Η ταινία «Μετέωρο και Σκιά» που σκηνοθέτησε ο Τάκης Σπετσιώτης το 1985 είναι μια εμπνευσμένη βιογραφία του Λαπαθιώτη, της οποίας ο αντίκτυπος στην γκέι κοινότητα της εποχής εκείνης υπήρξε μεγάλος και διαμορφωτικός.

Η σκόρπια δύναμη: περιστατικά και πρόσωπα που σημάδεψαν την queer ιστορία της Αθήνας

Μια αναδρομή σε περιστατικά που, ακόμα κι αν δεν ήταν αυτή η πρόθεσή τους, σημάδεψαν ό,τι θα θεωρούσαμε σήμερα queer κίνημα στην Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Το 1977 υπήρξε μια σημαντική χρονιά επειδή τότε ιδρύθηκε ένα πρώτο ακτιβιστικό κίνημα για τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, κάτι το πρωτοφανές για την Ελλάδα. Ήταν μάλλον μια «κοινωνική κίνηση» και όχι μια στιβαρά οργανωμένη, επιθετική και μαχητική διεκδίκηση.


Θα έπρεπε πάντα να την αναπολούμε πανηγυρίζοντας μέσα μας, γιατί ήταν ο εδώ απόηχος μιας παγκόσμιας κινητικότητας στο θέμα του μεγάλου αιτήματος ίσων κοινωνικών δικαιωμάτων για τους γκέι. Και ως γνωστόν, χάρη σ' εκείνη την παγκόσμια κινητικότητα, δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος πολιτισμός που στην πορεία διανθίστηκε με πολλά στοιχεία «υποπολιτισμών» (βλ. subcultures) επειδή για καιρό κινούνταν και λειτουργούσε υπόγεια. Με δυο λόγια, η ιστορία του queer κινήματος στην Ελλάδα του 20ού αι. χωρίζεται σε δύο περιόδους: την «αραιή», που τελειώνει το 1977, και την «πυκνότερη», που ξεκινά την ίδια χρονιά. Ήδη με αυτόν τον διαχωρισμό γίνεται σαφές ότι, όσο κι αν έχουμε όλοι κάποια ιδέα για την εξέλιξη των πραγμάτων, λείπει αυτό που θα λέγαμε μια σοβαρή ιστορική μελέτη –μια επιστημονική προσέγγιση− των γεγονότων και των αντιδράσεων σε αυτά, που θα φανέρωνε την πραγματική δύναμή τους και τους αρμούς τους με την υπόλοιπη κοινωνική και πολιτική ιστορία της χώρας.


Κι όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, ενόσω λείπει η ιστορική καταγραφή των εξελίξεων, ο κόσμος και η σκέψη πορεύονται με οδηγό την εκάστοτε «μυθολογία» που υμνεί και μεγεθύνει τους υπερήρωές της και τα ανδραγαθήματά τους, οι οποίοι σαν φάροι διευκολύνουν τις συνειδήσεις να πλέουν στα πέλαγα των πιθανοτήτων και της αδιαμόρφωτης επιθυμίας, για να μην προσαράξουν στις ξέρες της καταπίεσης.

 

Ο Συκουτρής αυτοκτόνησε το 1937, σε ηλικία μόλις 36 ετών, εξαιτίας του πολέμου που δέχτηκε από τον κύκλο των συντηρητικών λογίων της εποχής του, επειδή απλώς και μόνο εξέδωσε το Συμπόσιο με αυτήν την υπέροχη δική του εισαγωγή, στην οποία παρουσιάζει τους ήρωες του Πλάτωνα σαν να μην επρόκειτο για αρχαίους, αλλά σαν να ήταν σταρ του Χόλιγουντ. Χάρη σε αυτή την οπτική του ο αναγνώστης ταυτίζεται με το "πεζοτράγουδο" του Αγάθωνα ή με τον Αριστοφάνη, τον Παυσανία και τους άλλους που διαβάζει με τόση ευχαρίστηση.


Ο στόχος αυτού του κειμένου, λοιπόν, είναι μια ανθολόγηση συμβάντων και προσωπικοτήτων που, εκ των υστέρων, σήμερα, τα εκλαμβάνουμε ως queer ακτιβισμό, ενώ στην πραγματικότητα και στην εποχή τους δεν κινούνταν από τέτοια πρόθεση. Και ο στόχος αυτός δεν θα είχε επιτευχθεί χωρίς την πολύτιμη βοήθεια του σκηνοθέτη και συγγραφέα Τάκη Σπετσιώτη, ο οποίος, εκτός του ότι παρακολούθησε από κοντά τις εξελίξεις του γκέι ακτιβισμού από το 1977 και μετά, είναι ένας πολύ σπουδαίος μελετητής της ιστορίας και της ελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αι., με ιδιαίτερη προτίμηση στα «ιερά τέρατα» που ανέδειξε, κυρίως τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τον Κώστα Ταχτσή.

 

Η ταινία Μετέωρο και Σκιά που σκηνοθέτησε το 1985 και απέσπασε σπουδαία βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, καθώς και το Κρατικό Βραβείο Καλύτερης Ταινίας της χρονιάς εκείνης, είναι μια εμπνευσμένη βιογραφία του Λαπαθιώτη, της οποίας ο αντίκτυπος στην γκέι κοινότητα της εποχής εκείνης υπήρξε μεγάλος και διαμορφωτικός. Αντίστοιχης σημασίας ήταν και το βιβλίο του Χαίρε, Ναπολέων, ένα στιβαρό δοκίμιο για τα πεζοτράγουδα του Λαπαθιώτη, στο οποίο, εκτός του ότι συγκεντρώνονται για πρώτη φορά όλα μαζί, γίνεται μια εκτενής αναφορά στην ιδιοσυγκρασία του και ένας συσχετισμός της πορείας της ζωής του με των υπόλοιπων ποιητών και λογίων της εποχής του. Ανάλογα, στο βιβλίο του Σπετσιώτη Ταχτσής - Δεν ντρέπομαι παρουσιάζεται, μεταξύ άλλων, εκείνη η «πολεμοχαρής» όψη της προσωπικότητας του συγγραφέα που επηρέασε σημαντικά την πορεία της queer κινητικότητας στην Αθήνα.


«Θα δανειζόμουν τον τίτλο ενός μυθιστορήματος της Μαρίας Μήτσορα, ο οποίος είναι Η σκόρπια δύναμη, για να συμπεριλάβω υπό αυτόν όλες εκείνες τις προσωπικότητες που συνέθεσαν το "προϊστορικό" πάνθεο των queer διεκδικήσεων στην Αθήνα του 20ού αι.» λέει ο Τάκης Σπετσιώτης και συμπληρώνει: «Η Μήτσορα είχε γράψει αυτό το βιβλίο για τα ναρκωτικά και τον έρωτα. Δηλαδή, το περιεχόμενό του δεν μας βολεύει ιδιαίτερα. Ωστόσο, ο ποιητικός τίτλος του πιστεύω ότι αποδίδει αισθαντικά όλους εκείνους –τους μποέμ και γκέι−, που, ενώ δεν ήταν ποτέ πραγματικά συνδεδεμένοι και συντεταγμένοι, "κύκλωσαν" με τις προσωπικότητες και τις δράσεις τους μια σημαντική εικόνα αυτού το οποίο επιθυμεί να ενωθεί και να δράσει, αλλά, παρ' όλα αυτά, παραμένει μοιραία διασκορπισμένο. Και το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να επισημάνει κάποιος είναι ότι η "σκόρπια δύναμη" της queer Αθήνας φανερωνόταν πάντα ως μια απάντηση στα μεγάλα queer συμβάντα που είχαν διεθνή αντίκτυπο».

 

Πρώτη σε μια τέτοια λίστα με «μεγάλα queer συμβάντα» φιγουράρει δικαίως η φυσιογνωμία του Oscar Wilde και τα πάθη του – η πολύ νωπή ακόμα τότε καταδίκη του, τα κάτεργα και ο θάνατός του. Τα βιβλία του, ακόμα και το De Profundis (ή, όσο, τέλος πάντων, από αυτό εκδόθηκε) μεταφράζονται στα ελληνικά και τα υιοθετεί η εδώ προοδευτική διανόηση. Ήδη από το 1908 ο Λαπαθιώτης αναφέρεται ευθέως σε αυτά, δημοσιεύοντας ποιήματα που αναφέρονται στην ομοερωτική επιθυμία μεταξύ ανδρών. Υπάρχουν ευθείες αναφορές από εκείνη την εποχή σε έναν από τους πρώτους εραστές του, τον Μανώλη Κορτέση, αναφορές που βρίσκονται σε εφημερίδες και περιοδικά ευρύτατης κυκλοφορίας σαν τον «Νουμά».

 

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης με τη στολή του έφεδρου ανθυπολοχαγού (Συλλογή Κ. Καζάζη)

 

Όμως, ακόμα πιο σημαντική ημερομηνία είναι το 1910, όταν ο Λαπαθιώτης ξεκινά την έκδοση του περιοδικού «Ανεμώνη» μαζί με τον Γιάννη Μηλιάδη, που εμφανιζόταν με το ψευδώνυμο Ιούλιος Νάρκισσος και αργότερα αναγνωρίστηκε ως μεγάλη προσωπικότητα των γραμμάτων και ως σημαντικός αρχαιολόγος και διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η «Ανεμώνη» υπήρξε βραχύβια. Στο τεύχος της υπ' αριθμ. 3-4 / Μάιος - Ιούνιος 1910 ο Λαπαθιώτης δημοσιεύει το ποίημά του με τίτλο «Κι έπινα μέσ' απ' τα χείλια σου», το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό με τον απλοποιημένο τίτλο «Οι μπερντέδες», καθότι το ομοερωτικό περιεχόμενο που εξιστορούσε εκτυλισσόταν σε κρεβάτι που βρισκόταν πίσω από μπερντέδες. Ο Μηλιάδης ήταν τότε 17 ετών και ο Λαπαθιώτης 22. Ο δημοσιογράφος Σπύρος Μελάς, που τους την είχε στημένη εξαιτίας των προηγούμενων ανάλογων δημοσιευμάτων του Λαπαθιώτη, έφτασε να ζητήσει και την παρέμβαση του εισαγγελέα. Ωστόσο, υποτίθεται ότι είχε υπάρξει φίλος του πατέρα του Λαπαθιώτη και ότι είχε γράψει έναν ύμνο κάποτε για τον Ναπολέοντα και την ποιητική του τέχνη.


Βέβαια, ο Μελάς «περιποιόταν» τον Λαπαθιώτη μόνο όσον καιρό ο πατέρας του ήταν υπουργός. Μόλις έπαψε να είναι υπουργοπαίδι, ο Μελάς σταμάτησε και να τον χαιρετάει. Η «Ανεμώνη», αν και κυκλοφορούσε σε ελάχιστα αντίτυπα, κατασχέθηκε με την κατηγορία ότι δημοσίευσε αμαρτωλά ποιήματα.


Συνήθως χτυπούσαν τα πεζογραφήματα που είχαν μεγαλύτερη απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Για εκείνα γίνονταν δικαστήρια, ενώ για ένα ποίημα δεν ετίθετο πραγματικό ζήτημα και για τον λόγο αυτό ο ντόρος που προκλήθηκε διογκώθηκε δυσανάλογα πολύ.


«Από το 1908 μέχρι το 1938 ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έχει πολλές τέτοιες queer περιπέτειες» λέει ο Τάκης Σπετσιώτης. «Και η τελευταία ήταν ότι κατασχέθηκε και πάλι περιοδικό. Επρόκειτο για τα "Νεοελληνικά Γράμματα" του Κώστα Ελευθερουδάκη εκείνη τη φορά, μια φιλολογική εφημερίδα που δημοσίευσε το "Επεισόδιο", ένα ποίημα που έλεγε: "Ψιλό, λιγνό, τρελό για χάδι / δουλεύει σ' ένα μαγαζί / το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ / και κοιμηθήκαμε μαζί". Η λογοκρισία ζήτησε από τον Λαπαθιώτη να υπογράψει δήλωση μετανοίας, να το αλλάξει ή να το αποσύρει εντελώς. Ο Λαπαθιώτης δήλωσε ότι δεν προετίθετο να πάρει πίσω τίποτα, παρά μόνο να αλλάξει τον τελευταίο στίχο, κι έτσι το ποίημα να τελειώνει ως εξής: "Το πήρα ένα Σαββάτο βράδυ / μα δεν πλαγιάσαμε μαζί". Μετά απ' αυτό χρειάστηκε να περάσουν δύο μήνες μέχρι να επανεκδοθούν τα "Νεοελληνικά Γράμματα"».

 

Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης προερχόταν από ένα σχετικά συντηρητικό περιβάλλον, φιλελεύθερων όμως και καλλιεργημένων γονιών. Αλλά και πάλι, όταν την εποχή εκείνη δήλωνες ευθέως την ομοφυλοφιλία σου και συνηγορούσες γραπτώς και δημοσίως υπέρ αυτής, ή έκανες αφιερώσεις του τύπου «στα ματάκια του αγαπητού μου Νώλη» (εννοώντας τον ερωτικό φίλο του Μανώλη Κορτέση, ένα παιδί καλής οικογένειας, σαν κι εκείνον, που είχε γίνει αξιωματικός του Ναυτικού), ήταν κάτι που υπερέβαινε κάθε όριο ανοχής και συνεπώς προκαλούσε σκάνδαλα, τα οποία ήταν πανεύκολο να πυροδοτηθούν, καθότι, ανά πάσα στιγμή, εμφανιζόταν και ο Σπύρος Μελάς, που καραδοκούσε.

 

Γελοιογραφία σατιρίζει την Ανεμώνη.


Η έχθρα του Λαπαθιώτη με τον Μελά είχε παραμείνει ενεργή και από την πλευρά του Λαπαθιώτη, που δεν έχανε ευκαιρία να του επιτίθεται με μπιλιετάκια τσουχτερά. Για παράδειγμα, ενθυμούμενος την «Ανεμώνη», του έγραφε: «Σπύρο Μελαδάκο, ψιλοκατεργαράκο, πέρασε ο καιρός της "Ανεμώνης" που ήξερες και τώρα όλα αυτά τα νέα παιδιά έχουν κύρος και όνομα», εννοώντας και τον Μηλιάδη που είχε φτάσει στη θέση διευθυντή του Αρχαιολογικού Μουσείου.


Ο Λαπαθιώτης, λοιπόν, ήταν ο πρώτος. Ήταν ένας μετεωρίτης. Έχει γράψει τουλάχιστον 30, ίσως και 35 ποιήματα από το 1908 μέχρι το 1938, που είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλου χαρακτήρα. Δεν τα τοποθέτησε ποτέ σε ειδική κατηγορία μεταξύ των ποιημάτων του. Τα θεωρούσε ισότιμα όλων των άλλων δημιουργιών του και γι' αυτό τα κρατούσε πάντα σκόρπια ανάμεσα σε αυτές. «Ωστόσο, οι σοβαροί μελετητές του, σαν τον Κόρφη, τον Παπακώστα και τον Χριστιανόπουλο, καταλήξαμε ότι στην έκδοση του 1939, όπου ο Λαπαθιώτης συγκεντρώνει 50 ποιήματά του, στον πρώτο τόμο του που κυκλοφόρησε, ήταν χαρακτηριστικό το ότι δεν συμπεριέλαβε κανένα από τα ομοερωτικά του, επειδή τον είχε ενοχλήσει το σκάνδαλο του "Επεισοδίου" έναν χρόνο νωρίτερα. Επίσης, ιδιαίτερη τόλμη είχε από πλευράς του, αν και επρόκειτο για pulp fiction –δηλαδή, παραφιλολογία–, η δημοσίευση της νουβέλας του "Το τάμα της Ανθούλας" το 1931» σημειώνει ο Τάκης Σπετσιώτης.

 

Διαβάζοντάς την κάποιος σήμερα αναρωτιέται αν ο Λαπαθιώτης, την ώρα που το έγραφε, το διάβαζε στους φίλους του και γελούσαν όλοι μαζί εις βάρος της Ανθούλας. Διότι είναι τόσο ζωηρό και διασκεδαστικό το παιχνίδι των υπαινιγμών και τόσο ξεκάθαρη η ειρωνεία του για την Ανθούλα και την ευπιστία της, αλλά και για τη συνθήκη που ενώνει τον αρραβωνιαστικό της με τον εραστή του. Μοιάζει σαν ο Λαπαθιώτης να ευχαριστιόταν μέχρι και την τελευταία στιγμή των περιγραφών, όπου, κάθε βράδυ, ο αρραβωνιαστικός της Ανθούλας πηγαίνει βαρκάδα με τον φίλο του, με πρόσχημα ότι θέλουν να τραγουδήσουν στ' ανοιχτά της θάλασσας, ενώ στην πραγματικότητα ξανοίγονταν στο πέλαγος για να συνευρεθούν ερωτικά. Ήταν ένα κείμενο "τρολιά", όπως θα το χαρακτηρίζαμε σήμερα με βάση το περιεχόμενό του, αλλά ταυτόχρονα ήταν πολύ συγκρατημένο ως προς την έκφραση της ομοφυλόφιλης σχέσης των δύο ανδρών, επειδή δημοσιευόταν σε ένα περιοδικό −το "Μπουκέτο"− που ήταν ευρείας κυκλοφορίας και για όλη την οικογένεια.


Για τον ίδιο ακριβώς λόγο η δημοσίευση αυτής της νουβέλας αξιολογείται σήμερα ως πολύ υψηλής αξίας από μια queer σκοπιά, γιατί, ανυποψίαστη για την ειρωνική πρόθεση του Λαπαθιώτη, η μέση αναγνώστρια του "Μπουκέτου" –η εκάστοτε Ανθούλα ή η στενή φίλη της– ταυτιζόταν με το θέμα και παράλληλα διάβαζε ένα προσωπείο του δικού της ερωτισμού», όπως τονίζει ο Τάκης Σπετσιώτης.

 

Σκίτσο από το το βιβλίο με τα ποιήματα του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη από τις εκδόσεις Φέξης.


Το 1924 έγινε μια κίνηση στην Αθήνα για να καθιερωθεί κάπως το έργο του Καβάφη ως αντίδραση στον πόλεμο που είχε δεχτεί η ποίησή του από τον Κωστή Παλαμά. Ο Λαπαθιώτης τον υπερασπίστηκε με πολύ θέρμη στη «Νέα Τέχνη», μια έκδοση του Μάριου Βαϊάνου. Όταν ο Καβάφης επισκέφθηκε την Αθήνα και κατέλυσε στο ξενοδοχείο Κοσμοπολίτ, στην Ομόνοια, ο Λαπαθιώτης με τον Βαϊάνο και άλλους του σιναφιού τους πήγαν να τον συναντήσουν. Ο Καβάφης, που ήδη πονούσε στον λαιμό εξαιτίας του καρκίνου στον λάρυγγα, από τον οποίο υπέφερε, τους απηύθυνε την ειρωνικής πρόθεσης διερώτηση: «Ο Παλαμάς τι κάνει; Γράφει; Γράφει;». Τότε όλοι μαζί αποπειράθηκαν να τον πιέσουν να τους πει περισσότερα σκωπτικά για τον Παλαμά, ενθυμούμενοι ότι ο Καβάφης είχε πει παλιότερα: «[Ο Παλάμας] είναι μέγας ποιητής της λυρικής ποίησης, αλλά του Καβάφη δεν του αρέσει η λυρική ποίηση». Όμως ο Καβάφης έκλεισε το στόμα του και σώπασε, όπως θα έκανε μια κυρία με τρόπους.


«Γενικότερα, η ποίηση του Καβάφη άρχισε να κερδίζει έδαφος στο αθηναϊκό κοινό μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, με την οποία αρχίζει να ξεθωριάζει ο μεγαλοϊδεατισμός και η προτίμηση για τον Παλαμά. Όμως ο Καβάφης τότε ήταν ήδη γέρος. Και για μένα, όπως βίωσα τις εξελίξεις στην εποχή μου, η queer αντίληψη έχει βαθιά σχέση με αυτό που λέγεται "νιάτα του φυσικού κόσμου". Όταν βράζει το αίμα σου, όταν ζεις και ταυτόχρονα δηλώνεις αυτό που ζεις, όταν βγάζεις λίγο τη γλώσσα σου στους άλλους, τότε συμβαίνει κάτι το queer. Η ποίηση του Καβάφη όμως τότε ήταν ήδη πιο "δοκιμιακή". Ο ίδιος ο Καβάφης θα πήγαινε ίσως σε μια συγκέντρωση queer παιδιών, θα τους χαμογελούσε και θα τους έλεγε "χαίρομαι που γράφετε ωραία ποιήματα με λαϊκό παλμό", αλλά επ' ουδενί δεν θα μπορούσε να τον ταυτίσει κάποιος με το νέο εκείνο κύμα που εξέφραζε μια διαμαρτυρία. Λόγω του ενθουσιασμού και του νεανικού μένους του το queer δημιουργεί την αίσθηση ότι είναι πάντα λίγο στον αέρα. Αντίθετα, η ποίηση του Καβάφη δεν είναι καθόλου στον αέρα. Πατάει τόσο στέρεα που δεν μπορείς να της δώσεις καμία ροπή προς τα κει» εξηγεί ο Τάκης Σπετσιώτης, και συνεχίζει: «Μία άλλη σημαντική φυσιογνωμία των γραμμάτων κατά τον Μεσοπόλεμο ήταν ο Ιωάννης Συκουτρής. Το υπόμνημά του στη μετάφρασή του τού Συμποσίου του Πλάτωνα θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος ότι είναι εξίσου σημαντικό με το ίδιο το πλατωνικό κείμενο. Ο Συκουτρής αυτοκτόνησε το 1937, σε ηλικία μόλις 36 ετών εξαιτίας του πολέμου που δέχτηκε από τον κύκλο των συντηρητικών λογίων της εποχής του, επειδή απλώς και μόνο εξέδωσε το Συμπόσιο με αυτή την υπέροχη δική του εισαγωγή, στην οποία παρουσιάζει τους ήρωες του Πλάτωνα σαν να μην επρόκειτο για αρχαίους, αλλά σαν να ήταν σταρ του Χόλιγουντ. Χάρη σε αυτή την οπτική του ο αναγνώστης ταυτίζεται με το "πεζοτράγουδο" του Αγάθωνα ή με τον Αριστοφάνη, τον Παυσανία και τους άλλους που διαβάζει με τόση ευχαρίστηση. Ο Συκουτρής ανήγαγε τη φιλοσοφία του Πλάτωνα σε τέχνη ζωής. Δεν ξέρουμε πολλά, όμως, για τη δική του ζωή. Για παράδειγμα, δεν γνωρίζουμε αρκετά για τη Χαρά, στην οποία αφιερώνει τη δουλειά του πάνω στο Συμπόσιο του Πλάτωνα. Θα μπορούσε να ήταν μόνο πλατωνικός ο έρωτάς του για τους άντρες και να ζούσε μια καθόλα ετεροφυλόφιλη ζωή. Ωστόσο, ο Συκουτρής παρουσιάζει τόσο περιπαθώς, με εκτενείς περιγραφές τελετουργικών στοιχείων, την ιεροποσία του Συμποσίου, που ακριβώς επειδή αναδεικνύει και εξυψώνει αυτά τα στοιχεία, η εισαγωγή του στο Συμπόσιο καθίσταται queer. Όσο κι αν αναφέρεται στη φιλοσοφική πλατωνική διάσταση του έρωτα, επειδή μιλάει για παθητικό και μη παθητικό εταίρο μοιραία υπαινίσσεται και τη σαρκική σεξουαλικότητα. Επιπλέον, οι αναφορές του στις μορφές του Αλκιβιάδη και του Αγάθωνα περιέχουν τόσο πολλά στοιχεία που τις καθιστούν αντικείμενα του πόθου – θα μπορούσαμε να τις αναγνωρίσουμε και ως διεμφυλικές. Ο Τέλλος Άγρας έγραφε για τον Συκουτρή πως ήθελε να βιώσει μεν την αρχαιότητα και τον ελληνικό κόσμο, πλην όμως με έναν τρόπο ρομαντικό. Και ως προς αυτό δεν πρέπει να παραλείπουμε ποτέ να υπογραμμίζουμε ότι ο Συκουτρής ήταν γερμανοτραφής. Ανέβασε τόσο πολύ τον υδράργυρο για την εποχή και τη χώρα όπου έζησε και έγραψε, που στο τέλος το θερμόμετρο έσπασε. Είναι καταπληκτικό το ότι στο έργο του δεν αντικρίζεις άμεσα το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας αλλά το νιώθεις παντού ως μια περιπάθεια που μεταφέρεται μέσα από τη ρομαντική του οπτική, ώστε αυτομάτως το έργο του να συναντά τελικά το φάσμα του queer» διευκρινίζει ο Τάκης Σπετσιώτης.

 

Όπως έχει προαναφερθεί, πρέπει πάντα να αναζητάμε και να αναγνωρίζουμε πίσω από κάθε queer και γκέι ακτιβισμό το αίτιο που προκάλεσε παγκόσμιο αντίκτυπο. Και ένα τέτοιο αίτιο αναδύθηκε το 1971, μόλις έναν χρόνο μετά τον θάνατο του E.M. Forster, με την έκδοση ενός σημαντικού μυθιστορήματός του για την γκέι κουλτούρα, τον Maurice. Είχαν περάσει 57 χρόνια από τη συγγραφή του. Ο Forster θεωρούσε ότι μια τέτοια θεματολογία δεν θα ευνοούσε την καριέρα του κι έτσι είχε θάψει αυτό το έργο του μαζί με κάποια ανάλογα διηγήματά του, που εκδόθηκαν αργότερα. «Κι αν ένας Forster, που ήταν ο εισηγητής του Καβάφη στο παγκόσμιο κοινό και που έγραφε στην αγγλική γλώσσα, η οποία ήταν η πιο μιλημένη στην κόσμο, υπήρξε τόσο διστακτικός, μπορεί κάποιος να υπολογίσει το "ζόρι" για όλους εκείνους τους εδώ φτωχόδιαβολους που ήθελαν να εξωτερικεύσουν τέτοια ζητήματα. Ωστόσο, το 1972 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Κώστα Ταχτσή με τον τίτλο Τα ρέστα, που για μένα ήταν ένα από τα βιβλία που με διαμόρφωσαν. Σε αυτό περιλαμβάνεται ένα κείμενο με τον τίτλο Λίγες πένες για τον Στρατό της Σωτηρίας, στο οποίο ο αφηγητής είναι ένας Έλληνας που έχει φτάσει ως μετανάστης στην Αυστραλία. Τον κυνηγάει το βεβαρημένο ποινικό μητρώο του στην πατρίδα, ωστόσο πιστεύει ότι στο Σίδνεϊ θα ζήσει μια καλύτερη ζωή. Ένα πρωί ο ήρωας αυτός, ενώ περιμένει σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό το τρένο που θα τον πήγαινε στην καινούργια του δουλειά, μπαίνει σε μια δημόσια τουαλέτα, όπου, ενόσω αφοδεύει, διαβάζει ένα κείμενο πορνογραφικού χαρακτήρα γραμμένο στον τοίχο, το οποίο τον ερεθίζει. Ανήσυχος και παραξενεμένος από αυτή την ξαφνική ανάδυση της επιθυμίας του διαπιστώνει κάτι που τον πανικοβάλλει ακόμα περισσότερο: ένα πέος σε στύση προβάλλει στον χώρο όπου βρίσκεται, εισβάλλοντας μέσα από μία τρύπα στον ξύλινο διαχωριστικό τοίχο. Σκληρό σαν πέτρινος πύργος. Και τότε νιώθει ότι αυτός ο άψυχος τοίχος τού ζητάει να κάνουν έρωτα. Οπότε το βάζει στα πόδια. Όμως σταματά και επιστρέφει, για να δει σε ποιον ανήκει αυτό το κομμάτι ανθρώπινης σάρκας που παλλόταν μπροστά στα μάτια του. Και βλέπει ότι πρόκειται για κάποιον με το καπελάκι και τη στολή του Στρατού της Σωτηρίας, ο οποίος φορούσε επίσης μια κονκάρδα, όμοια μ' εκείνην που ο ήρωας είχε αγοράσει λίγο νωρίτερα, προσφέροντας μερικά κέρματα, πάνω στον ενθουσιασμό του για το καινούργιο ξεκίνημα στη ζωή του, που υποσχόταν την ελευθερία. Ο Ταχτσής είχε δώσει αυτό το αφήγημά του για να κυκλοφορήσει σε μια συλλογή 18 κειμένων ενάντια στη δικτατορία. Όμως απορρίφθηκε πανηγυρικά από εκείνη την έκδοση. Για τον λόγο αυτό άρχισε να το φωτοτυπεί για να το μοιράζει σε όποιον πίστευε ότι θα ήθελε να το διαβάσει. Τα Ρέστα ήταν για μένα και για τη γενιά μου ένα από τα πιο επιδραστικά ερεθίσματα. Θεωρώ ότι απαντούσα σ' εκείνα τα ερεθίσματα με τις δύο μικρού μήκους ταινίες μου, Η Λίζα και η άλλη το 1975 και Καλλονή το 1977. Η δεύτερη έγινε την περίοδο που υπηρετούσα ναύτης και, επειδή κόπηκε από τη λογοκρισία, έγινε ένα μικρό σκάνδαλο στο Ναυτικό, καθότι το περιστατικό ανακοινώθηκε από τις εφημερίδες και μου έγιναν οι σχετικές συστάσεις. Πρωταγωνιστής και στις δύο ήταν ο Νίκος Μουρατίδης, με τον οποίο ήμασταν φίλοι και συμφοιτητές στη Σχολή Σταυράκου. Η Καλλονήειδικά παίζει με τα όρια της ανοχής του κοινού ακόμα και στις μέρες μας. Γι' αυτό και δεν μπορεί να την δει κάποιος ολόκληρη στις γνωστές ιστοσελίδες που φιλοξενούν τέτοια έργα. Είναι μια ταινία που βασίζεται πολύ στην ιδέα του Andy Warhol ότι μια τραβεστί είναι ένα ζωντανό αρχείο γυναίκας και κατ' επέκταση η υπερβολική θηλυκότητα μιας γυναίκας την κάνει να μοιάζει με τραβεστί.

 

Εξίσου παρεμβατική για την εποχή εκείνη και ακριβώς πάνω στην κρίσιμη καμπή λίγο πριν από την ίδρυση του ΑΚΟΕ (δηλαδή του πρώτου σωματείου διεκδίκησης των δικαιωμάτων των ομοφυλόφιλων που ιδρύθηκε στην Ελλάδα) ήταν η έκδοση του περιοδικού "Καμπύλη". Βγήκε πριν από το περίφημο "Αμφί". Δεν ήταν γκέι περιεχομένου, αλλά το πρώτο της τεύχος είχε αποκλειστικά queer θεματολογία. Ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος συμμετείχε με ποίηση, ομοίως και οι Νίκος Παναγιωτόπουλος και Ανδρέας Αγγελάκης. Ο Νίκος Μουρατίδης συμμετείχε με ένα μικρό διήγημα. Ήταν, πιστεύω, κι αυτό επηρεασμένο από τα Ρέστα του Ταχτσή. Το δικό μου κείμενο ήταν το πιο μεγάλο, σχεδόν ένα ολόκληρο 16σέλιδο, που καταλάμβανε όλο το δεύτερο μέρος του περιοδικού. Αργότερα εκείνο το κείμενο εξελίχθηκε σε μυθιστόρημα με τον τίτλο Δελτίον ταυτότητος, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα το 2003.

 

Η μεγάλη καμπή στην ιστορία του queer κινήματος στην Ελλάδα συμβαίνει με την ίδρυση του ΑΚΟΕ και την έκδοση του περιοδικού "Αμφί". Οι πρώτες συγκεντρώσεις και συζητήσεις γίνονταν σε σπίτια. Σε μία απ' αυτές μας επισκέφθηκε ο Κώστας Ταχτσής. Φορούσε ένα μπλέιζερ, μας κοίταξε αφ' υψηλού και είπε: "Σαν συγκέντρωση ναζήδων είναι εδώ". Στη συνέχεια άρχισε να ασχολείται μ' εμένα, επειδή τον είχα επισκεφθεί πριν ακόμα καταταγώ στο Ναυτικό. Με ρώτησε τι έκανα εκείνη την εποχή και μετά μου είπε: "Μην ασχολείσαι μ' αυτές τις χαζές". Του είχε φανεί σαν μια μυστικοπαθής συγκέντρωση λίγων ατόμων με σκοπό τη στρατευμένη αντίδραση, στην οποία δεν πίστεψε ποτέ ο Ταχτσής. Θεωρώ πως πίσω από αυτήν τη στάση του κρυβόταν μια συμφεροντολογική αιτία: είχε αρχίσει ήδη να γίνεται γνωστός, ο κόσμος διάβαζε το Τρίτο Στεφάνι και το αναγνωστικό κοινό του ήταν κυρίως γυναίκες. Δεν επιθυμούσε, λοιπόν, να τις δυσαρεστήσει αποκαλύπτοντας τη "δική του φύση" πίσω από τα πρόσωπα των ηρωίδων του μυθιστόρηματός του, ώστε να λένε μετά εκείνες ότι πρόκειται για το βιβλίο ενός τραβεστί που τις παρωδεί και τις γελοιοποιεί. Είχε δίκιο ως προς αυτό. Βέβαια, αυτό το δίκιο δεν μπορούσε να το βρει με τον Θεοδωρακόπουλο και το ΑΚΟΕ, οι οποίοι έκαναν το ακριβώς αντίστροφο: αποκάλυπταν την ταυτότητα, το φύλο και γενικότερα τα στοιχεία των μελών του σωματείου, επιδιώκοντας να γίνει αποδεκτή η ύπαρξή τους, να αναγνωρίζονται ως οντότητες» λέει ο Τάκης Σπετσιώτης.

 

Ο Τάκης Μόσχος στον ρόλο του Ναπολέoντα Λαπαθιώτη στην ταινία «Μετέωρο και Σκιά».


Όπως είναι φυσικό, στη σκιά αυτού του δαφνοστεφανωμένου «κύκλου», που τα μέλη του, είτε με τη θέλησή τους είτε χωρίς αυτήν, αναγνωρίζονται σήμερα ως queer ακτιβιστές, κρύβονται πάντα πολλές «ελάσσονες» παρεμβατικές προσωπικότητες. Δύο παραδείγματα τέτοιων περιπτώσεων θα μπορούσαν να είναι η αστρολόγος Θεοδώρα Ντάκου και ο λαϊκός τραγουδιστής Κώστας Καφάσης. Η Ντάκου εξέδωσε δύο ποιητικές συλλογές ανοιχτά ομοερωτικού περιεχομένου που έτυχαν σπουδαίας υποδοχής από την κριτική. Κανείς όμως δεν την διάβασε αρκετά – ίσως επειδή ήταν και αστρολόγος. Όσο για τον Κώστα Καφάση, είναι γεγονός ότι περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έκανε κάθε βράδυ τον δικό του και πολύ προσωπικό απρόθετο queer παρεμβατισμό στο λούμπεν μπουζουξίδικο, όπου εμφανιζόταν. Ανάμεσα στα διάφορα καψουροτράγουδα του προγράμματός του υπήρχε και ένα που αναφερόταν σε «περασμένες αγάπες». Και ξαφνικά διέκοπτε αυτό το τραγούδι και αμέσως το πρώτο μπουζούκι άρχιζε να παίζει ένα λυπημένο ακομπανιαμέντο, για να ξεκινήσει ο Καφάσης να παραθέτει επί ένα τέταρτο της ώρας περίπου και με μελό στόμφο στη φωνή μόνο ανδρικά ονόματα (Πέτρο, Κώστα, Βασίλη κ.λπ.), τα οποία ήταν ονόματα εραστών του. Και τότε, το κοινό του, στο οποίο συγκαταλέγονταν πολλοί καραμπουζουκλήδες γκέι, τον έραινε με λουλούδια, έπεφτε στην πίστα και τον προσκυνούσε και γενικά έκανε διάφορα τέτοια λατρευτικά και τον αποθέωνε για το θάρρος, το πάθος και τον πόνο της ομοφυλόφιλης δήλωσής του από μικροφώνου. Ήταν ένα queer ερωτικό μνημόσυνο, το οποίο όμως μια επίσημη ιστορική καταγραφή σπάνια θα το συγκρατούσε, όχι τόσο επειδή ήταν μια παρέμβαση αυστηρά προσκολλημένη στη χαμηλότερη κλάση της πoπ κουλτούρας όσο γιατί η Ιστορία συγκρατεί πιο εύκολα στη μνήμη της τους ισχυρούς που καταφέρνουν πάντα να διαπερνούν ακόμα και τα πάθη τους.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

________________________

Ας φυσά τώρα

To νέο βιβλίο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου κυκλοφορεί.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΕΔΩ ΑΠΟ ΤΟ SHOPLIFO

 

 

Lgbtqi+
ΑΦΙΕΡΩΜΑ