Μόνο το ιδιοφυές δαιμόνιο του Λουκίνο Βισκόντι συναντήθηκε, σαν αναγκαστικά μου φαίνεται, με την τελευταία μεγάλη επιζώσα του είδους, την Παξινού, που την έβαλε ως πρωταγωνίστρια στην ταινία του Ρόκο το 1960. Ο οποίος διαλαλούσε παντού ότι η Μαρία Κάλλας υπήρξε η πιο ολοκληρωμένη και μεγαλύτερη μακράν ηθοποιός που έτυχε ποτέ να συνεργαστεί στη ζωή του είτε στην όπερα, είτε στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο.
Μουσική

Η θηριώδης Μαρία Κάλλας του 20ου αιώνα

Σαν Σήμερα γεννήθηκε το 1923 στη Νέα Υόρκη η μεγαλύτερη ντίβα της Όπερας.

ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΟΡΦΑΝΟ

 

Στο εξής ο καθένας και απ’ όποιο σημείο του ορίζοντα προερχόμενος και, μάλιστα, ο «δυτικός», όταν αναφέρεται στις λέξεις «Έλλην», «ελληνικός» και τα παρεμφερή, οφείλει πρώτα να πετάει από το στόμα του τη χλευαστικά μονότονη και στυφή καραμέλα «περί των αρχαίων ημών προγόνων», περί Οδυσσέα, Ομήρου, Πλάτωνος, Αριστοτέλη και δεν συμμαζεύεται. Θα αναφέρει αναγκαστικά και τον Σμυρνιό Αρίστο Ωνάση. Οπωσδήποτε τη Μαρία Κάλλας, είπαμε. Όπως άλλωστε και τον τρισμέγιστο Αλεξανδρινό Κωνσταντίνο Καβάφη. Εφόσον τους έκαναν προπάντων αυτοί οι τρεις, για την ώρα τουλάχιστον, σε τέτοια έκταση και με τόση ένταση να τους φύγει για πάντα αυτή η κουτοπόνηρη μαγκιά τους.

 

Και με κίνδυνο να πέσω λιγάκι στον «εβραίικο» ή διεθνιστικό τρόπο του λέγειν, γιατί όχι και τους: Τερέζα Στράτας, θεοτικό σαμιαμίδι της όπερας, Ηλία Καζάν, Δημήτρη Μητρόπουλο, Νικ Δε Γκρικ. Ο ήλιος, βλέπετε, πέφτει επί δικαίους και αδίκους. Τον Βασίλι Ζαχάρωφ της Ρωσίας και σερ της Αγγλίας, τον κύριος Αρκάντιν δηλαδή της ομώνυμης ταινίας του Όρσον Ουέλς.

 

Τέλεια θωρακισμένη έτσι η Μαρία θα επιστρέψει στους Ευρωπαίους και τους Δυτικούς, που θα μείνουν κυριολεκτικά άναυδοι και με ανοιχτό το στόμα θα παραμιλούν σαν σεληνιασμένοι από το πάιξιμό της.

 

Τον Χιώτη Χάσνανταρ που αλλαξοπίστησε, απόλυτο κυρίαρχο και πρωθυπουργό της Τυνησίας για 40 τόσα χρόνια. Τον Μυτηλινιό γενίτσαρο και άρα οθωμανό αρχιναύαρχο, «αρχιπειρατή» κατά τους Φράγκους, Βαρβαρόσα. Τον Ζακυνθινό Ούγκο Φώσκολο της Ιταλίας. Τον Κρητικό Δομήνικο Θεοτοκόπουλο, τον Ελ Γκρέκο της Ισπανίας και Σία. Έτσι, για να βγάλω το άχτι μου που λένε!

  

Εξάλλου, γεννημένη στη Νέα Υόρκη το 1923 από μάνα Κωνσταντινουπολίτικης καταγωγής, το γένος Δημητριάδη, και Πελοποννήσιο πατέρα απ’ το Μελιγαλά της Μεσσηνίας, η Μαρία Καλογεροπούλου, η επονομαζόμενη Κάλλας... (Λα Κάλλας, ως υπέρτατη ντίβα στα ξενικά), αποτελεί από απλή μεν, αλλά σαφή σύμπτωση του πεπρωμένου της, αναγραμματισμό του σπουδαιότερου στον κόσμο λυρικού θεάτρου, της περίφημης Σκάλα του Μιλάνου, μέσα στο οποίο βασίλευε σαν απόλυτος μονάρχης επί 8-9 συναπτά έτη. Αυτά υπήρξαν ομολογουμένως και ο κολοφώνας της έτσι κι αλλιώς θρυλικής σταδιοδρομίας της.

 

Η Κάλλας στη Σκάλα του Μιλάνο, 1956

 

Η Μαρία Κάλλας, λοιπόν, εκτός του ότι υποχρέωσε, όσον αφορά την εποχή μας, σε μιαν εκ νέου ιεράρχηση όλων των αξιών γενικά του θεάτρου και της μουσικής ειδικότερα, πέτυχε ταυτόχρονα μια παρελθοντολογική προέκταση, επανατοποθέτηση του καλλιτεχνικού ανά τους αιώνες θαύματος σε μια νέα βάση.

 

Υπαγόρευσε, ακούσια εξυπακούεται και πάντα πλαγίως, στους συμπατριώτες της να αρθούν στο ιμαλάιο ύψος μερικών έστω προσώπων και περιστάσεων, αντί να τα υποβιβάζουν, από πατροπαράδοτο και κεκτημένο τεμπελίκι, στα μέτρα τους, στριμώχνοντάς τα όπως-όπως στο δικό τους, βαλκανικά επαρχιώτικο επίπεδο – παρ’ όλα αυτά, λαός κατ’ εξοχήν πολυπράγνων και βεντέτα ο ελληνικός!

 

Μόνο που συνήθως ξεκινάει ως δεδηλωμένη βεντέτα κι έπειτα ψάχνει τσάτρα-πάτρα μια ασχολία που να δικαιολογεί αυτή του την ακατάσχετη συμπεριφορά. Κι αν περνάω στο ντούκου τώρα –το βιολί μου, όμως, εγώ– τις όλως ιδιάζουσες και μοναδικές περιπτώσεις ενός Παπαδιαμάντη, ενός Χρηστομάνου, ενός Θεόφιλου Χατζημιχαήλ και μιας Μαρίκας Νίνου, τους όποιους εκτελεστές του θεϊκού αμανέ ή του άλλου μεταβυζαντινού και βυζαντινού μονοφωνικού τραγουδιού, τους καραγκιοζοπαίχτες, είναι για να φτάσω μιαν ώρα αρχύτερα σ’ ένα μείζον θέμα που ’ναι η μεγάλη ελληνική σχολή ηθοποιίας.

 

Από την οποία, σημειωτέον, ξεπηδάει η Μαρία Κάλλας κατευθείαν, δραματικά πάνοπλη, όπως η Αθηνά από την κεφαλή του Διός. Που για να μεταχειριστώ το κουφό στυλ του αθλητικού ρεπορτάζ, έμελλε να γίνει παγκοσμίως μία από τις μεγαλύτερες ερμηνεύτριες «όλων των εποχών».

 

Βγάζοντας καταρχάς από τη μέση, χάριν τηλεγραφικής μοιραίως συντομίας, τους μεγάλους κωμικούς και δραματικούς άνδρες ηθοποιούς με επικεφαλής τον Βεάκη, ας σταθούμε κάπως περισσότερο στη γυναικεία ερμηνεία, και μάλιστα την πρωταγωνιστική, που εδώ μας ενδιαφέρει. Εκτός, λοιπόν, της Μανωλίδου και της Κατερίνας –για τη Λαμπέτη ούτε λόγος, μια και είναι μεταπολεμική–, στην Αθήνα βασιλεύουν δυο θεατρίνες κολοσσοί.

 

Η μεγάλη Κυβέλη και η Κοτοπούλη, για την οποία ο Κοκτώ είχε δηλώσει τότε ότι είναι η μεγαλύτερη τραγωδός της Ευρώπης. Η «παλαιά σχολή» αυτές. Και υπάρχουν οι «μοντέρνες». Δύο κι ετούτες. Κατίνα Παξινού η μία. Πολύ σύντομα, όμως, το 1939, θα εγκαταλείψει την Ψωροκώσταινα για δάφνες στην Αμερική.

 

Διακοπές στην Ίσκια, 1956

 

Όχι προτού δώσει όμως ως Ηλέκτρα την ιστορική εκείνη παράσταση της Επιδαύρου το 1938, που κινηματογραφήθηκε το άξιον λόγου κρατούμενο. Μέσα στην οποία συμπρωταγωνιστούσε ως Κλυταιμνήστρα η άλλη τρομαχτικού μεγέθους ηθοποιός Ελένη Παπαδάκη, με την οποία έμελλε να συνυπάρξει καλλιτεχνικά η εγκατεστημένη μονίμως στην Αθήνα από το 1936 Μαρία, έως το 1945. Ημερομηνία κατά την οποία δολοφονήθηκε αγρίως η πρώτη και πήρε των ομματιών της, όπου φύγει-φύγει, η δεύτερη.

 

Η φανατική, φιλόδοξη και παθιασμένη Κάλλας ρούφηξε άπληστα σαν σφουγγάρι ό,τι είδε γύρω της. Και κυρίως την Παπαδάκη, με την οποία, άλλωστε, έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερού. Τόσο στο γενικό εξωτερικό φιζίκ, όσο και στο καθαρά ψυχοσυνθετικό τους μέρος, διαθέτοντας αμφότερες την πιο ευρεία δραματική γκάμα που έφτανε απ’ το τελείως χαμηλό, εσωτερικό και συντετριμμένο, έως τη μεγαλύτερη συγκινησιακή και εγκεφαλική θηριωδία τους που άγγιζε ακάθεκτη τα όρια ενός ιερού γκραν γκινιόλ. Οι απόλυτες ηθοποιοί! (Δείτε φωτογραφίες της Ελένης, ιδίως από την Εκάβη, και συγκρίνατέ της).

 

Τέλεια θωρακισμένη έτσι η Μαρία θα επιστρέψει στους Ευρωπαίους και τους Δυτικούς, που θα μείνουν κυριολεκτικά άναυδοι και με ανοιχτό το στόμα θα παραμιλούν σαν σεληνιασμένοι από το πάιξιμό της. Περιφανώς, ταυτόχρονα, επιστρέφοντάς τους στην ουσία μια κορυφαία «παικτική» παράδοση, που αν και προερχόμενη από δαύτους καθ’ όλο το μήκος του 19ου αιώνα ως τις αρχές του 20ού, την είχαν εντελώς εγκαταλείψει χάριν μιας ύποπτης προόδου και μοιραίως πια ξεχάσει.

 

Κάνοντας στέκι της κι αυτή –η παράδοση– την κατά τ’ άλλα υποανάπτυκτη Αθήνα. Η Κάλλας, λοιπόν, άκρως κολακευμένη από την άγνοιά τους αυτή δεν θα βγάλει ποτέ της κιχ. Ούτε μια τόση δα λεξούλα για τη μεγάλη εκείνη σχολή ηθοποιίας.

 

Η πρώτη και τελευταία, κατά τη γνώμη μου, τέτοιας ολκής ζαβολιά της. Μόνο το ιδιοφυές δαιμόνιο του Λουκίνο Βισκόντι συναντήθηκε, σαν αναγκαστικά μου φαίνεται, με την τελευταία μεγάλη επιζώσα του είδους, την Παξινού, που την έβαλε ως πρωταγωνίστρια στην ταινία του Ρόκο το 1960.

 

Ο οποίος διαλαλούσε παντού ότι η Μαρία Κάλλας υπήρξε η πιο ολοκληρωμένη και μεγαλύτερη μακράν ηθοποιός που έτυχε ποτέ να συνεργαστεί στη ζωή του είτε στην όπερα, είτε στο θέατρο, είτε στον κινηματογράφο.

 

Χρόνια μου τριβελίζει το μυαλό η έμμονη ιδέα πως στον καθαρά μουσικό ερμηνευτικό τομέα και παρόλες τις σάχλες που ακούει κανείς δεξιά κι αριστερά του αψήφιστα να λέγονται, προπαντός για τη φολκλορική εκείνη βυζαντινή μονωδία τάχα της ορθοδόξου καταγωγής της κι άλλα σαχλότερα, η Κάλλας αποτέλεσε στην ουσία τον κολοφώνα της διαρκέστερης χρονικά και περιφημότερης ποιοτικά φωνητικής σχολής της ιταλικής όπερας: της ισπανικής.

 

Που ξεκινάει το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα με τη Μαρία Γκαρσία-Μαλιμπράν και την αδελφή της και περνώντας αισίως από τις Γκρίζι και την Πάττι, διοχετεύεται μέσω της Ντε Ιντάλγκο κατά έναν ανευ προηγουμένου τρόπο στη Μαρία Κάλλας. Για να συνεχίσει μέχρι τις μέρες μας, σίγουρα από κεκτημένη ταχύτητα, και με την Καμπαγιέ. Τελείως περιληπτικά και μόνο μερικά ονόματα, βέβαια.

 

Η Μαρία Καλογεροπούλου, η επονομαζόμενη Κάλλας, αποτελεί από απλή μεν, αλλά σαφή σύμπτωση του πεπρωμένου της, αναγραμματισμό του σπουδαιότερου στον κόσμο λυρικού θεάτρου, της περίφημης Σκάλα του Μιλάνου, μέσα στο οποίο βασίλευε σαν απόλυτος μονάρχης επί 8-9 συναπτά έτη.

 

Η ειμαρμένη, είμαι πεπεισμένος, οδήγησε τη διάσημη Ισπανίδα κολορατούρα Ελβίρα ντε Ιντάλγκο στην προπολεμική Αθήνα, ώστε και καθηγήτρια επί επταετία να γίνει της Μαρίας και να την εισαγάγει από πρώτο χέρι στον λησμονημένο τότε, πλην ένθεο και φωνητικά μαγικό, κόσμο του μπελκάντο. Δένοντάς τη μισοσυνειδητά μισοασυνείδητα και στο ένδοξο άρμα της ισπανικής φωνητικής σχολής.

 

Η καλλιτέχνις μας αποτέλεσε, όπως υποψιάζεστε, τη συνισταμένη πολλαπλών και ποικίλων σχολών και παραδόσεων, τέλεια εναρμονισμένων και άρτια εξισορροπημένων πάνω στο άτομό της, ώστε να δημιουργήσει κάποιαν ωραία πρωία το θαύμα ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ.

 

Ο θαυμαστός δικός μου κόσμος! Και για να επανέλθω στα πολύ προηγούμενα με στόχο να τα κλείσω, θα πρόσθετα: η πραγματικά δική μου ιθαγένεια. Μέσα στην οποία χωράνε ασυζητητί όχι μονάχα όλα ανεξαιρέτως τα ονόματα που ήδη παρέθεσα ως τα τώρα, αλλά και άλλοι καλλιτέχνες όπως οι: Πάστα, Πονσέλ, Ντε Νόμπιλι, Ραχήλ, Μπερνάρ, Σορέλ, Φεγιέρ, Μπελ, Ουμ Καλσούμ, Ντούζε, Μανιάνι, Μπέτυ Νταίηβις, οι σπουδαίες νέγρες τραγουδίστριες Ντε Μαξ, Φον Στροχάιμ, Ζαν Ρενουάρ, Φον Κάραγιαν, ανάμεσα σε αρκετούς άλλους, για να μείνω μέσα στα στενά όρια των ερμηνευτών που εδώ τιμούνται.

 

Και που αποτελούσαν, επίσης, πιστεύω ακράδαντα, τη μεγάλη οικογένεια και τη θαυμαστή ιθαγένεια της αληθινά συμπατριώτισσάς μου Μαρίας Κάλλας.

 

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό 01.

Μουσική