Κι όμως, αυτή η πανταχού παρούσα πρόσβαση στην είδηση και στην πληροφορία είναι παραπλανητική. Οι δημοσιογράφοι στην πραγματικότητα είναι λιγότεροι από ποτέ.
Media

Η μοίρα των δημοσιογραφικών μέσων στον κατακλυσμό του κορωνοϊού

Ο διευθυντής ψηφιακού περιεχομένου του New Yorker, Michel Luo, αναρωτιέται αν μπορεί να αντέξει κι αυτή την κρίση το ήδη εξαιρετικά ευάλωτο οικοσύστημα των media, ειδικά αυτών που ενδιαφέρονται για τη σωστή ενημέρωση των πολιτών μέσα στον ωκεανό της παραπληροφόρησης και της προπαγάνδας.

Στο βιβλίο του με τίτλο Breaking News («Έκτακτη επικαιρότητα» – τίτλος που συναντάμε άπειρες φορές καθημερινά στην τρέχουσα περίσταση της πανδημίας) που κυκλοφόρησε το 2018, ο Άλαν Ρασμπρίτζερ, πρώην διευθυντής του Guardian, περιγράφει τις ατέρμονες συσκέψεις ανάμεσα στα επιτελικά στελέχη της εφημερίδας σχετικά με το αν θα πρέπει να τεθεί όριο στα δωρεάν άρθρα της ιστοσελίδας και να τεθεί «paywall», στο πρότυπο των New York Times και άλλων επίλεκτων τίτλων που πλέον στηρίζονται κυρίως στους συνδρομητές τους. Ο Guardian διατηρεί πάντως μέχρι σήμερα δωρεάν την πρόσβαση στο σύνολο του περιεχομένου του.

 

Θυμάται επίσης ένα γεύμα εργασίας στο οποίο είχε παρευρεθεί το 2016 στο ξενοδοχείο Savoy του Λονδίνου, στο οποίο ο εκτελεστικός διευθυντής των New York Times, Ντιν Μπακέ, μοιράστηκε τον έντονο προβληματισμό του σχετικά με «τη νέα πραγματικότητα στην οποία το 98% των Αμερικανών πολιτών –οι μη συνδρομητές δηλαδή– είναι αποκλεισμένοι από το δημοσιογραφικό περιεχόμενο της εφημερίδας και θα πρέπει να αρκούνται σε χαμηλού συχνά επίπεδου πληροφορία». Ο Ρασμπρίτζερ συνοψίζει το δίλημμα ως εξής: «Σε έναν κόσμο απεριόριστης πληροφορίας, υπάρχει κίνδυνος να είναι διαθέσιμη η σωστή δημοσιογραφία αποκλειστικά σε ένα προνομιούχο, εύπορο κοινό. Οι υπόλοιποι θα χάνονται σε έναν ωκεανό δωρεάν περιεχομένου, κάποιο από το οποίο είναι έγκυρο και κάποιο fake».

 

Αντί να κυνηγούν τις τάσεις στις μηχανές αναζητήσεις και στα social media, τα μέσα που βασίζονται στις συνδρομές έχουν την πολυτέλεια να μπορούν να εστιάσουν στην παραγωγή άρθρων και ρεπορτάζ για τα οποία αξίζει να πληρώνει κανείς ένα ετήσιο ποσό συνδρομής και να έχει την ικανοποίηση ότι αυτός, ο αναγνώστης, είναι που στηρίζει το δημοσιογραφικό μέσο και όχι οι διαφημιστές.

 

Ένας στιβαρός, ανεξάρτητος τύπος αποτελεί βασικό συστατικό της δημοκρατικής λειτουργίας. Βοηθά στην σωστή ενημέρωση των πολιτών και συγχρόνως λειτουργεί ως ανάχωμα στις φήμες, στην παραπληροφόρηση και στην προπαγάνδα που κατακλύζουν τις ψηφιακές πλατφόρμες.

 

Λίγα μέσα όμως έχουν αυτή την πολυτέλεια. Τα περισσότερα «ελεύθερα» μέσα στηρίζονται στη διαφήμιση και όσο έγκυρα και δημοφιλή κι αν είναι, αγωνίζονται να συνεχίσουν την ύπαρξή τους και να παραμείνουν υγιείς επιχειρήσεις, σε μεγάλο βαθμό επειδή η Google και το Facebook μαζεύουν για λογαριασμό τους τον κύριο όγκο των εσόδων από την πίτα της ψηφιακής διαφήμισης. Άλλα αναγκάζονται να κλείσουν, άλλα να κάνουν σημαντικές περικοπές και τα περισσότερα να περιορίσουν σημαντικά τις δημοσιογραφικές τους φιλοδοξίες.

 

Ακόμα και μεγάλα ειδησεογραφικά δίκτυα με τεράστιο ακροατήριο παγκοσμίως, όπως το CNN, δεν θέτουν ως προτεραιότητα την αναλυτική προσέγγιση στο καθημερινό τους newsfeed. Στα περισσότερα μέσα ανά τον κόσμο έχει καταστεί απόλυτη προτεραιότητα η ταχύτητα, όχι η ανάλυση και το βάθος.

 

Ένας στιβαρός, ανεξάρτητος τύπος αποτελεί βασικό συστατικό της δημοκρατικής λειτουργίας. Βοηθά στη σωστή ενημέρωση των πολιτών και συγχρόνως λειτουργεί ως ανάχωμα στις φήμες, στην παραπληροφόρηση και στην προπαγάνδα που κατακλύζουν τις ψηφιακές πλατφόρμες.

 

Η παγκόσμια κρίση από την εξάπλωση του κορωνοϊού απειλεί να τυλίξει κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, προκαλώντας μεγάλες και εκτεταμένες οικονομικές ρωγμές και κοινωνικές αναταραχές που θα αποτελέσουν δοκιμασία για τους πολιτικούς θεσμούς και τις πολιτικές διαδικασίες πολύ μακρύτερα από την άμεση απειλή της δημόσιας υγείας.

 

Ποτέ στην ιστορία δεν φαινόταν η «πληροφορία» να είναι τόσο ευρέως διαθέσιμη όσο στην εποχή μας. Λίγα χτυπήματα στο πληκτρολόγιο αρκούν για να συνδεθεί κάποιος με απεριόριστο ψηφιακό περιεχόμενο. Ακόμα κι αν κάποιος απλά σκρολάρει νωχελικά στο Facebook, στο Instagram ή σε άλλες πλατφόρμες κοινωνικών μέσων, χωρίς να ψάχνει απαραίτητα για ειδήσεις και δημοσιογραφικό περιεχόμενο, θα πέσει πάνω του έτσι κι αλλιώς. Κι όμως, αυτή η πανταχού παρούσα πρόσβαση στην είδηση και στην πληροφορία είναι παραπλανητική. Οι δημοσιογράφοι στην πραγματικότητα είναι λιγότεροι από ποτέ.

 

Πριν από τρία χρόνια, η Λίντια Πόλγκριν αποφάσισε να εγκαταλείψει την περίοπτη θέση που κατείχε στους New York Times και να αναλάβει το HuffPost της Αριάνα Χάφινγκτον, και σημαντικό ρόλο στην απόφασή της, όπως είχε δηλώσει η ίδια, ήταν ότι δεν άντεχε στην ιδέα ότι η ποιοτική δημοσιογραφία και αρθρογραφία δεν είναι πλέον δωρεάν διαθέσιμη στο ευρύ κοινό. Την περσινή χρονιά, σε ένα βαρυσήμαντο άρθρο γνώμης που έγραψε για τον Guardian, προειδοποιούσε για την απειλή που συνιστά «η κατάρρευση του οικοσυστήματος της πληροφορίας», καλώντας τους διαφημιστές να αναλογιστούν την συμβολή τους σ' αυτή την κατάρρευση και προτείνοντάς τους να αγοράζουν διαφημιστικό χώρο σε πλατφόρμες που την επιβραδύνουν αντί να την επιταχύνουν.

 

Για την ώρα, όσοι νοιάζονται για την ελεύθερη πρόσβαση του κοινού στην ποιοτική δημοσιογραφία, το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ελπίζουν ότι η βιομηχανία των ψηφιακών μέσων θα καταφέρει με κάποιο τρόπο να βρει τον δρόμο της. Το βέβαιο είναι ότι ο οικονομικός κατακλυσμός που προκαλείται από την πανδημία καθιστά αυτή την προοπτική ακόμα πιο δύσκολη.

 

Με στοιχεία από το New Yorker

Media
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια