάνουν μονίμως τη διαφορά. Δεν είναι εξωστρεφείς, όμως έχουν μια δυνατή παρουσία στον χώρο και στην πίστα. Το ίδιο συμβαίνει με τους πιο μικρούς σε ηλικία που δειλά-δειλά κάνουν την εμφάνισή τους στα κυριακάτικα Sunrise Parties, τους βλέπεις να αρχίζουν κάπως να ξεθαρρεύουν. Στον αντίποδα, υπάρχουν τα λίγα χαρακτηρισμένα γκέι μπαρ, όμως αυτή την «κάστα» δεν τη χωράει η γκετοποίηση, ούτε η μουσική που ακούγεται εκεί.


Και στο FAz δημιουργείται μια κοινότητα, μια παρέα ανθρώπων που εμπνέεται από αυτή την προσπάθεια και αποφασίζει να μπει στον χώρο. Από αυτούς ξεχωρίζουν αμέσως ο Μάνος Βαμβούκης και ο Ηλίας Πανταζόπουλος, οι Magna. Η ιστορία τους ξεκινά από ένα πάρτι που διοργανώθηκε σε ένα πάρκινγκ στα βόρεια προάστια, για να συνεχιστεί στο Babes In Toyland, στο G-Point και στο Battery. Ο κόσμος στους χώρους τους ήταν πάντα mixed, ακόμα και το γεγονός ότι στα VIP τραπέζια έβλεπες να κάθεται πρώτη-πρώτη η Τζένη Χειλουδάκη με τον Βασίλειο Κωστέτσο ήταν ένα ηχηρό statement για την εποχή. Το gay crowd χορεύει acid house στο Alarm, συχνάζει στο Ghetto, κάνει και τη βόλτα του από το Άλσος και παρτάρει μέχρι το μεσημέρι στα The Lab after που διοργάνωναν οι Magna μετά τις 5 το πρωί.

 

Στο Graffiti. Φωτο: Σπύρος Στάβερης


Βασικά, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πρέπει να χωρίσουμε την παρουσία και δυναμική των γκέι στην αθηναϊκή clubland στην προ και μετά Factory εποχή, ίσως στην προ και μετά Βαλλιανάτο εποχή. Ήταν εξωπραγματικό και θέμα συζήτησης σε όλα τα σπίτια το ότι εμφανιζόταν στην τηλεόραση ένας απελευθερωμένος γκέι άνδρας, μορφωμένος, ετοιμόλογος, διαβασμένος, προκλητικός εκεί όπου έπρεπε και, πάνω απ' όλα, ανδροπρεπής, να σπάει τα στερεότυπα που είχε καλά κολλημένα στο μυαλό του ο Έλληνας μέχρι τότε. Με το άνοιγμα του Factory τον Απρίλιο του 1993 το γκέι κοινό που σύχναζε στα κλαμπ βρίσκει τον απόλυτο χώρο έκφρασης, γίνεται για πρώτη φορά ορατό. Δεν είναι, πια, ομάδες ανθρώπων κάπου γύρω τριγύρω στα μαγαζιά, είναι η πλειοψηφία.

 

Πρώτη φορά ακούει η Ελλάδα για τα σκανδαλώδη dark rooms. Πρώτη φορά βλέπουν όλοι τον οριακά γυμνό χορευτή, τον Λορέντζο, με τη θρυλική πετσέτα, να δίνει από ψηλά το πρόσταγμα για χορό. Πρώτη φορά σκληραίνει ο ήχος, επιλεγμένος από τον Mikee. Πρώτη φορά αποτινάσσεται η έννοια του γκέτο και μεταστρέφεται σε underground. Ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος και η παρέα του φέρνουν τη χειραφέτηση και απελευθερώνουν τους καταπιεσμένους. Η ζυγαριά γυρίζει και πλέον οι στρέιτ είναι αυτοί που ακολουθούν τους γκέι στην πίστα. Ξέχωρα από το απελευθερωτικό της υπόθεσης, το Factory φέρνει και μια άλλη λογική στη λειτουργία ενός κλαμπ, που θέτει τις βάσεις γι' αυτά που θα ακολουθήσουν. Και ακολουθούν...


Αδιαμφισβήτητα, σε όλα αυτά που γίνονται εκείνη την εποχή πολύ σημαντική και αξιοσημείωτη είναι και η συμβολή του πρωτοποριακού περιοδικού «01» που κυκλοφορεί το 1993 και «στεγάζει» όχι μόνο αυτήν τη σκηνή αλλά και όλα εκείνα τα «περίεργα» παιδιά, τα βγάζει προς τα έξω με τον πιο σωστό τρόπο – ναι, υπάρχει ένα περιοδικό κρεμασμένο στο περίπτερο, στις σελίδες του οποίου βλέπεις την αντανάκλασή σου, άρα η εικόνα σου και η ζωή σου δεν είναι και τόσο τρομακτικές. Μετά το Factory έρχεται το θρυλικό Χ στη Λένορμαν με τις εκρηκτικές βραδιές, το Αμφιθέατρο και το King Size, όπου μαζεύεται και η πιο high πλευρά της φάσης, το Spartacus.

 

Η underground πλευρά συχνάζει στο Dome, o Λορέντζο με τον Mikee ξεκινούν τα qbase. Σχεδόν όλοι ψάχνουν φίλο ή γνωστό με αυτοκίνητο για να πάνε στη Φάρμα, στα Οινόφυτα, και να παρτάρουν μέχρι τελικής πτώσης στη φύση. Το κοινό είναι mixed, όμως η queer πλευρά του είναι πιο εξωστρεφής από ποτέ. Αξιοσημείωτη η παρουσία τρανς γυναικών όλα αυτά τα χρόνια, άλλωστε κάποιες από αυτές αναδείχθηκαν σε club icons εκείνη την εποχή και αντιμετωπίζονταν από τον κόσμο ως celebrities.

 

To Factory στο Dome.


Χαμηλά στην Ερμού, στο νούμερο 161, κάνει την εμφάνισή του το 1995 το +Soda. Σημείο αναφοράς στην αθηναϊκή νύχτα, συγκεντρώνει όλους τους clubbers της Αθήνας στο dancefloor του σε μεγαλειώδη πάρτι. Βλέπεις να χορεύει δίπλα σου ένα κορίτσι με φλούο γούνα αλλά και ένα αγόρι με το ίδιο στυλ. Όλοι, μα όλοι μπαίνουν στη διαδικασία να ντυθούν κάπως, το θέμα δεν είναι μόνο να περάσεις την πόρτα, αλλά να μην περάσεις απαρατήρητος/-η εκεί μέσα.

 

Η Αθήνα ζει τις χρυσές εποχές του κλάμπινγκ, η house και η techno έχουν περάσει στο mainstream, δεν περιορίζονται, πια, σε πολύ συγκεκριμένα μαγαζιά. Ακόμα και το lesbian bar Lizard, στο Θησείο, διοργανώνει house και techno πάρτι τις Κυριακές με φοβερή προσέλευση. Ακόμα και κάποια από τα Cyberdyke Parties της Μαρίας Cyber ασπάζονται συχνά τον ηλεκτρονικό ήχο, όταν γενικά δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως στην Αθήνα το lesbian κοινό ακολούθησε τη σκηνή της dance μουσικής – μόνο με κάποιες εξαιρέσεις.


Προς το τέλος των '90s αναπτύσσεται η περιοχή του Ψυρρή και γεμίζει με μπαρ και κλαμπ που «βαράνε». Στη δύση της χιλιετίας και συγκεκριμένα τον Νοέμβριο του 1999 κάνει την εμφάνισή του στην αφανή μέχρι τότε συνοικία του Γκαζιού ένα κλαμπ στριμωγμένο ανάμεσα στα προσφυγικά σπίτια και στα συνεργεία αυτοκινήτων. Ονομάζεται Sodade και η φήμη του εξαπλώνεται σαν μοναδική ανακάλυψη, στόμα με στόμα. Δύο stages, ένα mainstream και ένα house/techno, καταφέρνουν να συγκεντρώσουν άμεσα όλο το γκέι κοινό της Αθήνας, ανοίγοντας τον δρόμο σε αυτό που θα γινόταν η LGBT περιοχή της Αθήνας...

 

Βασικά, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πρέπει να χωρίσουμε την παρουσία και δυναμική των γκέι στην αθηναϊκή clubland στην προ και μετά Factory εποχή.


Ευχαριστώ πολύ τους Πέτρο Floorfiller Κοζάκο, Γρηγόρη Βαλλιανάτο, Ιωσήφ Ιωσηφίδη, Μάνο Βινυχάκη, Νικήτα Καραγιάννη, Δημήτρη Πάντσο, Μάκη Γαζή και Γιώργο Σπηλιόπουλο για τις αναμνήσεις που μοιράστηκαν μαζί μου.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Lgbtqi+
ΑΦΙΕΡΩΜΑ