Mισό εκατομμύριο θεατές, κυρίως χίπις που συνωστίζονταν υπομονετικά, δονούνταν ψυχεδελικά, έψελναν ρυθμικά για να σταματήσει η βροχή, κυλιόνταν συντονισμένοι στη λάσπη, και λικνίζονταν εμφανώς μαστουρωμένοι.
Μουσική

50 Χρόνια Γούντστοκ

Πόση σχέση έχει το μυθικότερο φεστιβάλ της rock με την streaming πραγματικότητα της μουσικής;

Το τριήμερο «Φεστιβάλ ειρήνης και μουσικής» του 1969 στο Γούντστοκ δεν αποτελεί απλά το κερασάκι μιας τρικυμιώδους δεκαετίας. Ο απόηχός του διαιωνίστηκε στην επόμενη ροκ γενιά και ριζώθηκε γερά για τουλάχιστον δέκα χρόνια από την τέλεσή του στα περίχωρα της Νέας Υόρκης.

 

Το τριπλό album που κυκλοφόρησε με τις σημαντικότερες μουσικές στιγμές πουλούσε σταθερά, και το βραβευμένο με Όσκαρ ντοκιμαντέρ του Μάϊκλ Γουόντλι με τα χορταστικά split screens και τους Θεούς επί σκηνής (sorry, δεν το λέγαμε stage τότε…) προβαλλόταν στις αίθουσες επί χρόνια, σε ειδικές προβολές, που συνάρπαζαν πιτσιρικάδες, ανάμεσα σ’ αυτούς κι εμένα, για την πληθώρα των τεράστιων συγκροτημάτων και τραγουδιστών που έπαιζαν μπροστά σε περίπου μισό εκατομμύριο θεατές, κυρίως χίπις που συνωστίζονταν υπομονετικά, δονούνταν ψυχεδελικά, έψελναν ρυθμικά για να σταματήσει η βροχή, κυλιόνταν συντονισμένοι στη λάσπη, και λικνίζονταν εμφανώς μαστουρωμένοι, όταν δεν έκαναν μπάνιο γυμνοί στη διπλανή λιμνούλα, ή δεν ξάπλωναν αποκαμωμένοι στα sleeping bags και τις σκηνές τους- ο frontman των Creedence Clearwater Revival εμφανίστηκε με τρόμο μπροστά σε μια λαοθάλασσα κοιμισμένων “πτωμάτων”, όπως διέκρινε το πληθος με άγχος από τις κουίντες, και πήρε θάρρος από μια μικρή λάμψη αναπτήρα στο βάθος, και μια φωνή από μακριά να του φωνάζει: «Μην ανησυχείς Τζον, εμείς είμαστε εδώ και σε ακούμε!»

 

Το Woodstock ήταν ο μεγάλος επίλογος μιας γενιάς ανθρώπων που πίστεψαν στ' αλήθεια πως μοιάζουν, και πως θα μπορούσαν να είναι ίσοι, κάτω από την ομπρέλα της δικής τους μουσικής - τα παιδιά που γεννήθηκαν αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και δεν είχαν χειρότερο από το να συγκρίνονται με τους αντιδραστικούς γονείς τους.

 

Με εφόδιο τη μικρής κλίμακας, επιτυχημένη διήμερη συναυλία στο Μαϊάμι στην αρχή της ίδιας χρονιάς και φιλοδοξία να στήσουν κάτι ανάλογο με το ευρέως αποδεκτό Monterey Pop αλλά στην ανατολική ακτή, οι 4 διοργανωτές του Γούντστοκ στόχευσαν εξαρχής στη συγκεκριμένη περιοχή, καθώς είχε αποκτήσει καλή φήμη, με τον Μπομπ Ντίλαν να το έχει επιλέξει ως τόπο κατοικίας και ένα κύμα διανοουμένων να το επισκέπτεται, σαν διανοουμενίστηκη εναλλακτική λύση στην upstate πλευρά της κορεσμένης Νέας Υόρκης. Όλοι συμφωνούν οτι αν δεν βρισκόταν ο Μαξ Γιάσγκουρ και η σύζυγός τους να τους προτείνουν, με το αζημίωτο, το ευμεγέθες αγρόκτημά τους ως ιδανικό venue, Γούντστοκ δεν θα υπήρχε.

 

Για αποφυγήν πάσας παρανοήσεως, το διήμερο, που εξελίχθηκε τελικά σε τριήμερο, σχεδιάστηκε για το κέρδος, με τσουχτερά εισητήρια 16 δολαρίων, περίπου 160 με τη σημερινή αναπροσαρμογή, που διατίθονταν κυρίως σε δισκοπωλεία, με αρχική πρόβλεψη 50 χιλιάδων θεατών. Αν και ο όρος viral είναι πρωθύστερος, μόνο αυτός μπορεί να περιγράψει την επείγουσα ανάγκη νέων απ’ όλη την επικράτεια να παρακολουθήσουν πάση θυσία μια διοργάνωση που αναγγέλθηκε με τα χίλια ζόρια την άνοιξη και διαδόθηκε αστραπιαία, σαν το απόλυτο must του καλοκαιριού.

 

Με την, αρμόζουσα στην εποχή, υπόσχεση μιας aquarian exposition, που ειλικρινά δε σημαίνει τίποτε, αλλά όσοι είχαν δει το Hair μάλλον μπήκαν στο νόημα, το μποτιλιάρισμα που παρατηρήθηκε την παραμονή του event άφησε τους υπεύθυνους με τα χέρια ψηλά, τους ντόπιους διχασμένους, και την αστυνομία ανήμπορη να αντιδράσει αποτελεσματικά. Από ένα σημείο κι έπειτα, η είσοδος ήταν δωρεάν και οι «πιστοί» το έκοψαν με το πόδι για να φτάσουν, αναγκαζόμενοι να βολευτούν στην πλαγιά όπως-όπως, αν και αδιαμαρτύρητα.

 

Η μουσική επικράτησε, και το τριήμερο, κύλησε ειρηνικά, με πολλά ναρκωτικά, μια γέννηση και δυο θανάτους από ατυχήματα.

 

Ο Ανγκ Λι περιγράφει ανάγλυφα τα προεόρτια και τις λεπτομέρειες στο Taking Woodstock, μια τρυφερή μυθοπλασία που βασίζεται σε πολλά πραγματικά γεγονότα. Το συγκρότημα Sweetwater ήταν προγραμματισμένο να ξεκινήσει το φεστιβάλ (ανήμερα της Παναγίας!) αλλά δεν έφτασε έγκαιρα λόγω του traffic, καθώς τους σταμάτησε η τροχαία στη διαδρομή - τακτοποιήθηκαν σε άλλο σημείο του προγράμματος. Οι πρώτοι που υπέγραψαν για να λάβουν μέρος ήταν οι Creedence και τελικά ο πρώτος που ανέβηκε στη σκηνή ήταν ο Ρίτσι Χέϊβενς. Ο ίδιος θυμάται πως οι διοργανωτές τον παρακάλεσαν να παρατείνει το σετ του και το εμβληματικό Freedom ήταν προϊόν αυτοσχεδιασμού, καθώς είχε εξαντλήσει το ρεπερτόριό του και ψαχνόταν για το πώς θα γεμίσει το κενό που είχε προκύψει, συνθέτοντας ένα αριστούργημα εκ των ενόντων.

 

Η μουσική επικράτησε, και το τριήμερο, που πιάνει και τέταρτη ημέρα, αν υπολογίσουμε και το πρωινό της Δευτέρας, κύλησε ειρηνικά, με πολλά ναρκωτικά, όπως είχε άλλωστε προβλεφθεί (χαρακτηριστικές ήταν οι συστάσεις που καταγράφτηκαν στο ντοκιμαντέρ και τον δίσκο, για ακατάλληλο acid), μια γέννηση και δυο θανάτους από ατυχήματα, έναν από ινσουλίνη και έναν από τρακτέρ που καταπλάκωσε ένα ζευγάρι στη σκηνή τους.

 

Οι καλλιτέχνες που εμφανίστηκαν ήταν πολλοί και ποικίλοι, πασίγνωστοι και ανερχόμενοι, ελάχιστα παράταιροι με το γενικό ύφος (οι Sha Na Na ήταν σχετική παραφωνία), στην πλειοψηφία τους Αμερικανοί, με επίκεντρο τη ροκ μουσική, αλλά και ενδιαφέροντα παρακλάδια, όπως στην περίπτωση των Σαντάνα που εκτινάχτηκαν με την γεμάτη ενέργεια performance τους, και τον απίστευτο Σιλβέστερ «Sly and the Family Stone Στιούαρτ», στην φανκ απόληξη του ήχου που κυριάρχησε, όταν τα πράγματα δεν έπαιρναν μια πολιτικότερη τροπή, όπως με την Τζόαν Μπαέζ, τον Άρλο Γκάθρι και τον Country Joe Mc Donald.

 

Κατά γενική ομολογία, την παράσταση έκλεψε, εκτός από τον Χέϊβενς, αλλά και τους υπερ-σβέλτους Ten Years After στο κολασμένο μπλουζ I’m Going Home, ο Τζο Κόκερ με το γρέζι στα κόκκινα όταν έλιωνε με πάθος στη διασκευή του στο With a Little Help from my Friends (οι Beatles ΔΕΝ προσκλήθηκαν, γιατί είχαν χωρίσει) και φυσικά το αποκορύφωμα ήρθε στο φινάλε, με μόλις 200 χιλιάδες να έχουν απομείνει από το αρχικό ρεκόρ προσέλευσης, όταν ο Τζίμι Χέντριξ με τη νέα του μπάντα φαντάστηκε τον αμερικανικό εθνικό ύμνο αλλιώς, ψυχεδελικό και τριπαριστό, παραμορφωμένο και λυγμικό, σε μια ματωμένη, ανεπανάληπτη ερμηνεία, που συνοδεύτηκε από την ταιριαστή εμφάνισή του, με τα κρόσια, την κορδέλα και τα μονίμως κλειστά μάτια, σε εμπνευσμένο trans.

 

Αυτό που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι πως αντίστοιχη προσοχή, στα όρια του αστικού μύθου, έλαβαν και όσοι δεν συμμετείχαν στο Φεστιβάλ, με τις απουσίες να αποδίδονται σε άλλες αιτίες, άσχετες με την πραγματικότητα. Όλοι περίμεναν, μάταια όπως αποδείχθηκε, τον Ντίλαν ως άλλο Μεσσία, αλλά εκείνος είχε ανειλημμένες υποχρεώσεις. Οι Who δήλωσαν το παρών, αλλά οι Led Zeppelin και οι Jethro Tull προτίμησαν κάτι άλλο, γιατί δεν ήθελαν να στριμωχτούν με τους πολλούς - κάτι που δεν ισχύει απόλυτα, αφού οι Zeppelin εμφανίστηκαν μαζί με άλλες μπάντες σε event της δισκογραφικής τους. Οι Doors νόμιζαν πως η όλη ιστορία θύμιζε πολύ το Monterey Pop αλλά αργότερα μετάνιωσαν την άρνησή τους. Οι Procol Harum είχαν κουραστεί από την τουρνέ τους, ο Φρανκ Ζάπα είπε όχι, όπως και οι Free και το παράδοξο είναι πως αυτή η τεράστια ποιήτρια και συνθέτις που παραγνωρίζουμε συνεχώς, η Τζόνι Μίτσελ, που μάλιστα έγραψε το υπέροχο κομμάτι της Woodstock ως ωδή στο Φεστιβάλ (ακούστε το παρακαλώ στο live της από το Shadows and Light), δε μπόρεσε να παρευρεθεί γιατί είχε προγραμματίσει μια συνέντευξη στη εκπομπή του Ντικ Κάβετ!

 

Όσες προσπάθειες αναβίωσης κι αν έγιναν, στα 10, τα 20, τα 30 και βάλε, χρόνια από το original, φαίνονταν φορσέ απομιμήσεις, χωρίς σημαίνοντα λόγο ύπαρξης.

 

Δύο ντοκιμαντέρ που ακολούθησαν, το τρίωρο Woodstock Diary, που συνυπέγραψε ο πρόσφατα εκλιπών Ντ, Α. Πενεμπέϊκερ, και το φετινό Creating Woodstock του Μικ Ρίτσαρντς, αποτέλεσμα δεκαετιών έρευνας και συλλογής στοιχείων, προσφέρουν μαρτυρίες και συνεντεύξεις, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα λογιστικές και παρασκηνιακές λεπτομέρειες, αλλά αφορούν κυρίως του φαν του μύθου, χωρίς να μπορούν να συναγωνιστούν την αμεσότητα, τη δύναμη και την αυθεντικότητα του πρωτότυπου χρονικού του Γουόντλι.

 

Πολλοί αποπειράθηκαν να εκμαιεύσουν μια εσχατολογική αίσθηση του επείγοντος το 1999, εκβιάζοντας μια κρίσιμη μετάβαση από τη μια χιλιετία στην επόμενη, σε κάθε μορφή της ποπ κουλτούρας, από την ανάγκη για πάρτι του Prince στο ομώνυμό του κομμάτι, μέχρι τις προειδοποιητικές περιπέτειες στο σινεμά, για το τέλος του κόσμου όπως τον είχαμε φανταστεί. Η διαφορά με το 1969 ήταν πως, τότε δεν νόμιζαν απλώς οτι έκλεινε ένας κύκλος, αλλά όντως τελείωνε μια εποχή ενιαίας ιδεολογίας, έστω και αφελούς μέσα στις διεκδικήσεις της, παραχωρώντας τη θέση της σε μια ακόμη πιο ταραγμένη δεκαετία, ειδικά για τις ΗΠΑ.

 

Μέσα στα επόμενα χρόνια, οι χίπις θα εξαϋλώνονταν σε καλοπληρωμένες θέσεις, η αντικουλτούρα θα βολευόταν σε συστημικά πόστα, τα στρατεύματα στη νοτιοανατολική Ασία θα αποσύρονταν μαζί με τη διεφθαρμένη διοίκηση του Ρίτσαρντ Νίξον, και η ροκ θα παραδιδόταν σε μεγάλα στάδια, μεγάλα συμβόλαια και, στα 80ς, σε «μεγάλα» μαλλιά, φουσκωμένα από το πιστολάκι. Το Woodstock ήταν ο μεγάλος επίλογος μιας γενιάς ανθρώπων που πίστεψαν στ’ αλήθεια πως μοιάζουν, και πως θα μπορούσαν να είναι ίσοι, κάτω από την ομπρέλα της δικής τους μουσικής - τα παιδιά που γεννήθηκαν αμέσως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και δεν είχαν χειρότερο από το να συγκρίνονται με τους αντιδραστικούς γονείς τους.

 

Όσες προσπάθειες αναβίωσης κι αν έγιναν, στα 10, τα 20, τα 30 και βάλε, χρόνια από το original, φαίνονταν φορσέ απομιμήσεις, χωρίς σημαίνοντα λόγο ύπαρξης. Διότι, εκτός των άλλων, η χρονιά της ιστορικής προσελήνωσης και της ειρηνικής συγκέντρωσης στο Μπέθελ για τη συναυλία του Γούντστοκ, συνέπεσε με τη παράλογη βία του Τσαρλς Μάνσον και των αποστόλων του αλλά και τους τσάμπα φόνους, στην εκπνοή του έτους, στη δωρεάν συναυλία του Άλταμοντ (όπου πρωταγωνίστησαν, αρνητικά, οι Rolling Stones, που επίσης αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στο Woodstock αν και προσκλήθηκαν), διαστρέφοντας αμετάκλητα κι απότομα το πνεύμα της αρμονίας του Υδροχόου που ονειρεύονταν τα παιδιά των λουλουδιών.

 

Η χαριστική βολή στα φιλόδοξα επετειακά σχέδια του Μάϊκλ Λανγκ, ενός εκ των διοργανωτών του πρώτου event, για τα 50 χρόνια, ήρθε πριν από λίγες ημέρες, όταν οι επενδυτές έκαναν πίσω και το ιωβηλαίο ακυρώθηκε, παρά τις προσπάθειες να στρατολογηθούν όσοι από τους παλιούς, όπως οι David Crosby, Carlos Santana, Melanie, Canned Heat, Hot Tuna, ζουν ακόμη, έστω ως εναπομείναντα μέλη των αρχικών συγκροτημάτων, καθώς και μερικά ηχηρά νέα ονόματα, όπως ο Jay Z και η Μάϊλι Σάϊρους, που εκδήλωσαν ενδιαφέρον να κολλήσουν στον μύθο του παρελθόντος.

 

Το δυνητικό υβρίδιο, που δεν θα δούμε ποτέ, είναι τουλάχιστον άξιο απορίας και ο απώτερος σκοπός, οικολογικός, σαν φυσική συνέχεια των πάλαι ποτέ ιδανικών, προσαρμοσμένων στα αιτήματα κοινής αποδοχής του τώρα. Ίσως και καλύτερα που το Woodstock 50 στην οργανωμένη mega-αλάνα του Γουότκινς Γκλεν δεν θα λάβει χώρα. Άλλο χίπις, άλλο χίψτερ. Όσο κι αν οι Αμερικανοί έχουν εκπαιδευθεί στην ανεκτικότητα, έναν συμβιωτικό πλουραλισμό που παρατηρούμε κάθε χρόνο στη γιορτή της μουσικής βιομηχανίας, στην απονομή των Grammys, ένα εικόνισμα όπως εκείνο δεν χωρά σε μουσικά ντουετάκια, διασκευές και συγκινητικά tributes, πόσω μάλλον εμφανίσεις με υπόνοια προώθησης μιας νέας δουλειάς, νέας streaming πλατφόρμας, και τα συναφή. Το Woodstock ανήκει στην εποχή του και τη χρονιά του. Σηκώνει νοσταλγία και την αξίζει: οι άνθρωποι που το παρακολούθησαν το ευχαριστήθηκαν πολύ, και οι υπόλοιποι ζήλεψαν που δεν βρέθηκαν εκεί.

 

Προς το φινάλε του ντοκιμαντέρ του 1970, τα πρόσωπα είναι κατηφή. Όχι μόνο γιατί το λασπωμένο fun τελείωσε. Και τώρα, τι, πιθανώς αναρωτιούνται; Πώς επιστρέφεις σπίτι, δουλειά, στη σχολή, στην κοινωνία, μετά από όλο αυτό; «Ειμαστε αστρόσκονη, άνθρακας δισεκατομμυρίων ετών, είμαστε χρυσοί», έλεγε η Μίτσελ, «και πρέπει να γυρίσουμε στον κήπο». Ή σε κάτι που μοιάζει με τον Κήπο. Και να ξεφύγουμε από το παζάρι με τον διάβολο.

 

Μπορεί να έφταιγε και το LSD βέβαια…

Μουσική

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Συναυλίες, μουσικά φεστιβάλ και πάρτι που περιμένουμε με ανυπομονησία στην Αθήνα τους επόμενους μήνες

Μουσική Συναυλίες, μουσικά φεστιβάλ και πάρτι που περιμένουμε με ανυπομονησία στην Αθήνα τους επόμενους μήνες

23.9.2019
Η Βαρβάρα Σαββίδη και ο Pepper 96.6 επιλέγουν το soundtrack του Σαββατοκύριακου

Μουσική Η Βαρβάρα Σαββίδη και ο Pepper 96.6 επιλέγουν το soundtrack του Σαββατοκύριακου

21.9.2019
Carl Cox: «Θέλω την προσοχή σου τώρα, γιατί μπορεί να είναι η τελευταία φορά που θα με δεις να παίζω»

Μουσική Carl Cox: «Θέλω την προσοχή σου τώρα, γιατί μπορεί να είναι η τελευταία φορά που θα με δεις να παίζω»

21.9.2019
Street Mode Festival: Όσα πρέπει να γνωρίζετε για τη φετινή διοργάνωση

Μουσική Street Mode Festival: Όσα πρέπει να γνωρίζετε για τη φετινή διοργάνωση

20.9.2019
Οι GusGus είναι ένα από τα πολυαναμενόμενα acts του φετινού Reworks

Μουσική Οι GusGus είναι ένα από τα πολυαναμενόμενα acts του φετινού Reworks

20.9.2019
Η Florence στο Ηρώδειο - Αποκλειστικές φωτογραφίες από την πρώτη βραδιά στην Αθήνα

Μουσική Η Florence στο Ηρώδειο - Αποκλειστικές φωτογραφίες από την πρώτη βραδιά στην Αθήνα

20.9.2019
Kim Gordon: Η τρίτη πράξη της (πρώην) θεότητας των Sonic Youth που έχει ρίξει μαύρη πέτρα στη Νέα Υόρκη

Μουσική Kim Gordon: Η τρίτη πράξη της (πρώην) θεότητας των Sonic Youth που έχει ρίξει μαύρη πέτρα στη Νέα Υόρκη

20.9.2019
Τελικά δεν έφταιγε η Γιόκο 'Ονο

Μουσική Τελικά δεν έφταιγε η Γιόκο 'Ονο

19.9.2019
Ο Γιάννης Αγγελάκας αφηγείται τη ζωή του στη LIFO

Μουσική Ο Γιάννης Αγγελάκας αφηγείται τη ζωή του στη LIFO

18.9.2019
«Γράμματα στην αγαπημένη»: Το μεταθανάτιο άλμπουμ του Μάνου Λοΐζου που έγινε το ευαγγέλιο μιας γενιάς τραγουδοποιών

Μουσική «Γράμματα στην αγαπημένη»: Το μεταθανάτιο άλμπουμ του Μάνου Λοΐζου που έγινε το ευαγγέλιο μιας γενιάς τραγουδοποιών

17.9.2019