Η Άννα Γουίντουρ και η παρακμή των λαμπερών περιοδικών της Condé Nast στον 21ο αιώνα
Media

Η Άννα Γουίντουρ και η παρακμή των λαμπερών περιοδικών της Condé Nast στον 21ο αιώνα

Η διάσημη καλλιτεχνική διευθύντρια του πάλαι πότε εκδοτικού κολοσσού, ο νέος CEO και τα υπόλοιπα υψηλόβαθμα στελέχη της Condé Nast προσπαθούν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες δυσμενείς συνθήκες για ιστορικούς τίτλους όπως η Vogue, το Vanity Fair και το New Yorker.

Αγνοώντας επιδεικτικά τα μηνύματα των καιρών, ο πάλαι πότε εκδοτικός κολοσσός της Condé Nast δεν δίστασε το 2014 να μεταφερθεί σε 23 πολυτελείς, φουτουριστικούς ορόφους κοντά στην Γουόλ Στριτ, εγκαταλείποντας τα ιστορικά γραφεία της εταιρείας στην Τάιμς Σκουέρ. Τρία χρόνια μετά, το 2017, είχε χάσει πάνω από 120 εκατομμύρια δολάρια, τον ίδιο καιρό που αποχωρούσε από τη θέση του ο επί 25 χρόνια διευθυντής του Vanity Fair, Γκρέιντον Κάρτερ, και έφευγε από τη ζωή στα 89 του ο Si Newhouse, ο θρυλικός μεγιστάνας των media, διευθυντής του τεράστιου ομίλου υπό την σκιά του οποίου ευημερούσε για δεκαετίες ο οίκος περιοδικών υψηλού κύρους που δημιούργησε ο Condé Montrose Nast πριν από 110 χρόνια.

 

Πάρα τις κοσμογονικές αλλαγές στο χώρο των media και παρά το κλείσιμο ή την πώληση κάποιων τίτλων (όπως το W), οι υπεύθυνοι της εταιρείας δεν φαίνονται διατεθειμένοι να αποχωριστούν κάποια από τα ιστορικά ονόματα, όπως η Vogue, το New Yorker, το GQ και το Vanity Fair, από τα οποία προέρχεται το 60% των συνολικών παγκόσμιων εσόδων του οργανισμού (μόνο η Vogue φέρνει το 28%) που επίσης περιλαμβάνει τίτλους όπως το Architectural Digest, το Glamour, το Wired και το Pitchfork.

 

Η σύγχρονη ιεραρχία στα υψηλά κλιμάκια (πρώτη σειρά) και στους (εναπομείναντες) τίτλους της Condé Nast

 

Μέσα σε όλες τις δραματικές συχνά αλλαγές που έχουν συμβεί στην εταιρεία τα τελευταία χρόνια – μαζικές απολύσεις, «ψηφιοποίηση» του περιεχομένου, μειώσεις μισθών, πώληση ή υπενοικίαση γραφείων, στρίμωγμα των εργαζομένων σε ταπεινότερους εργασιακούς χώρους – η μόνη σταθερά και συγχρόνως η ενσάρκωση του κύρους που εξακολουθεί να διαθέτει η Condé Nast, παραμένει η Άννα Γουίντουρ, που ανέλαβε το 1988 την Vogue για να γίνει το 2013 καλλιτεχνική διευθύντρια της εταιρείας, επιφορτισμένη με την επίβλεψη όλων των μηνιαίων περιοδικών. Το καλοκαίρι που μας πέρασε, πρόσθεσε άλλον ένα στη λίστα των τίτλων της – αυτόν της «παγκόσμιας συμβούλου περιεχομένου» - ενισχύοντας ακόμα παραπάνω τη θέση της ως θεματοφύλακα των αξιών της εταιρείας.

 

Πριν από πέντε χρόνια μόλις, το 80% των εσόδων της Condé Nast προέρχονταν από την έντυπη διαφήμιση, πλέον όμως πάνω από το 60% προέρχεται από μια σειρά άλλες δραστηριότητες πάσης φύσεως. «Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο το τι κάνουμε πια για να βγάλουμε λεφτά», δήλωσε πρόσφατα εργαζόμενος στο GQ.

 

Πολλοί από τους τωρινούς αλλά και τους πρώην συναδέλφους και συνεργάτες της, την θεωρούν αναντικατάστατη, κάποια που η αναπόφευκτη αποχώρησή της – κλείνει τα 70 αυτόν τον μήνα – θα σημάνει το τέλος του οργανισμού. Άλλοι πάλι, παρακολουθώντας την ραγδαία πτώση της Condé Nast από τότε που χρίστηκε καλλιτεχνική διευθύντρια, αναρωτιούνται πώς γίνεται να παραμένει ακόμα σε τόσο ηγετική θέση. Η ίδια πάντως, μιλώντας στο New York, δηλώνει αισιόδοξη, θεωρώντας ότι παρά τις αλλαγές στον κόσμο των παραδοσιακών μέσων, τα κριτήρια για την επιτυχία δεν έχουν αλλάξει: «Τα πάντα εξαρτώνται από το ταλέντο των συνεργατών σου σε σχέση με τις απαιτήσεις των καιρών... Η έντυπη Vogue είναι πλέον μόνο η πασαρέλα της φίρμας Vogue".

 

Η Άννα Γουίντουρ στα γραφεία της Condé Nast (Photo: Evan Bryson)

 

Και η «φίρμα» Vogue περιλαμβάνει πλέον εκτός από την λέσχη Vogue 100 – μια συνδρομή αξίας 100.000 δολαρίων το χρόνο, ποσό που εξασφαλίζει στα επίλεκτα μέλη πρόσβαση στο "breakfast club" της ίδιας της Γουίντουρ αλλά και στα πριβέ πάρτι με celebrities που διοργανώνει το περιοδικό – τα βίντεο με τον γενικό τίτλο "Go Ask Anna" στο YouTube, καθώς και 26 διαφορετικά Vogue.coms που παράγουν καθημερινό περιεχόμενο ανά τον πλανήτη. Όταν την ρωτάνε πόσο έχουν αλλάξει τη δουλειά μέσα όπως το Instagram και η άνοδος των influencers, η Άννα Γουίντουρ απαντά: «Η Vogue είναι η μεγαλύτερη influencer από όλες τους».

 

Η αλήθεια είναι όμως ότι δεν είναι αυτή που χαράζει πλέον το μέλλον της εταιρείας, αλλά ο άρτι διορισθείς CEO της εταιρίας, Ρότζερ Λιντς – πρώην CEO της μουσικής streaming πλατφόρμας Pandora – ο πρώτος «εξωτερικός» γενικός διευθυντής στα 110 χρόνια της Condé Nast. «Αυτό που με προσέλαβαν να κάνω», λέει ο Λιντς, «είναι να δημιουργήσω έναν μιντιακό οργανισμό του 21ου αιώνα. Το θέμα είναι τι εννοούμε και πώς ορίζουμε έναν τέτοιο οργανισμό, από τη στιγμή που δεν υπάρχει ακόμα αυτό το είδος».

 

Για έναν ολόκληρο αιώνα σχεδόν, η Condé Nast αποτελούσε το χρυσό προπύργιο των high-end περιοδικών και καμιά δαπάνη δεν ήταν υπερβολική για να διατηρηθεί αυτή η εικόνα, από την καφετέρια στα παλιά γραφεία της εταιρείας που είχε σχεδιαστεί από τον διάσημο αρχιτέκτονα Φρανκ Γκέρι και είχε κοστίσει 30 εκατομμύρια δολάρια, μέχρι τις αστρονομικές απολαβές όχι μόνο των αστέρων συντακτών και αρχισυντακτών αλλά και των στελεχών των εμπορικών τμημάτων. (Η γενναιοδωρία δεν απλωνόταν πάντως στο «κατώτερο» προσωπικό που κυκλοφορούσε μέσα σε όλη αυτή τη χλιδή με μισθούς που ίσα που επέτρεπαν έναν στοιχειώδη βιοπορισμό).

 

Το μεγάλο πάρτι συνεχίστηκε μέχρι το 2007, όταν o Si Newhouse πραγματοποίησε αυτό που θα έμενε ως η τελευταία βαρυσήμαντη ίδρυση εντύπου στην ιστορία, όταν δαπάνησε πάνω από 100 εκατομμύρια δολάρια για την έκδοση του επιχειρηματικού περιοδικού Portfolio, ενώ στον ορίζοντα ήταν πλέον ορατή η παγκόσμια οικονομική κρίση. Το Portfolio έκλεισε μετά από δύο χρόνια και η κρίση μείωσε κατά το ήμισυ τον προσωπικό πλούτο του Newhouse, στοιχίζοντάς του πάνω από δύο δισεκατομμύρια δολάρια.

 

Και πάλι όμως, τα στελέχη της εταιρείας αρνούνταν να εγκαταλείψουν το παλιό μοντέλο λειτουργίας, θεωρώντας - επηρεασμένοι από το γεγονός ότι οι πολυτελείς φίρμες δεν είχαν ακόμα εγκαταλείψει τα έντυπα – ότι η κρίση μπορεί να αφορούσε μόνο τα «λαϊκά» μέσα. Όπως δήλωσε ανωνύμως στέλεχος που προσελήφθη το 2016 στην Condé Nast, είχε εκπλαγεί διαπιστώνοντας πόσος χρόνος αναλωνόταν ακόμα σχετικά με το αν θα έμπαινε «ξυστό» άρωμα της Estée Lauder ή της L'Oréal, ένθετο στο επόμενο τεύχος κάποιου περιοδικού.

 

Mε τον André Leon Talley στην επίδειξη της Donna Karan τον Σεπτέμβριο του 2000.

 

Ένας άλλος βετεράνος συντάκτης του οργανισμού θα δήλωνε πρόσφατα ότι η σελίδα του στο LinkedIn μοιάζει με «νεκροταφείο της βιομηχανίας περιοδικών», αναφερόμενος στους τίτλους που έχουν αποχωρήσει για πάντα από το 2007 και μετά: Jane, House & Garden, Men's Vogue, Golf for Women, Domino, Gourmet και Details. Άλλοι πάλι επιζούν, ακυρώνοντας όμως την έντυπη έκδοσή τους, ανάμεσά τους και το Glamour, που μια εποχή ήταν το πιο κερδοφόρο περιοδικό της εταιρείας.

 

Πιο προσαρμοστικά στις νέες συνθήκες από τα περιοδικά της Condé Nast, αποδείχτηκαν το Wired και (κυρίως) το New Yorker που δημιούργησαν εγκαίρως ψηφιακά newsrooms και έθεσαν όριο ελεύθερης πρόσβασης στα sites τους, προσελκύοντας πολλούς συνδρομητές με χαμηλό σχετικά ετήσιο κόστος συνδρομής. Το μεγάλο "success story» θεωρείται ότι ανήκει στο New Yorker, το οποίο, όπως δηλώνει η διεύθυνσή του, έχει καταφέρει να πείσει πάνω από 1,3 εκατομμύρια συνδρομητές να πληρώνουν μέχρι και 149 δολάρια τον χρόνο για το εβδομαδιαίο έντυπο και για απεριόριστη πρόσβαση στο site – γεγονός σαφώς θετικό για την επιβίωση του περιοδικού που σε ένα ολόκληρο τεύχος του περασμένου μήνα είχε μόλις τρεις ολοσέλιδες διαφημιστικές καταχωρήσεις.

 

Από τη μεριά της, η Άννα Γουίντουρ επιχείρησε να ελιχθεί στο νέο τοπίο χρησιμοποιώντας άλλα μέσα, όπως όταν προσκάλεσε συντάκτες και στελέχη της εταιρείας στο γραφείο της το 2017 για να τους γνωρίσει μια απροσδόκητη επίτιμη καλεσμένη: την Ιβάνκα Τραμπ.

 

Πριν από πέντε χρόνια μόλις, το 80% των εσόδων της Condé Nast προέρχονταν από την έντυπη διαφήμιση, πλέον όμως πάνω από το 60% προέρχεται από μια σειρά άλλες δραστηριότητες πάσης φύσεως. «Είναι πραγματικά αξιοπερίεργο το τι κάνουμε πια για να βγάλουμε λεφτά», δήλωσε πρόσφατα εργαζόμενος στο GQ.

 

Το πιο μεγάλο στοίχημα του οργανισμού είναι η Condé Nast Entertainment, μια εταιρεία παραγωγής βίντεο που ιδρύθηκε το 2011 αφότου διάφορα άρθρα περιοδικών της Condé Nast κατέληξαν να γίνουν ταινίες – όπως η ιστορία του Brokeback Mountain που είχε αρχικά δημοσιευτεί στο New Yorker και του οσκαρικού Argo που ξεκίνησε ως story του Wired – χωρίς να δει ούτε δολάριο από τα δικαιώματα η εταιρεία. Μετά από οκτώ χρόνια όμως, έχει να επιδείξει μόνο την παραγωγή μιας χούφτας ταινιών και τηλεοπτικών προγραμμάτων χωρίς κάποια αξιοσημείωτη επιτυχία, στρέφοντας εσχάτως το ενδιαφέρον της σε βίντεο που προορίζονται για το YouTube.

 

Για δεκαετίες, η Condé Nast ήταν το μέρος που ένιωθες τυχερός απλά και μόνο αν σου επέτρεπαν να περάσεις την είσοδο. Τα τελευταία χρόνια όμως πολλοί πρώην εργαζόμενοι στην εταιρεία εγκατέλειψαν την εταιρεία για να εργαστούν στο Instagram, στο Snapchat ή στο YouTube. Πέρσι, το συντακτικό προσωπικό του New Yorker προχώρησε στη σύσταση συνδικαλιστικού φορέα, ακολουθούμενο από το Pitchfork και το Ars Technica, ένα site τεχνολογικής επικαιρότητας που ανήκει στο δυναμικό της εταιρείας. Όπως είπε χαρακτηριστικά ένας από τους δημοσιογράφους που εργάζονται στον οργανισμό, «η Condé Nast ήταν η εκδοτική εταιρεία του "ενός τοις εκατό", αλλά τώρα μπήκε πλέον η διαλεκτική της ταξικής συνειδητοποίησης στον κόσμο της».

 

Το μόνο άτομο που δεν αγγίζουν οι φήμες περί αποχωρήσεων και μαζικών απολύσεων που συνοδεύουν τα τελευταία χρόνια το όνομα του ιστορικού οργανισμού είναι η Άννα Γουίντουρ η οποία αξίζει εκατομμύρια για την εταιρεία απλά και μόνο για την παρουσία της στο κτίριο, εκεί που εξακολουθεί ο κόσμος της μόδας να συνωστίζεται για να φιλήσει το δαχτυλίδι της Condé Nast.

 

Με στοιχεία από το άρθρο του Reeves Wiedeman, "What's Left of Condé Nast" που δημοσιεύτηκε στο New York.

 

 

Media
1 Σχόλια
avatar
ΦΩΤΕΙΝΗ 4.11.2019 | 18:29
"τις αστρονομικές απολαβές όχι μόνο των αστέρων συντακτών και αρχισυντακτών αλλά και των στελεχών των εμπορικών τμημάτων. (Η γενναιοδωρία δεν απλωνόταν πάντως στο «κατώτερο» προσωπικό που κυκλοφορούσε μέσα σε όλη αυτή τη χλιδή με μισθούς που ίσα που επέτρεπαν έναν στοιχειώδη βιοπορισμό)."
Από ολόκληρο το άρθρο, μόνο αυτή η εντός παρενθέσεως "λεπτομέρεια" ουσιαστικά αφορά εμάς τους αναγνώστες, αφού υποθέτω κανείς από εμάς δεν αμείβεται με αστρονομικές απολαβές από την δουλειά του.