Το “When They See Us” είναι μια από τις καλύτερες σειρές που έχουν κυκλοφορήσει με την ταμπέλα «βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα» και όποιος θέλει να εντρυφήσει περαιτέρω στην υπόθεση υπάρχει μπόλικη σχετική φιλολογία.
TV Series

When They See Us: Η εξαιρετική δραματική σειρά για μια πολύκροτη υπόθεση συστημικού ρατσισμού και κατάφωρης αδικίας

Η μίνι σειρά του Netflix ξεδιπλώνει τις συνταρακτικές πτυχές της υπόθεσης των «Πέντε του Σέντραλ Παρκ» όταν πέντε αθώοι μαύροι έφηβοι καταδικάστηκαν για τον βιασμό και την άγρια κακοποίηση μιας νεαρής λευκής γυναίκας πριν από τριάντα χρόνια

Τη νύχτα της 19ης Απριλίου του 1989, μια 28χρονη, λευκή, ξανθιά γυναίκα που έκανε τζόκινγκ, βιάστηκε, κακοποιήθηκε αγρίως και εγκαταλείφτηκε αναίσθητη και ημιθανής στο βόρειο κομμάτι του Σέντραλ Παρκ της Νέας Υόρκης. Όταν μετά από καιρό είχε αναρρώσει, δεν θυμόταν τίποτα από το περιστατικό και δεν μπορούσε να καταθέσει τίποτα χρήσιμο στην πολύκροτη δίκη για την υπόθεση που είχε αναστατώσει για καιρό όχι μόνο την πόλη αλλά και ολόκληρη τη χώρα. 

 

Την ίδια νύχτα της επίθεσης, η αστυνομία είχε μαζέψει από την γύρω περιοχή (από το Χάρλεμ δηλαδή) καμιά εικοσαριά πιτσιρικάδες που συμπεριφερόντουσαν, σύμφωνα με την σχετική αναφορά, ως «αγέλη λύκων», κάνοντας μικροβανδαλισμούς και παρενοχλώντας περαστικούς. Διαλέγοντας εντελώς τυχαία πέντε από αυτούς, οι αρχές αποφάσισαν να τους φορτώσουν το έγκλημα χωρίς στοιχεία, στρέφοντας απλά τον έναν εναντίον του άλλου με την υπόσχεση ότι αν υπογράψουν κάποια ομολογία, θα τους αφήσουν να γυρίσουν σπίτι τους. 

 

Το βασικό κίνητρο της σειράς δεν είναι η αναλυτική αναψηλάφηση της υπόθεσης αλλά η αναπαράσταση ενός κλίματος συλλογικής παράνοιας και ο εξανθρωπισμός πέντε παιδιών που παρουσιάστηκαν ως «τέρατα», ενώ ήταν κανονικοί έφηβοι με οικογένειες, αγωνίες, όνειρα και ευαισθησίες.

 

Αυτά τα πέντε παιδιά, ουσιαστικά (από 13 ως 16 ετών), έμειναν στην ιστορία ως οι «Πέντε του Σέντραλ Παρκ» αλλά και ως τα αθώα και τραγικά θύματα μιας εξωφρενικής, ρατσιστικής σκευωρίας και μιας φριχτής κακοδικίας που τους στέρησε μεγάλο μέρος από τα νιάτα τους, οδηγώντας τους με συνοπτικές διαδικασίες στα άδυτα του αμερικανικού σωφρονιστικού συστήματος. 

 

Ο ένας τους μάλιστα (o Κόρι Γουάιζ) επειδή είχε κλείσει τα 16 κατέληξε σε φυλακή ενηλίκων υψίστης ασφαλείας από την οποία θα έβγαινε μετά από δεκαπέντε ολόκληρα και απίστευτα τραυματικά χρόνια. Τουλάχιστον, μέσα στην τραγική ατυχία του, υπήρξε ο καταλύτης για να βρεθεί μετά από τόσο καιρό ο πραγματικός δράστης της επίθεσης στη νεαρή κοπέλα. Ο ένοχος ήταν ένας κατάδικος (για άλλη αποτρόπαια εγκληματική πράξη) που αναγνώρισε - εξαιτίας της τεράστιας δημοτικότητας που είχε λάβει για χρόνια στα ΜΜΕ η υπόθεση -  τον Κόρι στη φυλακή και αποφάσισε, έστω και αργά, να ομολογήσει την πράξη του, εκθέτοντας ανεπανόρθωτα τις ανακριτικές και δικαστικές αρχές της πόλης.

 

Aριστερά ο νεαρός Τζάρελ Τζερόμ που υποδύεται τον Κόρι Γουάιζ που εικονίζεται δεξιά.

 

Στη συνταρακτική οδύσσεια του Κόρι Γουάιζ στη φυλακή (τον υποδύεται σε μια από τις κορυφαίες ερμηνείες της πρόσφατης τηλεοπτικής παραγωγής ο νεαρός Τζάρελ Τζερόμ), εστιάζει το τελευταίο - και μεγαλύτερο σε διάρκεια -  συγκλονιστικό επεισόδιο της εξαίρετης δραματικής μίνι σειράς του Netflix για την υπόθεση που στοιχειώνει ως σήμερα το συλλογικό ασυνείδητο των Νεοϋρκέζων, υπενθυμίζοντάς τους τον ρατσισμό που ήταν καθεστώς στη λειτουργία των θεσμών μέχρι και σχετικά πρόσφατα. Τους υπενθυμίζει ακόμα ότι δεν είχαν προλάβει καν να απαγγελθούν επίσημες κατηγορίες για τους πέντε έφηβους όταν ο τότε χλιδάτος μεγαλοπαράγοντας (ασαφούς ιδιότητας) της πόλης και νυν Πρόεδρος της χώρας, Ντόναλντ Τραμπ, απαιτούσε στις εμφανίσεις του στην τηλεόραση να τους επιβληθεί η θανατική ποινή. 

 

Το βασικό κίνητρο της σειράς που σκηνοθέτησε η Ava DuVernay δεν είναι η αναλυτική αναψηλάφηση της υπόθεσης αλλά η αναπαράσταση ενός κλίματος συλλογικής παράνοιας και ο εξανθρωπισμός πέντε παιδιών που παρουσιάστηκαν ως «τέρατα», ενώ ήταν κανονικοί έφηβοι με οικογένειες, αγωνίες, όνειρα και ευαισθησίες.

 

Υπενθυμίζει ακόμα ότι δεν είχαν προλάβει καν να απαγγελθούν επίσημες κατηγορίες για τους πέντε έφηβους όταν ο τότε χλιδάτος μεγαλοπαράγοντας της πόλης και νυν Πρόεδρος της χώρας, Ντόναλντ Τραμπ, απαιτούσε στις εμφανίσεις του στην τηλεόραση να τους επιβληθεί η θανατική ποινή.

 

Το “When They See Us” είναι μια από τις καλύτερες σειρές που έχουν κυκλοφορήσει με την ταμπέλα «βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα» και όποιος θέλει να εντρυφήσει περαιτέρω στην υπόθεση υπάρχει μπόλικη σχετική φιλολογία. Εξαιρετικό είναι και το ντοκιμαντέρ του Κεν Μπερνς με τίτλο “The Central Park Five” στο οποίο τονίζεται το γεγονός ότι μεγάλο τμήμα της μαύρης κοινότητας πίστευε στην ενοχή των νεαρών παρά την έλλειψη στοιχείων, και υποδειγματικό κείμενο με βάση την υπόθεση είναι το δημοσιογραφικό δοκίμιο της Τζόαν Ντίντιον με τίτλο “New York: Sentimental Journeys” που είχε δημοσιευτεί το 1991 στο New York Review of Books και έγραφε μεταξύ άλλων:

 

«…Πολύ αργότερα, τα στοιχεία θα μας υπενθύμιζαν ότι είχαν καταγγελθεί άλλοι 3.254 βιασμοί εκείνη τη χρονιά στην πόλη, μεταξύ αυτών και ένας την επόμενη εβδομάδα της σύλληψης των «πέντε» όπου μια μαύρη γυναίκα σχεδόν αποκεφαλίστηκε στο πάρκο Φορτ Τράιον και ένας δύο εβδομάδες μετά όπου μια επίσης μαύρη γυναίκα από το Μπρούκλιν βιάστηκε και μετά πετάχτηκε στον φωταγωγό ενός τετραώροφου κτιρίου, αλλά όλα αυτά έμοιαζαν ρητορικά, από τη στιγμή που έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε τα εγκλήματα ως ειδήσεις που οφείλουν να προσφέρουν, έστω και εντελώς εσφαλμένα, μια αφήγηση, ένα μάθημα, κάποιο υψηλό νόημα…»

 

Δείτε το τρέιλερ της σειράς

 

 

Media