Οι ήρωες φορούν τα ίδια ρούχα στο μεγαλύτερο μέρος της σεζόν, εκτός από την Eleven της Μίλι Μπόμπι Μπράουν, η οποία στο μεταξύ έχει γίνει teen και fashion icon.
TV Series

Φόβος και ορμόνες στο Χόκινς: είδαμε την τρίτη σεζόν του «Stranger Things»

Χωρίς την πίεση της δεύτερης σεζόν, οι αδερφοί Ντάφερ εξέλιξαν ικανοποιητικά την ιστορία τους, θα ήταν, όμως, πολύ πιο ενδιαφέρον, αν στο μέλλον σταματούσαν να επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους

Mε μοναδικό τίτλο στο βιογραφικό τους το Hidden (2015), ένα ταπεινό, ελαφρώς φλύαρο θριλεράκι με ωραίο twist τo οποίo είδαν ελάχιστοι, οι αδερφοί Ντάφερ ανέλαβαν το 2016 τα ηνία μίας από τις δεκάδες σειρές που χρηματοδοτεί κατά καιρούς το Netflix, προκειμένου να διευρύνει τον original κατάλογό του και να μπορέσει να παραμείνει ανταγωνιστικό, όταν εταιρείες όπως η Disney και η Warner θα ξεκινήσουν τις δικές τους πλατφόρμες streaming και θα αποσύρουν τους τίτλους τους. Δίχως ιδιαίτερες τυμπανοκρουσίες, τον Iούλιο του 2016 το Stranger Things ανέβηκε στην πλατφόρμα του Netflx.


Κι έπειτα συνέβη κάτι μαγικό. Με τα κινηματογραφικά μπλοκμπάστερ εκείνου του καλοκαιριού να απογοητεύουν το ένα μετά το άλλο, η σειρά ξεδίψασε το κοινό που αναζητούσε καλή αποδραστική μυθοπλασία, βγήκε και σε μια εποχή που η ποπ κουλτούρα είχε αρχίσει να στρέφει το βλέμμα στα (κινηματογραφικά, μουσικά κι ενδυματολογικά) '80s και έτσι άγγιξε ύψη δημοφιλίας που το Neflix μόνο με το House of Cards είχε ξαναδεί και, πιθανότατα, όχι σε τέτοια κλίμακα.


Συνδυάζοντας το παιδικό θέαμα με τον τρόμο και τη φαντασία με τρόπους που μόνο στις καλύτερες παραγωγές της Amblin θα βρεις, αφομοιώνοντας οργανικά τις αναφορές του στα '80s σε βαθμό που να σε πείθει ότι θα μπορούσε να έχει γυριστεί τότε, και με τους synth ήχους των Κάιλ Ντίξον και Μάικλ Στάιν να αμπαλάρουν τις εικόνες σχηματίζοντας ένα ηχοτόπιο που παραπέμπει ευθέως στην εποχή, το Stranger Things παρέμεινε στην επικαιρότητα μέχρι τα Χριστούγεννα –βοήθησε και το διάσημο, πια, εύρημα με τα χριστουγεννιάτικα λαμπάκια σ' αυτό–, έκανε τους ανηλίκους πρωταγωνιστές του σταρ σε μια νύχτα και ξεσήκωσε παλλαϊκή απαίτηση για δεύτερη σεζόν.

 

Θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον αν κάποτε το Stranger Things σταματούσε να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, ώστε να δικαιώσει έτσι και τον τίτλο του που υπόσχεται ακριβώς αυτό. Stranger things.


Αυτή ήρθε κάπως βεβιασμένα τον Οκτώβριο του επόμενου έτους, ώστε να συμπέσει και με τον εορτασμό του Halloween. To Νetflix ήθελε έντεκα επεισόδια, οι αδερφοί Ντάφερ κι ο παραγωγός Σον Λέβι διαφωνούσαν, τελικά (και ευτυχώς) τα βρήκαν στα εννιά. Και πάλι, βέβαια, η δεύτερη σεζόν είναι φοβερά ανοικονόμητη, σκέψου πως στο 1/3 των πρώτων δυο επεισοδίων δαπανάται χρόνος (και φιλμ) απλά για να σου πουν ότι κάτι περίεργο συμβαίνει στα σπαρτά, εκεί πχ. που ο Σιάμαλαν –σταθερό σημείο αναφοράς των αδερφών Ντάφερ– ξεμπερδεύει με ένα γενικό πλάνο στον «Οιωνό» του. Σεναριακά ανακυκλώνονται μοτίβα που είδαμε και στον πρώτο κύκλο, για να συμπληρωθούν εννιά επεισόδια προστίθεται κι ένα αμήχανο αυτοτελές με την Eleven να εντάσσεται σε πανκ συμμορία παιδιών με υπερφυσικές δυνάμεις, αλλά έχει τις καλές στιγμές της κι αυτή η σεζόν, και κλείνει με μια ωραιότατη, συγκινησιακά φορτισμένη σκηνή σχολικού χορού που θα ζήλευε κι ο Τζον Χιουζ.

 

Η σειρά επιτρέπει την παιδικότητα –τότε– και τον εφηβισμό –τώρα– στους ήρωες της, τους αφήνει δηλαδή να σαχλαμαρίσουν και να συμπεριφερθούν ως έφηβοι κι αυτό παραμένει ένα μεγάλο της ατού.


Για την τρίτη σεζόν οι Ντάφερ αποφάσισαν να πάρουν τον χρόνο τους, έγραψαν το σενάριο με την ησυχία τους, ξεκίνησαν την παραγωγή και μόνο όταν ολοκληρώθηκε το στάδιο των γυρισμάτων και υπήρχε σαφές χρονοδιάγραμμα για την περάτωση του post-production ανακοινώθηκε η ημερομηνία εξόδου της, η οποία ορίστηκε για τις 4 του τρέχοντος μήνα.

 

Σ' αυτή την τρίτη σεζόν σοφά η δράση περιορίζεται σε μερικές ημέρες και επιμερίζεται αρχικά σε τέσσερα και στη συνέχεια σε τρία μέτωπα, με τους ήρωες να φορούν τα ίδια ρούχα στο μεγαλύτερο μέρος, εκτός από την Eleven της Μίλι Μπόμπι Μπράουν, η οποία στο μεταξύ έχει γίνει teen και fashion icon. Στοχευμένο όπως η πρώτη σεζόν δεν είναι –σ' αυτό, στην αιτιοκρατία του μοντάζ και στην οικονομία ορίζεται και εντοπίζεται η κινηματογραφικότητα μιας σειράς, όχι στο επίπεδο παραγωγής–, πρόκειται, όμως, για σαφή αφηγηματική βελτίωση σε σχέση με τη δεύτερη σεζόν.

 

H φύση της απειλής δεν μεταβάλλεται ιδιαίτερα σε σχέση με τις προηγούμενες σεζόν. Χονδρικά οι ήρωές μας έχουν και πάλι να αντιμετωπίσουν ένα τέρας που ξέφυγε από το Upside. Το (δυνητικά πολύ) ενδιαφέρον νέο στοιχείο είναι ότι το συγκεκριμένο τέρας μπορεί να καταλάβει τους ανθρώπους και να τους χρησιμοποιήσει σαν υποχείρια του, αλλά το εν λόγω εύρημα, ενώ υπόσχεται σασπένς, πρακτικά δεν αξιοποιείται σε μια αφήγηση τύπου Invasion of the Body Snatchers. Οι Ντάφερ φαίνεται να έχουν περισσότερο στο μυαλό τους το The Thing (1982) του Κάρπεντερ και ποντάρουν σε λαβκραφτιανή εικονογραφία φρίκης. Την πρώτη φορά που το βλέπεις εκπλήσσεσαι από τη γλαφυρότητα του θεάματος, σκεπτόμενος πως κάλλιστα θα μπορούσε να προκαλέσει αποστροφή στους νεαρότερους φαν, στην πορεία, όμως, επαναλαμβάνεται τόσες φορές που χάνεται το στοιχείο της έκπληξης. Περαιτέρω, όσο περνά η ώρα, συνειδητοποιείς πως δεν έχουν άλλο τρόπο για να σε τρομάξουν και έτσι, αν περίμενες και μερικές τρομάρες παραπάνω, απογοητεύεσαι ελαφρώς.

 


Μια δεύτερη παρατήρηση είναι πως οι αναφορές στην δεκαετία των '80s έχουν γίνει πια αυτοσκοπός. Εκεί που στην πρώτη σεζόν ήταν ενσωματωμένες στο δράμα, εδώ οι Ντάφερ σε κοπανούν διαρκώς στο κεφάλι με αυτές, σχεδόν σε εκλιπαρούν να κυνηγήσεις τα μυριάδες easter eggs. Δεν λέω, το nostalgia porn έχει τη γοητεία του, μα όταν γίνεται τόσο συστηματικά, όταν π.χ. το πρώτο επεισόδιο κάνει αγώνα δρόμου να χωρέσει όσα περισσότερα σουξέ της εποχής ή όταν διακόπτεται η δράση για να σχολιάσουμε τις σεναριακές απιθανότητες του Back to the Future, το όλο θέαμα αποκτά μια τεχνητότητα διαφορετική από τη ζητούμενη, χάνεται η αυθεντικότητα του εγχειρήματος, από τους βασικούς λόγους που αγαπήσαμε τόσο την πρώτη σεζόν του Stranger Things.


Ο «ψυχροπολεμισμός» της ιστορίας είναι συμβατός με το χρονολογικό σημείο αναφοράς και η μη υπονόμευσή του είναι αποδεκτή, δεδομένου πως το σινεμά της εποχής είναι απενοχοποιημένα ψυχροπολεμικό άρα και στρατευμένο. Ίσως, βέβαια, η σκηνή στο λούνα παρκ, με τον Ρώσο επιστήμονα να ανακαλύπτει από πρώτο χέρι τη δικαιοσύνη και τη φερεγγυότητα (!) του αμερικανικού μοντέλου ανταγωνισμού να είναι το σημείο που παρατράβηξαν το σχοινί, ακόμα κι αν το εξετάσεις υπό το πρίσμα μιας σειράς της οποίας η κυκλοφορία συμπίπτει με τον εορτασμό της αμερικάνικης εθνικής επετείου της Μέρας της Ανεξαρτησίας.


Κατά τα λοιπά, παρά τα όσα σημαντικά για τη σωτηρία του κόσμου μας συμβαίνουν τριγύρω, η σειρά επιτρέπει την παιδικότητα –τότε– και τον εφηβισμό –τώρα– στους ήρωες της, τους αφήνει δηλαδή να σαχλαμαρίσουν και να συμπεριφερθούν ως έφηβοι κι αυτό παραμένει ένα μεγάλο της ατού. Από αυτές τις στιγμές αντλεί μερικές από τις ωραιότερες σκηνές της κι αυτή η σεζόν, όπως εκείνη της τηλεπαθητικής κατασκοπίας των αγοριών από τα κορίτσια, αυτή με το τραγούδι από το Neverending Story που έχει γίνει ήδη viral και εκείνη στις τουαλέτες του σινεμά, όπου με έναν έξυπνο στην εκτέλεση του σεναριακό ελιγμό δίνεται μια άλλη διάσταση σε έναν χαρακτήρα που ως τότε φαινόταν να ακολουθεί την πεπατημένη. Ο λόγος για τη Ρόμπιν της Μάγια Χοκ, η οποία εύλογα μονοπωλεί έντυπα, σάιτ και σόσιαλ μίντια αυτή την περίοδο.

 

Η Μάγια Χoκ με τον συμπρωταγωνιστή της Τζο Κίρι.


Κόρη της Ούμα Θέρμαν και του Ίθαν Χοκ, φυσιογνωμικά φέρνει περισσότερο στην πρώτη, έχοντας, όμως, στις εκφράσεις της πολλά κι από τον δεύτερο, η Χοκ πραγματοποιεί εμφάνιση σταρ εδώ, παίρνει έναν στερεοτυπικό χαρακτήρα και προσθέτει επίπεδα που δεν υπάρχουν στο σενάριο με το παίξιμό της, υποστηρίζοντας, παράλληλα, έξοχα το προαναφερθέν «μυστικό». Clickbait υπερβολές του τύπου «η τρίτη σεζόν της ανήκει» δεν θα διαβάσεις εδώ, δύσκολο να υποστηριχθεί σοβαρά κάτι τέτοιο για μια σειρά που στηρίζεται στη δυναμική της συντροφιάς, έστω κι αν αυτή δικαιολογημένα λόγω ηλικίας των χαρακτήρων κλυδωνίζεται εδώ και την περισσότερη ώρα δεν είναι στο προσκήνιο. Αναπόφευκτα, πάντως, θα ακούσουμε αρκετές φορές στο μέλλον για τη Μάγια Χοκ.


Το ερώτημα είναι ποια δημιουργική κατεύθυνση θα ακολουθήσουν οι αδερφοί Ντάφερ στην επερχόμενη τέταρτη σεζόν. Η υπόσχεση της γεωγραφικής διεύρυνσης της δράσης στην τελική σκηνή από μόνη της δεν εγγυάται ανανέωση της συνταγής. Όχι ότι είναι απαραίτητα κακό να ακολουθήσουν τη συνταγή που έφτιαξαν κατά γράμμα, η τρίτη σεζόν έσπασε ρεκόρ streaming σύμφωνα με το Neflix, άλλωστε η ασταμάτητη επιτυχία των παραγωγών της Marvel στη μεγάλη οθόνη πιστοποιεί ότι μεγάλο μέρος του κοινού προτιμά να παρακολουθήσει ένα θέαμα που ξέρει ακριβώς πώς θα είναι, δίχως ιδιαίτερες εκπλήξεις και ριζικές αλλαγές.


Θα ήταν, όμως, πολύ πιο ενδιαφέρον αν κάποτε το Stranger Things σταματούσε να επαναλαμβάνει τον εαυτό του, ώστε να δικαιώσει έτσι και τον τίτλο του που υπόσχεται ακριβώς αυτό. Stranger things.

 

 

Stranger Things season 3 trailer 

 

Media