O Kumail Nanjiani υποδύεται τον αποτυχημένο κωμικό στο πρώτο επεισόδιο της σειράς.
TV Series

Ο Τζόρνταν Πιλ παγιδεύεται στη δική του εκδοχή της «Ζώνης του Λυκόφωτος»

Η πρώτη σεζόν της αναβίωσης της σειράς αφήνει την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας

There is a fifth dimension, beyond that which is known to man. It is a dimension as vast as space and as timeless as infinity. It is in the middle ground between light and shadow, between science and superstition, and it lies between the pit of man's fears and the summit of his knowledge. This is the dimension of imagination. It is an area which we call the Twilight Zone.


Με αυτά τα λόγια ξεκινούσε κάθε επεισόδιο της Ζώνης του Λυκόφωτος του Ροντ Σέρλινγκ, μιας σειράς που οριοθέτησε και ενέπνευσε το σινεμά και την τηλεόραση του φανταστικού, όσο λίγα πράγματα. Μέσα από αυτοτελή επεισόδια που διαρκούσαν γύρω στα 20-25 λεπτά, η σειρά παγίδευσε τους ήρωές της σε καταστάσεις βγαλμένες από όνειρα που τελειώνουν με σένα να ξυπνάς κάθιδρος κι έντρομος, έπαιξε με τα είδη και τις συμβάσεις τους δεκαετίες πριν το παιχνίδι αυτό γίνει κανόνας, κανονικοποίησε το ανατρεπτικό φινάλε και, τέλος, μίλησε για τα μεγάλα θέματα, τους φόβους και τα άγχη της εποχής της. Χωρίς αυτή δεν θα είχαμε τηλεοπτικές ανθολογίες τρόμου και επιστημονικής φαντασίας γενικότερα, Outer LimitsThe X-Files και Black Mirror ειδικότερα, και δεν θα είχαμε έναν μακρύ φιλμικό κατάλογο που κυμαίνεται από το Carnival of Souls και τον Πλανήτη των Πιθήκων ως το Truman Show και την Έκτη Αίσθηση.

 

Σκηνοθέτες όπως ο Ζακ Τουρνέρ, ο Ντον Σίγκελ και η Άιντα Λουπίνο πέρασαν πίσω από τον φακό, ηθοποιοί όπως ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ, ο Τσαρλς Μπρόνσον κι ο Ρόμπερτ Ντιβάλ μπροστά από αυτόν, ενώ τα σενάρια, πλην του ίδιου του Ροντ Σέρλινγκ που εκτελούσε και χρέη αφηγητή, υπέγραφαν ενίοτε σημαίνουσες φιγούρες της λογοτεχνίας του φανταστικού, όπως ο Ρίτσαρντ Μάθεσον.

 

Ο Πιλ ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια της σειράς, διατηρώντας για τον εαυτό του το ρόλο του αφηγητή που στην αρχή και στο τέλος του επεισοδίου παρεμβαίνει στη δράση σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο, απευθυνόμενος απευθείας στον θεατή.

 

Στο παρελθόν είχαμε ήδη δύο αναβιώσεις της σειράς, μία στα '80s που μνημονεύουν αρκετοί σκληροπυρηνικοί φαν, και μια βραχύβια στις αρχές της περασμένης δεκαετίας με αφηγητή τον Φόρεστ Γουίτακερ, η οποία εστίασε περισσότερο στο είδος του τρόμου, προβλήθηκε στη χώρα μας μέσω του τηλεοπτικού σταθμού Star Channel και είναι πια δύσκολο να τη βρεις ακόμα και σε DVD.

 

Φέτος το CBS επιχείρησε ένα ακόμα remake της σειράς. Αν αναρωτιέσαι γιατί, ο βασικός λόγος είναι το brand name, ο μέσος θεατής δείχνει πιο πρόθυμος να δοκιμάσει κάτι που ξέρει ήδη, το μαρτυρούν τα δεκάδες remakes, reboots, sequels και spin-offs σε κινηματογράφο και τηλεόραση τα τελευταία χρόνια. Από καιρό η δημοφιλία του πρωτογενούς υλικού έχει αντικαταστήσει τη δημοφιλία των συντελεστών ως βασικό πόλο έλξης του κοινού.

 

Από εκεί και πέρα όμως, επειδή το brand name από μόνο του δεν αρκεί για να συνθλίψει τον ανταγωνισμό, το πάντρεμά του με έναν ή περισσότερους δημοφιλείς συντελεστές δύναται να γεννήσει έναν ελκυστικό συνδυασμό. Αυτός ο συντελεστής βρέθηκε στο πρόσωπο του νέου αστεριού του αμερικανικού θρίλερ, του Τζόρνταν Πιλ. Ο Πιλ ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια της σειράς, διατηρώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του αφηγητή που στην αρχή και στο τέλος του επεισοδίου παρεμβαίνει στη δράση σπάζοντας τον τέταρτο τοίχο, απευθυνόμενος απευθείας στον θεατή.

 

Η έναρξη της πρώτης σεζόν γίνεται με ένα επεισόδιο θεματικά γνώριμο στον Πιλ. Στο The Comedian αποτυχημένος κωμικός με αυστηρά πολιτική ατζέντα διαπιστώνει πως μόλις κάνει προσωπική αναφορά σε κάποιο πρόσωπο του στενού ή ευρύτερου περιβάλλοντος του, το κοινό ξεκαρδίζεται. Το πρόβλημα είναι πως μετά το πρόσωπο αυτό εξαφανίζεται. Η αγωνία του κωμικού για το χιούμορ που αρέσει σήμερα, η προσωπική έκθεση του καλλιτέχνη και το κόστος της είναι μερικά από τα μοτίβα που συστήνονται για να μείνουν ανεκμετάλλευτα και σύντομα θα φανερωθεί η πρώτη μεγάλη αδυναμία αυτής της αναβίωσης. Το επεισόδιο διαρκεί πενήντα πέντε λεπτά, περίπου στο πρώτο εικοσάλεπτο όσα έχει να πει έχουν ολοκληρωθεί και απλώς επαναλαμβάνεται μέχρι να φτάσει το προβλέψιμο, πλην ταιριαστό φινάλε του.

 

Ο Τζόρνταν Πιλ ανέλαβε την καλλιτεχνική επιμέλεια της σειράς, διατηρώντας για τον εαυτό του τον ρόλο του αφηγητή.

 

Η μεγάλη διάρκεια των επεισοδίων είναι ένα μειονέκτημα αυτής της πρώτης σεζόν, όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια. Κι ο Ροντ Σέρλινγκ είχε διπλασιάσει τη διάρκεια των επεισοδίων στην τέταρτη σεζόν, για να επιστρέψει άρον άρον στην αρχική, συντομότερη μορφή τους, καθώς διαπίστωσε έμπρακτα ότι το concept από μόνο του για τόσο μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον, πρέπει να στήσεις δράμα γύρω του, αν θέλεις να υπερβείς τη διάρκεια ενός φιλμ μικρού μήκους.

 

Το δεύτερο επεισόδιο, remake του Nightmare on 20.000 Feet, ενός από τα δημοφιλέστερα επεισόδια της original σειράς, εγκλωβίζει τον ήρωα του σε ένα αεροπλάνο το οποίο, σύμφωνα με ένα podcast που αποκτά κατά λάθος, πρόκειται να πέσει και τον καθιστά θύμα μιας αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Έχει σασπένς, ένα σαδιστικό φινάλε στην παράδοση της σειράς και στα 37 λεπτά του είναι το μικρότερο της σεζόν, πιθανότατα και το καλύτερο και θα εξηγήσω γιατί.


Το βασικό πρόβλημα αυτής της αναβίωσης της σειράς είναι η γενική δημιουργική γραμμή που ακολουθήθηκε, κάτι που γίνεται περισσότερο εμφανές από το τρίτο επεισόδιο κι έπειτα. Μέσα από τη Ζώνη του Λυκόφωτος ο Σέρλινγκ μίλησε (και) για τα προβλήματα της εποχής του και για (δι)αχρονικές κοινωνικές και προσωπικές ανησυχίες του ανθρώπινου είδους. Κατά κύριο λόγο όμως το concept προηγείται και το μήνυμα έπεται, συνάγεται μέσα από το concept σε ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, για όποιον ενδιαφέρεται να το αλιεύσει. Πολλά επεισόδια δε, απλώς υπηρέτησαν το concept, την ιδέα δηλαδή, αποτελώντας ωραιότατες (και, όπως είπαμε και στην εισαγωγή, επιδραστικότατες) ασκήσεις πάνω στο είδος.

 

Η Rhea Seehorn και η Taissa Farmiga σε σκηνή της σειράς.


Ο Τζόρνταν Πιλ θεώρησε ότι το μήνυμα είναι σημαντικότερο και είναι εκείνο που πρέπει να επικρατήσει έναντι του concept, όπως φαίνεται κι από το Replay, ένα επεισόδιο που έχει εξαντλήσει όσα έχει να πει στο πρώτο του δεκάλεπτο και την υπόλοιπη ώρα σου κοπανάει στο κεφάλι το μήνυμα του περί του αναπόδραστου της φυλετικής βίας. Φυσικά υπήρχαν και τέτοια επεισόδια στην original σειρά, διδακτικά, με προφανείς συμβολισμούς και αιχμή του δόρατος το μήνυμα παρά το concept και την εκτέλεσή του, είναι όμως εκείνα τα επεισόδια που δείχνουν περισσότερο την ηλικία τους και τα οποία ελάχιστοι μνημονεύουν σήμερα.


Εδώ αυτά τα επεισόδια υπερισχύουν, τέτοια είναι η γραμμή που δόθηκε από τον Πιλ στους δημιουργούς του εκάστοτε επεισοδίου, αφήνοντας ανάμικτες εντυπώσεις. Έτσι επεισόδια όπως αυτό με τον αρμοστά ενοχλητικό Τζέικομπ Τρέμπλεϊ που δείχνει τι θα συνέβαινε αν ένα κακομαθημένο παιδί γινόταν πρόεδρος των ΗΠΑ –το πιάσατε για ποιον χτυπά η (τεράστια) καμπάνα;–, το όγδοο όπου λευκή, Αμερικανίδα νοικοκυρά συλλαμβάνεται από μια ιδιαίτερη υπηρεσία αλλοδαπών ή, ακόμα χειρότερα, το έβδομο, όπου μετεωρίτης πέφτει στη γη και κάνει τους άντρες να φέρονται βίαια –spoiler alert: δεν ευθύνεται ο μετεωρίτης, αλλά οι ίδιοι οι άντρες–, είναι τόσο επιδερμικά στην όποια κριτική τους και φορούν τόσο εξόφθαλμα την αλληγορία τους, που αναιρούν την ίδια τη λειτουργία της ως τέτοια.


Τα επεισόδια 4 και 9, αν και ακολουθούν την ως άνω γραμμή, είναι μια σκάλα παραπάνω, το μεν τέταρτο λόγω της ατμόσφαιρας που χτίζει για κάποια ώρα η Άνα Λίλι Αρμιπούρ (A Girl Walks Home Alone at Night), το δε ένατο επειδή βάλλει κατά της οπλοχρησίας με πολύ πιο διακριτικό τρόπο κι επειδή χτίζει ανασφάλεια και φόβο μέσα από ένα ακίνητο, άψυχο(;) αντικείμενο και έχει να επιδείξει μια ψυχωμένη δραματική ερμηνεία από τον κωμικό Κρις Ο' Ντόουντ.

 

 

The Twilight Zone - Official Trailer


Το έκτο επεισόδιο στηρίζεται σε μια ιστορία εγκλεισμού ομάδας ετερόκλητων ανθρώπων σε διαστημόπλοιο και του χάους που ακολουθεί, είναι εκτελεσμένο επαγγελματικά και κρατά το ενδιαφέρον, είναι όμως και κάτι που έχει δει σε πολλές παραλλαγές και συχνά πολύ καλύτερα σε σινεμά και τηλεόραση.


Το δέκατο και τελευταίο επεισόδιο, κινούμενο μεταξύ αυτοαναφοράς, μοντερνισμού και μεταμοντερνισμού, αντανακλά τις ανησυχίες και το ρίσκο όσων ανέλαβαν να αναβιώσουν τη θρυλική σειρά, υπηρετώντας παράλληλα και το είδος, και κλείνει με έναν ωραιότατο, σπιλμπεργκικής φιλοσοφίας επίλογο, αγαπητικό προς την original σειρά, που εντείνει την αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας για αυτή την πρώτη σεζόν, καθώς αποδεικνύει τι μπορεί να επιτευχθεί με λίγη τόλμη παραπάνω και ταυτόχρονα ότι ο Πιλ και οι συνεργάτες του αντιλαμβάνονται πλήρως τις αρετές και την ουσία της Ζώνης του Λυκόφωτος.


Αν, πάντως, ο Πιλ στην επερχόμενη δεύτερη σεζόν επιμείνει σ' αυτή την έντονα πολιτικοποιημένη γραμμή, όπου το μήνυμα προπορεύεται του concept και τo επισκιάζει, το ένατο επεισόδιο δείχνει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει, ώστε να μην αποξενώσει πλήρως και τους φαν της σειράς που (ως έναν βαθμό δικαίως) διαμαρτύρονται στα social media.

Media