Το «καλοκαίρι της αγάπης», 50 χρόνια πριν, στην Ελλάδα του ’67
Μουσική

Το «καλοκαίρι της αγάπης», 50 χρόνια πριν, στην Ελλάδα του ’67

Οι χίπιδες, η αριστερά, η «ψυχεδελική πληροφόρηση», τα ξένα τραγούδια και άλλα διάφορα

Μοντέρνοι Ρυθμοί, #98, 31 Ιανουαρίου 1968, στο εξώφυλλο οι Jimi Hendrix Experience. Ψυχεδελική μακέτα: Νίκος Παπαθανασίου (αδελφός του Βαγγέλη Παπαθανασίου)

 

Πολύς ντόρος γίνεται για το λεγόμενο «καλοκαίρι της αγάπης», καθώς εφέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από τότε. Διαβάζω διάφορα κείμενα από 'δω κι από 'κει, ελληνικά κείμενα εννοώ, όλα σχεδόν πρόχειρα και ανερμάτιστα. Αν και τα περισσότερα αποτελούν φτηνές αντιγραφές από ξένα σάιτ, γεμάτα λάθη και ανακρίβειες, υπάρχουν και ορισμένα που θέλουν να πρωτοτυπήσουν συνδέοντας το καλοκαίρι του '67, το «καλοκαίρι της αγάπης», με τη χώρα μας, γράφοντας και για την «ελληνική περίπτωση». Εκεί το μπάχαλο είναι ακόμη πιο μεγάλο, καθώς η έλλειψη (εγχώριων) στοιχείων και η γενικότερη κριτική θεώρηση των καταστάσεων είναι, τελικά, για να τρελαίνεσαι.

 

Κατ' αρχάς εκείνο που πρέπει να πούμε είναι πως ο ελληνικός χιπισμός (ας τον πούμε έτσι) δεν είχε ουδεμία σχέση με το κίνημα των hippies στην Αμερική (από τα μέσα του '65 έως και τα μέσα του '67 – ας πάρουμε την πρώτη εποχή του), και πως απλώς συσχετίστηκε με κάποια τμήματα τού εξαγώγιμου προϊόντος που ονομάστηκε (από τους εμπόρους και τους διαφημιστές) «καλοκαίρι της αγάπης», την εποχή όπου οι hippies προβάλλονταν απ' όλα τα αμερικάνικα μέσα, με το TIME π.χ. να κραυγάζει ήδη από εξωφύλλου The Hippies/ Philosophy of a Subculture (7 Ιουλίου 1967).

 

TIME, 7 Ιουλίου 1967
LIFE, 17 Φεβρουαρίου 1967

 

Αν και ο (κυρίαρχος) αμερικάνικος Τύπος είχε αρχίσει να ασχολείται με την αντικουλτούρα μετά την επιτυχία τού Human Be-In τής 14/1/1967, που μετατόπιζε το κίνημα των hippies ή μάλλον το συνέδεε (για τον πολύ κόσμο) και με τον πολιτικό ριζοσπαστισμό (το LIFE της 17/2/1967 κυκλοφορεί με εξώφυλλο τoν Ed Sanders των Fugs και με λεζάντες τού τύπου "Happenings/ The worldwide underground of the arts creates The Other Culture"), το «καλοκαίρι της αγάπης» και ό,τι αυτό συμπεριλάμβανε (από το εμπορικό κόλπο Monterey Pop Festival μέχρι οτιδήποτε άλλο) δεν ήταν παρά ένα ακόμη «θέμα» που θα διατράνωνε την ελευθερία της έκφρασης στις ΗΠΑ εν αντιθέσει με ό,τι συνέβαινε, ας πούμε, στον «μισητό κομμουνισμό».

 

Μέσα από αυτό το πλαίσιο, της ψυχροπολεμικής εξαγωγής της χίπικης προπαγάνδας στα τέλη των σίξτις, δεν θα μπορούσε φυσικά να λείψει και η χουντοκρατούμενη Ελλάς, η οποία, θέλοντας και μη, θα επιχειρούσε να προβάλλει την hippie αισθητική μέσα από τα εξώφυλλα των νεανικών και οικογενειακών περιοδικών της (και δεν αναφέρομαι μόνο στα ψυχεδελικά τεύχη των Μοντέρνων Ρυθμών, τα #98, #99 και #100, που κυκλοφόρησαν στις αρχές του '68), τροφοδοτώντας με ανάλογα θέματα το θέατρο, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση κ.λπ. Χίπιδες και καλοκαίρια, αγάπες και λουλούδια, και όλα τα υπόλοιπα σχετικά παραφερνάλια αποτελούσαν «κοινό τόπο», παρά τις κραυγές ορισμένων (Εκκλησία, φασιστογραφιάδες) που έρχονταν από το μεσαίωνα.

 

Μοντέρνοι Ρυθμοί, #99, 14 Φεβρουαρίου 1968, στο εξώφυλλο οι Beatles. Ψυχεδελική μακέτα: Νίκος Παπαθανασίου
Μοντέρνοι Ρυθμοί, #100, 28 Φεβρουαρίου 1968, στο εξώφυλλο οι Procol Harum. Ψυχεδελική μακέτα: Νίκος Παπαθανασίου

 

Έτσι, και παρ' όλη την προσπάθεια ορισμένων εντύπων και φυλλάδων να τρομοκρατήσουν τον κόσμο εν σχέσει με τον χιπισμό (εγχώριο και τουριστικό) δεν σταμάτησαν να γυρίζονται ταινίες (Θου-Βου Φαλακρός Πράκτωρ Επιχείρησις Γης Μαδιάμ, Η Θεία μου η Χίππισα, Μαριχουάνα Στοπ, Ένας Χίππυς με Τσαρούχια, Ένας Χίππυς με Φιλότιμο, Βίβα Μανέλο), ν' ανεβαίνουν θεατρικά (Χίπισσα Ιωάννα, Χίππιδες και Ντιρλαντάδες), να γράφονται βιβλία (Οι Δύο Χίππεις), να παράγονται χίπικοι ελληνικοί δίσκοι στην πορεία (Poll), να ράβονται και να προβάλλονται χίπικες κολεξιόν κ.λπ.

 

Εν αντιθέσει όμως με τους έλληνες χίπιδες, που ασχολούνταν μόνο με φρου-φρου κι αρώματα, οι αμερικανοί hippies ήταν από τους πρώτους στις αντιπολεμικές διαδηλώσεις για το Βιετνάμ, παρότι, χοντρικά, κρατούσαν αποστάσεις από την πολιτική. Να υπενθυμίσουμε, εδώ, την Vietnam Day Committee, δηλαδή τις αντιπολεμικές μαζώξεις του Jerry Rubin κ.ά., στις οποίες παρευρίσκονταν και hippies ήδη από το '65. Μάλιστα, σ' ένα τέτοιο sit-in, στο San Francisco State College, την 15η Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς είχαν συμμετάσχει και οι Country Joe & the Fish (τραγουδώντας προφανώς και τον αντιπολεμικό ύμνο τους "The I-feel-like-I'm-fixin'-to-die rag").

 

 

Country Joe and the Fish - I Feel Like I'm Fixin' To Die Rag 

 

Όπως είχε πει και ο Eric Burdon στον Αργύρη Ζήλο (Ήχος & Hi-Fi #189, 12/1988) αναφερόμενος στην εποχή (και στην Αμερική):

«Ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν σε εξέλιξη και τουλάχιστον μπορούσες να λάβεις θέση και να πάρεις το μέρος της μιας ή της άλλης πλευράς. Ήταν ξεκάθαρες οι διαφορές».

 

Είναι γνωστό, θέλω να πω, πως η ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος των hippies, που ήρθε μέσα από την επαφή του με το αντιπολεμικό κίνημα και τη Νέα Αριστερά, εξέθρεψε, όπου εξέθρεψε, την ουσία εκείνου που ονομάστηκε «αντικουλτούρα».

 

Ας υπενθυμίσουμε, με την ευκαιρία, και τον περίφημο Εξορκισμό του Πενταγώνου (Οκτώβριος του '67), ένα παράξενο happening, που πήρε μεγάλη δημοσιότητα μέσα στο αντιπολεμικό κίνημα και που συνέβαλε τα μέγιστα στη μετατροπή των hippies σε πολιτικοποιημένους hippies, δηλαδή σε yippies (σταδιακά προς το τέλος της χρονιάς, με την ίδρυση και του Youth International Party).

 

Γι' αυτά είχαν τραγουδήσει οι Fugs στο "Tenderness Junction" που είχε κυκλοφορήσει στην Reprise στις αρχές του '68 ("Exorcising the Evil Spirits from the Pentagon October 21, 1967"), ενώ τα γεγονότα εκείνου του Οκτώβρη τα περιγράφει με το δικό του τρόπο ως ... ιστορία σαν μυθιστόρημα, αλλά και σαν... μυθιστόρημα ως ιστορία, ο Norman Mailer στο θρυλικό βιβλίο του The Armies of the Night. Μπορεί το άλμπουμ των Fugs να μην είχε τυπωθεί τότε στην Ελλάδα, είχαν τυπωθεί όμως οι Στρατιές της Νύχτας το 1970 από τις εκδόσεις Νέοι Στόχοι (δύο τόμοι σε μετάφραση Ηρούς Κανακάκη) και ήταν το ίδιο.

 

Η ελληνική έκδοση του ύμνου του “summer of love”. “San Francisco (Be sure to wear flowers in your hair)” με τον Scott McKenzie

 

Αν ο πόλεμος στο Βιετνάμ ήταν το κρίσιμο ζήτημα, βάσει του οποίου διαχωρίζονταν οι προοδευτικοί/ειρηνόφιλοι από τους εγκληματίες/πολεμοχαρείς στην Αμέρικα, στην Ελλάδα το σημείο καμπής θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει πως ήταν ακόμη πιο ισχυρό, αφού εδώ υπήρχε συν τοις άλλοις και δικτατορία. Τα πράγματα, δηλαδή, ήταν πιο ξεκάθαρα, με αποτέλεσμα ο καθείς να μπορεί να κριθεί από τις επιλογές του.

 

Αντιαμερικανικά (εν σχέσει και με το Βιετνάμ) και αντιχουντικά αιτήματα και διαμαρτυρίες εξέφραζαν λοιπόν μόνον οι παράνομες οργανώσεις της Αριστεράς και όχι οι εγχώριοι χίπιδες, οι οποίοι απολάμβαναν της προβολής που τους παρείχε το καθεστώς (σε ραδιόφωνα, τηλεοράσεις κ.λπ.), την ώρα κατά την οποίαν «τα πουλιά της δυστυχίας», όπως έλεγε κι ο Σαββόπουλος, σάπιζαν στις φυλακές από τα βασανιστήρια.

 

Έτσι κάπως οι χίπιδες είχαν καταπιεί τη γλώσσα τους (ως πουλέν του Παπαδόπουλου) και οι μόνοι οι οποίοι φώναζαν για το έγκλημα στο Βιετνάμ (και για όλα τα υπόλοιπα) ήταν, και πριν και κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, οι αριστερές ομάδες (άιντε και κάποιοι αναρχο-κουλτουριάρηδες που είχαν δουλέψει στα νιάτα τους ακόμη και για τη... Φρειδερίκη, όπως ο μακαρίτης Λεωνίδας Χρηστάκης).

 

Με προμετωπίδα «Ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός θα συντριβεί/ Ο λαός του Βιετνάμ θα νικήσει» κυκλοφορούσε ο Σπουδαστικός Κόσμος τον Γενάρη του '67 (το περιοδικό θα το κλείσει η χούντα λίγους μήνες αργότερα, για να ξαναβγεί τον Νοέμβρη του '74), παραδίδοντας τη σκυτάλη στον Ρήγα Φεραίο, την ΚΝΕ και τις υπόλοιπες (παράνομες) οργανώσεις μέσα στην επταετία πια, που σήκωναν μαζί με ό,τι άλλο και τα αντιπολεμικά λάβαρα.

 

Ψυχεδελικές ΕΙΚΟΝΕΣ. Η επανακτηθείσα γαλήνη κάτω από το βλέμμα μιας ινδουιστικής θεότητας (τεύχος 602, 15 Μαρτίου 1968)

 

Όπως έγραφε και ο παράνομος Θούριος (#11, Μάης 1969):

«Στην Αργεντινή, μετά την πρόσφατη δολοφονία από αστυνομικούς 3 φοιτητών έχουν εξεγερθεί σύσσωμοι όλοι οι φοιτητές. Στο Μπουένος Άυρες, στο Ροζάριο και σε 7 άλλες πόλεις συγκροτούνται μαχητικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Οι καθηγητές κι οι εργάτες τάχθηκαν στο πλευρό των αγωνιζόμενων συναδέλφων μας.(...) Στην Ιαπωνία ογκώνεται και μαχητικοποιείται ολοένα και πιο πολύ το κίνημα των φιλειρηνικών και αντιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Τα λιμάνια της είναι, τελευταία, απρόσιτα για τους αμερικάνους ναύτες. Μεγάλες διαδηλώσεις οργανώνονται κατά της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των ΗΠΑ και της δουλικής στάσης της κυβέρνησης της Ιαπωνίας.(...) Περισσότερα από 250 φοιτητικά στελέχη των ΗΠΑ απεύθυναν ανοιχτή επιστολή στον Πρόεδρο Νίξον, διακηρύσσοντας ότι αρνούνται να υπηρετήσουν την στρατιωτική τους θητεία όσο διαρκεί ο πόλεμος του Βιετνάμ».

 

Πέραν τούτων η πληροφόρηση υπήρχε. Και στο επίπεδο των τραγουδιών, μόδας κ.λπ. και γενικότερα – αν και με προσοχή, πάντα, στο θέμα του πολέμου στο Βιετνάμ, εκεί όπου η θέση της χούντας ήταν ταυτόσημη με την αμερικάνικη και φυσικά εγκληματικά πολεμοχαρής.

 

Όπως έγραφε σχετικά και ο συνταγματάρχης Λαδάς («Λόγοι», Αθήναι 1970):

«Σάλος ηγέρθη μετά την επέμβασιν των Αμερικανών. Ποίοι τον ήγειραν; Οι Κομμουνισταί και οι συνοδοιπόροι. Η ποιότης των φωνασκούντων κατά των ΗΠΑ εδικαίωσεν την επέμβασίν των.(...) Η υπόθεσις του κομμουνισμού δεν είναι υπόθεσις του Βιετνάμ, αλλά ολοκλήρου του ελεύθερου κόσμου, ο οποίος δικαιούται και νομιμοποιείται να αμύνεται οπουδήποτε ο κομμουνισμός επιτίθεται. Έτσι ακριβώς είχε συμβεί το 1946-49 εις την Ελλάδα, όπου μας συμπαρεστάθη η Αμερική υλικώς, ηθικώς και διπλωματικώς δια να ανταπεξέλθωμεν εις την σοβιετικήν απειλήν. Και εσώθημεν τότε, όπως θα εσώζοντο και άλλα Έθνη, αν πάντοτε ηκολουθήτο το σωτήριον αμυντικό δόγμα».

 

Στην Ελλάδα επικρατεί ο μύθος που λέει πως το ροκ το καλοκαίρι του '67 ήταν κάπως σαν τα αντάρτικα τραγούδια επί Εμφυλίου, δηλαδή «παράνομο», ώστε να μοιάζουν με «επαναστάτες» εκείνοι που το άκουγαν!! Αυτή την ανιστόρητη μπαρούφα την υποστήριξε εσχάτως και ο Γιάννης Νένες στο athensvoice.gr (5/7/2017) στο κείμενό του «50 χρόνια από το καλοκαίρι της αγάπης», γράφοντας χαρακτηριστικά:

«Οι νέοι στην Ελλάδα ψηλαφούσαν με αγωνία τον απόηχο του Καλοκαιριού εκείνου (σ.σ. της Αγάπης), κυρίως προσπαθώντας με τη μουσική να νιώσουν την αγάπη – και αυτή όμως έφτανε στη χώρα με δόσεις, δύσκολα, σχεδόν παράνομα. Η χούντα εξέταζε το κάθε τι με καχυποψία, αν και λίγα καταλάβαιναν οι λογοκριτές από όσα έρχονταν εδώ σαν πληροφορίες».

 

Ψυχεδελικές ΕΙΚΟΝΕΣ (τεύχος 602, 15 Μαρτίου 1968)

 

Φυσικά στην Ελλάδα το καλοκαίρι του '67 κυκλοφορούσαν «τα πάντα» και δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση οι λογοκριτές τού χουντικού καθεστώτος ν' ασχοληθούν με ξένα τραγούδια (άλλα τους ενδιέφεραν...), απαγορεύοντας την έκδοσή τους στη χώρα μας – καθώς λογοκρισία (αλλαγή ή απαλοιφή στίχου) σε ξένο τραγούδι δεν υπήρχε, εννοείται, περίπτωση να γίνει.

 

Ό,τι έκριναν οι μεγάλες και οι μικρότερες ελληνικές δισκογραφικές εταιρείες πως θα μπορούσε να πουλήσει, να έχει κάποιο γκελ στην αγορά, το τύπωναν και το διένεμαν. Οι λογοκριτές, να το ξαναπούμε, ασχολούνταν μόνο με τα ελληνικά τραγούδια, και εκείνα έπαιρναν αριθμό λογοκρισίας, όχι τα ξένα.

 

Έτσι, ανατρέχοντας κανείς στα τοπ της εποχής που δημοσιεύονταν ανά δεκαπενθήμερο στους Μοντέρνους Ρυθμούς θα διαπιστώσει πως κυκλοφορούσαν, άφοβα, πάμπολλα ποπ και ροκ άσματα (εγγλέζικα και αμερικάνικα, μαζί με γαλλικά, ιταλικά κ.λπ.), απ' αυτά που ακούγονταν παντού, σε όλο τον κόσμο, το «καλοκαίρι της αγάπης».

 

Ένα τέτοιο Top-50 δημοσιεύεται στους Μοντέρνους Ρυθμούς της 5 Ιουλίου 1967, καθώς βλέπουμε σ' αυτό κομμάτια των Turtles, Monkees, Spencer Davis Group, Mamas and the Papas, Small Faces, Seekers, Troggs, Easybeats, Rokes, Kinks, Beatles, Hollies, Rolling Stones, Dave Clark Five, Move, Cat Stevens, Mitch Ryder, Four Tops, Manfred Mann, Tremeloes, Alan Price Set, Tommy James and The Shondells, Paul Revere and The Raiders, Eric Burdon and The Animals κ.λπ. Όλα αυτά τα τραγούδια τυπώνονταν σε δισκάκια 45 στροφών από ελληνικές εταιρείες (εννοώ τα ελληνικά παραρτήματα των πολυεθνικών κυρίως), παίζονταν στα κρατικά/χουντικά ραδιόφωνα και αγοράζονταν από τη νεολαία.

 

Ένα TOP-50 από τους Μοντέρνους Ρυθμούς, τέτοιαν εποχή πριν 50 χρόνια. Ό,τι ακουγόταν στην Ελλάδα, από ξένη μουσική, το καλοκαίρι του 1967.

 

Φυσικά στην Ελλάδα είχε τυπωθεί και κυκλοφορούσε παντού και ο ύμνος του «καλοκαιριού της αγάπης», το τραγούδι του John Phillips "San Francisco (Be sure to wear flowers in your hair)" που έλεγε ο Scott McKenzie [CBS], ενώ στους Μοντέρνους Ρυθμούς (τεύχος #98) διαβάζουμε αποσπάσματα ακόμη και συνέντευξης τού McKenzie(!), μεταφρασμένης βέβαια, στην οποία λέει:

«Εδώ στο Σαν Φρανσίσκο δίνουμε πολύ μεγάλη σημασία στην ήρεμη σκέψι. Όταν γράφαμε το τραγούδι-επιτυχία μου κάναμε μία μεταμεσονύκτια συγκέντρωσι με τον Πωλ Μακ Κάρτνεϋ, ο οποίος είναι θαυμάσιος άνθρωπος, και τον Τζων Φίλιπς των Μάμας εντ Πάπας. Συζητήσαμε ήρεμα τις ιδέες μας. Οποιοδήποτε δημιούργημα, που έχει για συστατικά του την αγάπη και την ειρήνη θα είναι πάντα καλό(...)».

 

 

San Francisco - Scott McKenzie

 

Πρόσφατα άκουσα από τους Hooks, ένα ελληνικό συγκρότημα εκείνων των χρόνων (1966-67), τη διασκευή τους στο "San Francisco (Be sure to wear flowers in your hair)", που ήταν εξαιρετική κι ας παραμένει 50 χρόνια ανέκδοτη! Ελπίζω να την ακούσουμε σύντομα σε βινύλιο...

 

Δεν έβγαιναν, όμως μόνο 45άρια στην Ελλάδα τού «καλοκαιριού της αγάπης», έβγαιναν και LP, με πρώτο και καλύτερο το "Sgt. Pepper's Lonely Hearts Club Band" των Beatles – το άλμπουμ-έμβλημα της εποχής. Ο «Λοχίας Πέπερ» κυκλοφόρησε την 26η Μαΐου 1967 (και όχι την 1η Ιουνίου), και στην Ελλάδα, τυπώθηκε, κάποια στιγμή, μέσα στον Αύγουστο του '67, καθώς διαφημίζεται κατάλληλα στο τεύχος 88 των Μοντέρνων Ρυθμών της 30ης Αυγούστου 1967. Το άλμπουμ μπαίνει κατ' ευθείαν στο Νο 2 του ελληνικού TOP-10 σ' εκείνο το τεύχος, ενώ βρίσκεται στο Νο 1 στο επόμενο (13 Σεπτεμβρίου 1967).

 

Εξώφυλλο των Μοντέρνων Ρυθμών, από την 30η Αυγούστου 1967, στο οποίο διαφημίζεται το άλμπουμ των Beatles “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band”

 

Βεβαίως και η ευρύτερη ψυχεδελική πληροφόρηση ήταν υπαρκτή στα περιοδικά της εποχής, που άρθρωναν, συχνά, έναν κάποιο... ροκ λόγο. Φέρνω για παράδειγμα τις δεύτερες ΕΙΚΟΝΕΣ (όχι της Βλάχου, του Πουρνάρα) από το 1968, στις οποίες διαβάζουμε ακόμη και για την ψυχεδελική εμπειρία!

 

Στο τεύχος 602 (15/3/1968) μεταφράζεται ένα ιταλικό άρθρο, σχετικό με την ψυχεδέλεια. Γίνεται λόγος για το LSD, τα «ταξίδια», τις επιπτώσεις τους, τον Timothy Leary, το ψυχεδελικό θέατρο, τη διεσταλμένη συνείδηση... Δημοσιεύονται δε έγχρωμες, ψυχεδελικές φωτογραφίες από το Millbrook, το νεοϋορκέζικο χωριό, το ορμητήριο του Δόκτορα.

 

«Μέσω των ηχητικών κυμάτων των Μπητλς 'Μια μέρα στη ζωή', των Ρόλλινγκ Στόουν 'Κάτι μου συνέβη χθες', του Μπομπ Ντύλαν, του Άλλεν Γκίνζμπεργκ, οι νεαροί μύστες των απολαύσεων των παραισθησιογόνων φαρμάκων (όπως το Ελ Ες Ντη και διάφορα άλλα διεγερτικά ή κατευναστικά του κεντρικού νευρικού συστήματος, αμφεταμίνες, βαρβιτουρικά, ηρεμιστικά) πολλαπλασιάζονται ολοένα σε βαθμό ώστε το κακό να παίρνη έκταση ολέθριας επιδημίας».

 

Μπορεί να διαφωνεί κάποιος με ορισμένα συμπεράσματα του κειμένου (εξάλλου η έρευνα γύρω απ' αυτά τα πράγματα δεν σταμάτησε το '68), αλλά το κείμενο δεν είναι σκανδαλοθηρικό, ούτε τσαρλατάνικο. Λέει κάποια πράγματα, και από 'κει και πέρα τα επεξεργάζεται ο καθείς όπως νομίζει. (Βεβαίως, με άλλο μάτι το διαβάζει κάποιος σήμερα, αλλιώς «καθόταν» το 1968).

 

Ψυχεδελική μόδα από τον Γιάννη Τσεκλένη (καλοκαίρι ’67)

 

Θέλω να πω πως μια πληροφόρηση υπήρχε, ακόμη και γι' αυτά τα πιο «επικίνδυνα» θέματα – για τους λίγους τέλος πάντων, που μπορεί να ενδιαφέρονταν να το ψάξουν παραπάνω. Λέω «λίγους», γιατί κάπου το πράγμα έχει τοποθετηθεί και σε μια λάθος βάση.

 

Γιατί, δηλαδή, θα έπρεπε στην Ελλάδα, μαζικά, ο κόσμος, η νεολαία, ν' ασχολείται μ' αυτά τα θέματα;

 

Πριν τη χούντα είχαμε το «έντεχνο» αριστερό τραγούδι του Θεοδωράκη και του Λεοντή, υπήρχαν τα τραγούδια του Ξαρχάκου και του Μαρκόπουλου, εμφανίζονταν νέοι τραγουδοποιοί όπως ο Λοΐζος και ο Σαββόπουλος, ήταν το Νέο Κύμα, που είχε μεγάλη πέραση σ' ένα κομμάτι της νεολαίας κ.λπ., και που εξέφραζαν την ανάγκη, για μια στροφή της κοινωνίας σε περισσότερο προοδευτικές κατευθύνσεις (και στο τραγούδι και ευρύτερα). Πόσα παραπάνω, δηλαδή, θα είχαν να πουν τα ξένα συγκροτήματα;

 

Δε θέλω, φυσικά, να μειώσω την ξένη μουσική, το ροκ κ.λπ., γιατί κυρίως μέσω του χορού, μπόρεσε και «λύθηκε» σωματικά ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας (κι αυτό είναι σημαντικό), αλλά δεν πρέπει να υποτιμούμε και τα δικά μας τραγούδια, από την ίδια εποχή, που εξέφραζαν κι αυτά εξ ίσου καλά τη νεολαία (και τα παιδιά στις λαϊκές γειτονιές, και τους φοιτητές στις μεγάλες πόλεις κ.λπ.).

 

Τέλος πάντων... Αν κάτι αληθινά σημαντικό έχει συνδεθεί με την Ελλάδα του «καλοκαιριού της αγάπης» αυτό έχει να κάνει μόνο μ' ένα πράγμα: με την παρουσία των Beatles στην Αθήνα και αλλαχού (και όχι στο Σαν Φρανσίσκο) το καλοκαίρι του '67!

 

Κι αυτό είναι ένα ξεχωριστό θέμα, το οποίο θα το πιάσουμε μιαν επόμενη φορά...

Μουσική
1 Σχόλια
Mungo Terry 15.7.2017 | 10:29
Απόσπασμα από "ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΝΕΟΛΑΙΑ" του καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου, ιστορικού Κώστα Κατσάπη

Η ΝΕΑΝΙΚΗ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ (ΚΑΙ ΟΧΙ Η ΑΡΙΣΤΕΡΑ) TO ΥΠ' ΑΡ. 1 ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ

IV. 1967-1974

Η περίοδος αυτή καλύπτει την επταετή άσκηση της εξουσίας στην Ελλάδα από τους συνταγματάρχες, ύστερα από το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Σε πολιτικό επίπεδο, το πλήγμα που επέφεραν οι στρατοκράτες στις αριστερές οργανώσεις νεολαίας ήταν βαρύ καθώς στο σύνολό τους κηρύχθηκαν παράνομες43 και δεκάδες από τα μέλη και τις ηγεσίες τους βρέθηκαν είτε σε κατάσταση παρανομίας είτε δέσμιοι του καθεστώτος. Με άλλα λόγια, και παρά τις φωτεινές εξαιρέσεις της περιόδου 1967-1971, για τουλάχιστον τέσσερα χρόνια μέχρι το 1972, οπότε το φοιτητικό κίνημα αποκτά σιγά-σιγά τη δυνατότητα να αντιπαρατεθεί δημόσια και ανοικτά με το καθεστώς (η Νομική τον χειμώνα του 1973 και το Πολυτεχνείο τον Νοέμβριο) θα αποτελέσουν την κατάληξη της διαδικασίας αυτής), το καθεστώς της 21ης Απριλίου φαίνεται πως είχε ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τους πολιτικοποιημένους της αριστεράς.
Το ακριβώς αντίθετο, ωστόσο, συνέβη με την κουλτούρα της αμφισβήτησης, η οποία φτάνει στο απόγειό της, ακριβώς την περίοδο του χουντικού πραξικοπήματος, με αποτέλεσμα να αποτελεί πια τον κυριότερο «πονοκέφαλό» του. Το πρώτο καλοκαίρι του καθεστώτος (εκείνο του 1967) είναι για την αμερικάνικη νεολαία το «καλοκαίρι της αγάπης» που σηματοδοτεί την εμφάνιση στο προσκήνιο των χίπις και της κουλτούρας τους.
[...]
Η νεανική κουλτούρα που λίγα χρόνια πριν προκαλούσε τον γέλωτα και την ειρωνεία των μεγαλυτέρων με τις χαριτωμένες «εξαλλοσύνες» όσων νέων μιμούνταν τα «ακούρευτα» ινδάλματά τους, έχει πλέον μετατραπεί σε ένα τρομακτικό πολιτικό πρόβλημα, αντιπαρατίθεται σ’ αυτές ακόμη τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της μεταπολεμικής ευημερίας του δυτικού κόσμου (εκφράζοντας λ.χ. το «δικαίωμα στην τεμπελιά» ή απαξιώνοντας με τα ταξίδια στην Ανατολή τη σταθερή «καλή» εργασία) και προκαλεί ισχυρούς τριγμούς στην κοινωνική ευταξία των κοινωνιών του δυτικού κόσμου. Με άλλα λόγια, η αμφισβήτηση της καθημερινότητας έχει πια ενοποιηθεί με την πολιτική αμφισβήτηση αν δεν την έχει υπερκεράσει.

Η σχέση της ελληνικής νεολαίας με το κίνημα της αμφισβήτησης, παρά το ότι ποτέ δεν τέθηκε δημοσίως ως κάτι που ανησυχούσε το καθεστώς, είναι βέβαιο πως αποτελούσε μια άρρητη αλλά βασικότατη μέριμνά του. Επισήμως το καθεστώς μπορούσε να επαίρεται για το «ήθος» και τη σοβαρότητα της ελληνικής νεολαίας. Οι οργανώσεις εκείνες που υποτίθεται πως ήθελαν να την «εκμεταλλευτούν» ωθώντας τη στα πεζοδρόμια και τις διαδηλώσεις, είχαν διαλυθεί. Η πολιτική δραστηριότητα ιδίως στα πανεπιστήμια, υπήρξε για πολύ καιρό ελεγχόμενη από τους πράκτορες και τα όργανα της χούντας. Η νέα, «εθνική» ηγεσία είχε δείξει εξαρχής τη φροντίδα της για τη νεολαία, και η τελευταία υποτίθεται πως ένιωθε ανακουφισμένη. Παρατηρώντας το κύμα της νεανικής εξέγερσης που λάμβανε χώρα στη Δύση, το καθεστώς μπορούσε να προωθεί έντεχνα την προπαγάνδα του και να αποκρούει την κριτική που του ασκούνταν για βασανισμούς, βαρβαρότητα και καταπάτηση των στοιχειωδέστερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτά ωστόσο, επισήμως. Στο παρασκήνιο, ο φόβος για τη διάδοση εκείνων των ιδεών και της νοοτροπίας που είχαν καταστήσει τις νεολαίες του δυτικού κόσμου «δυσήνειες», ήταν έντονος.44 Η όλο και περισσότερο ριζοσπαστικοποιημένη κουλτούρα των νέων προκαλούσε φόβο για την επιρροή της στην ελληνική νεολαία αλλά και αμηχανία, καθώς η ανάσχεσή της προϋπέθετε τη λήψη μέτρων (π.χ. απαγόρευση ροκ μουσικής και λοιπών πολιτισμικών συμβόλων της νεολαίας, όπως το μακρύ μαλλί), που ήταν βέβαιο πως και κτύπημα στη βιομηχανία του τουρισμού θα επέφεραν, και θα αποτελούσαν βούτυρο στο ψωμί για όσους ασκούσαν κριτική στο καθεστώς.45
Ακόμη και το προνομιακό πεδίο δράσης των πολιτικοποιημένων νέων, ο χώρος δηλαδή του φοιτητικού κινήματος, φαίνεται πως, από ένα σημείο και μετά, αναγνωριζόταν από το καθεστώς πως είχε δεχτεί άμεση επίδραση από την κοσμοθεωρία, την κουλτούρα και τις αναζητήσεις της διεθνούς νεολαίας. Τον Φεβρουάριο του 1973, την περίοδο δηλαδή που πραγματοποιείται στη Νομική η πρώτη σοβαρή δημόσια αντιπαράθεση των φοιτητών με τη χούντα, απόρρητο έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Πρωθυπουργού επιχειρεί να αναλύσει το προφίλ του έλληνα φοιτητή. Είναι ενδεικτικό ότι το κείμενο εστιάζει όχι τόσο στα πολιτικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου φοιτητή, όσο στην πολιτισμική του συγκρότηση και τις επιρροές που αυτή έχει δεχτεί: «3. Ο σημερινός φοιτητής είναι γενικώς πλέον έμπειρος (υψηλότερος δείκτης νοημοσύνης)», επισημαίνει ο συντάκτης της ανάλυσης, «ή άλλως πλέον απαιτητικός, πλέον ευαίσθητος, πλέον επιδεικτικός και πλέον ανήσυχος. Δυσκόλως συμβιβάζεται προς όσα συνιστούν αμεταβλήτους καταστάσεις, εξωτερικάς μορφάς πειθαρχήσεως, προτροπάς προς προπαρασκευήν δια μίαν ζωήν ελάχιστα διάφορον εκείνης των γονέων του (GENERATIONAL GAP κ.λπ.)».46 Και συνεχίζει ο συντάκτης του υπομνήματος: «4. Εξαιτίας σειράς όλης νέων επίσης συντελεστών (άμεσοι επικοινωνίαι, κοινότης προβλημάτων, δημιουργία και διάδοσις του σημερινού ιδιοτύπου YOUTH SUBCULTURE) η συλλογική φοιτητική ψυχολογία αποβάλλει σταθερώς και συχνά εις απειλητικόν βαθμόν κάθε “εθνικό χρώμα”. “Διεθνοποιείται” από της απόψεως των αιτίων, του προβληματισμού, του δυναμισμού, των μορφών εκφράσεως. “Μονώσεις” αυτής ή εκείνης της εθνικής ακαδημαϊκής νεολαίας είναι σήμερον αδύνατοι».47 Και καταλήγει ο συντάκτης κρούοντας απειλητικά τον κώδωνα του κινδύνου: «5. Οι άκρως ριζοσπαστικοί φοιτηταί εις αυτήν ή εκείνην την Χώραν αποτελούν την ελαχίστην μειοψηφίαν (δύο έως πέντε τοις εκατό). Παρά τούτο, η “φιλοσοφία” τούτων και, πρωτίστως, αι δραστηριότητές των (η βιαιότης των εκδηλώσεων) εντός του οικείου εθνικού χώρου ή και επί της διεθνούς σκηνής διαγράφονται ως άκρως απειλητικαί».48
Στις αρχές του 1970 είναι πια σαφές ότι ο ριζοσπαστισμός της ελληνικής νεολαίας αποτελεί κάτι το ανεξέλεγκτο που θα πρέπει να τιθασευτεί. Έτσι κι αλλιώς, στα τέλη του ’60 η νεανική κουλτούρα έχει φτάσει στο απόγειό της, καθώς είναι δημιουργική όσο ποτέ, απολύτως επιδραστική (influential) για τους νέους ανθρώπους, και συνώνυμη της εξέγερσης. Το καθεστώς, έχοντας από το 1967 επισημάνει την ύπαρξη του «προβλήματος» έχει προχωρήσει, ήδη από το 1968, στη σύσταση μιας ειδικής υπηρεσίας, της Διευθύνσεως Νεότητος, επιφορτισμένης με το έργο της άσκησης μιας «ορθής» πολιτικής, προκειμένου η νεολαία να «μη χαθεί», και να δημιουργηθούν έγκαιρα τα κατάλληλα αναχώματα που θα απέτρεπαν τη μεταφορά στην Ελλάδα του πνεύματος της γενικευμένης ανυπακοής και απείθειας. Στις αρχές του 1970, η Διεύθυνσις Νεότητος, προχωρεί σε μια συνοπτική περιγραφή του «προβλήματος νεολαία», και στην πρόταση μιας σειράς μέτρων για την αντιστροφή της κατάστασης. Το κείμενο απόκειται στις συλλογές της Εταιρείας Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ),49 ταξινομημένο στα έγγραφα του Α΄ Αντιπροέδρου της Κυβερνήσεως, και θεωρώ ότι αποτελεί ένα εκπληκτικό τεκμήριο, μια εξαιρετική σύνοψη του «προβλήματος», όπως βέβαια αυτό γινόταν αντιληπτό και ερμηνευόταν από τους αναλυτές της 21ης Απριλίου. Το βασικό χαρακτηριστικό και αυτής της προσέγγισης είναι η εμφατική απουσία της πολιτικής συνιστώσας από τις αιτίες διαμόρφωσης του «προβλήματος». Το τελευταίο δεν είναι αποτέλεσμα της δουλειάς μιας αριστερής καθοδήγησης που έχει «εξαπατήσει» τη νεολαία εκμεταλλευόμενη τον ιδεαλισμό και την «απειρία» της, όπως η κυρίαρχη προπαγάνδα επανειλημμένα είχε υποστηρίξει. Αντιθέτως. Γενεσιουργές αιτίες του προβλήματος υποδεικνύονται ο εξαμερικανισμός της νεολαίας, η χειραφέτηση από την οικογένεια, η ασέβεια, η αναίδεια, και όλα αυτά τα τραυματικά φαινόμενα που είχαν ακολουθήσει το Big Bang της νεανικής κουλτούρας: Τεντιμποϊσμός, Μπητλισμός (η ταύτιση δηλαδή με τους Μπήτλς και την παράγωγη νεανική κουλτούρα), Χιπισμός. Σύμφωνα με τον συντάκτη του κειμένου, η «κρίσις της νεότητας» οφειλόταν σε ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες, στο παιδικό και νεανικό πείσμα, αλλά και στο νοσηρό κλίμα της εποχής που είχε οδηγήσει στον «εκπεσμό των ηθικών αξιών». Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα την έλλειψη ηθικής αντιστάσεως από τους σύγχρονους νέους και για τον λόγο αυτό το καθεστώς έκρινε πως έπρεπε να παρέμβει (ΑΝΑΓΚΗ ΑΜΕΣΟΥ ΠΑΡΟΧΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ, όπως με χαρακτηριστικά κεφαλαία γράμματα έγραφε). Το σύνθημα προς τούτο θα έπρεπε να είναι το κλασικό ΕΛΛΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ, κάτι που ερχόταν όχι ως αποτέλεσμα ενός κάποιου ηθικού συντηρητισμού, αλλά ως ανάγκη αναζωπύρωσης της χριστιανικής πίστης στην ψυχή του νέου, κάτι στο οποίο θα αναφερθούμε αναλυτικά στις επόμενες σελίδες. Για την ανάσχεση της νεανικής κουλτούρας της ανυπακοής συγκροτούνταν ένας ολόκληρος «επιτελικός μηχανισμός», ο οποίος ξεκινούσε από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό στην κορυφή του, περνούσε από την Κεντρική Επιτροπή Νεότητος και το Γραφείον Μελετών και Προγραμματισμού, και ενέπλεκε ένα ολόκληρο φάσμα κρατικών λειτουργών και στελεχών, όπως την Εκκλησία στο σύνολό της (Ιερά Σύνοδος, Μητροπολίτες, εφημέριοι), τους διευθυντές των σχολείων και τους διδάσκοντες, τη Γενική Διεύθυνση Τύπου, Θεαμάτων, Ραδιοφώνου, Τηλεοράσεως και Αθλητισμού, διευθυντές κρατικών υπηρεσιών, αλλά και τις ελληνικές οικογένειες. Το «πρόβλημα» διαγραφόταν μεγάλο, επομένως η κινητοποίηση ενός εκάστου στην κατεύθυνση πειθάρχησης της νεολαίας κρινόταν απαραίτητη. Το πρόγραμμα του σχεδίου αυτού ήταν τριετές και είχε δύο σκέλη που κάλυπταν τόσο στόχους βραχυπρόθεσμους, τουτέστιν τη συμπεριφορά των νέων στο σχολείο και την οικογένεια, όσο και μακροπρόθεσμους, δηλαδή την οργάνωση και διάθεση του ελεύθερου χρόνου των νέων, αλλά και τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό.50
Όπως είπα και παραπάνω, το κείμενο αυτό είναι πραγματικά εκπληκτικό, όχι μόνο γιατί δείχνει την ύπαρξη ενός ολόκληρου μηχανισμού που κινητοποιήθηκε συντονισμένα (σε έναν βαθμό τουλάχιστον) ιδίως μετά το 1970, στην κατεύθυνση της ανάσχεσης της νεανικής κουλτούρας, αλλά και γιατί επισημαίνει τη σημασία της τελευταίας στην εμπέδωση στη νεολαία ενός κλίματος γενικευμένης απείθειας. Η μεταλαμπάδευσή της στους έλληνες νέους και η διάχυση της νεανικής ανυπακοής στην Ελλάδα, υπήρξε μια τρομακτικά δυσάρεστη προοπτική για τη Δικτατορία, έστω και αν ποτέ δεν το παραδέχτηκε δημοσίως. Εν κατακλείδι, θα λέγαμε πως η νεανική αμφισβήτηση η οποία είχε ξεκινήσει δειλά τη δεκαετία του ’50, διαχεόμενη τόσο στην πολιτική δραστηριότητα των νέων ανθρώπων, όσο και στην καθημερινότητά τους, στη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών έφτανε στο αποκορύφωμά της. Το ενδιαφέρον είναι ότι στην περίοδο αυτή φαίνεται να αντιστρέφονται οι όροι με τους οποίους εκδηλώνονται. Ενώ στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 η πολιτική αμφισβήτηση είναι αναμφίβολο ότι γεύεται τη μερίδα του λέοντος στην ανησυχία όσων πανικοβάλλονται από την έλευση της νεολαίας στο προσκήνιο, στη διάρκεια της επταετούς Δικτατορίας, η βίαιη καταστολή κάθε έκφρασης πολιτικής εναντίωσης στο καθεστώς και η συνεχής ριζοσπαστικοποίηση της νεανικής κουλτούρας θα έχουν ως αποτέλεσμα την ανάδειξη της τελευταίας ως του κυριότερου και μάλιστα προνομιακού εκφραστή της νεανικής «δυσφορίας».
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια