Μουσική

Ο Alex Kapranos στη LiFO: «Ο Μπόρις Τζόνσον δεν είναι κλόουν, είναι επικίνδυνος»

Ο frontman των Franz Ferdinand ήρθε στην Αθήνα για τα SNFCC Sessions του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και είχε μια άνετη, φιλική κουβέντα με τον πρώτο του ξάδερφο, τον δημοσιογράφο Άκη Καπράνο.

Ο Alex Kapranos είναι ο ηγέτης των Franz Ferdinand, «χρεωμένος» με την αναβίωση του post-punk στην Ευρώπη εκεί γύρω στις αρχές του 21ου αιώνα. Ένας μουσικός με βαθιά καλλιέργεια κι ένας άνθρωπος που ποτέ δεν διέγραψε τους δεσμούς του με την Ελλάδα. Κι ένας φίλος με τον οποίο τυχαίνει να έχω και συγγενικούς δεσμούς – είναι πρώτος μου ξάδερφος (τα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια πολλά από τα αδέλφια του πατέρα μου βρέθηκαν να σπουδάζουν από μικρά παιδιά και να ριζώνουν στην Αγγλία).

 

Οπότε, τούτη εδώ η συνέντευξη, η πρώτη φορά που καθόμαστε να μιλήσουμε σε «επαγγελματικό» context, ξεκίνησε με μια αμηχανία και κατέληξε σε άλλη μία από τις κουβέντες που κάνουμε μεταξύ μας. Αφορμή, φυσικά, ήταν η άφιξή του στην Ελλάδα για τα SNFCC Sessions του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, αλλά εδώ θα βρείτε περισσότερο την κουβέντα δύο φίλων που συνδέονται κοντά τέσσερις δεκαετίες – με «φιλτραρισμένα» κάποια κουτσομπολιά ίσως.

 

— Να σου πω την αλήθεια, νιώθω κάπως παράξενα που σου παίρνω συνέντευξη.

Κι εγώ! Καινούργια συνθήκη για εμάς. Νομίζω ότι πρώτη φορά συναντηθήκαμε πριν από ‒κάτσε να τα μετρήσω‒ 42 χρόνια! Αλλά την πρώτη σοβαρή κουβέντα για μουσική την κάναμε εκεί κοντά στην εφηβεία μας.

 

— Τότε που είχαμε πρωτακούσει το «Helter Skelter» των Beatles.

Ήταν η πρώτη μας ανακάλυψη! Εμένα με έσπρωξε στο punk, εσένα στο metal τότε. Όχι πως δεν μου άρεσαν οι Sabbath ή οι Led Zeppelin, αλλά το punk είχε μια πολύ ζωντανή σκηνή στο Λονδίνο, όπως και στη Γλασκώβη. Υπήρχαν πολλές μπάντες τότε που έστηναν αυτοσχέδιες συναυλίες σε παρατημένους χώρους – βασικά προσπαθούσαμε να στήσουμε ένα νέο Βερολίνο εκεί. Φυσικά, δεν κράτησε πολύ αυτό.

 

Και ξαφνικά σκάει μέσα ο David Bowie, ντυμένος με τον πιο παράξενο τρόπο – προφανώς δεν ήθελε να τον αναγνωρίσουν. Φορούσε ένα χρυσό Νike αθλητικό φανελάκι, ένα Νike καπέλο κατεβασμένο μέχρι κάτω και, φυσικά, γυαλιά ηλίου. Χαζέψαμε όλοι μας, δεν ξέραμε τι να πούμε.

 

— Πώς να κρατήσει! Δεν σπας εύκολα μια τέτοια παράδοση. Με το που σκας Βερολίνο, αμέσως σου έρχονται οι μουσικές του Bowie, του Lou Reed...

... και του Nick Cave! Νομίζω ότι πολλοί καλλιτέχνες σήμερα μετακομίζουν στο Βερολίνο με αυτή την πλάνη, πιστεύουν πως, φτάνοντας εκεί, θα καρπωθούν κάτι από την έμπνευσή τους. Αλλά το Βερολίνο σε καταπίνει. Γνωρίζω πολύ κόσμο που έφυγε για το Βερολίνο και αντί να δημιουργήσει κάποιο μεγάλο αριστούργημα, «κάηκε» παρτάροντας κάθε βράδυ. Και μέχρι να πάρεις χαμπάρι πως ο καιρός τρέχει, έχεις γράψει δύο χρόνια σε ξενύχτια και επιστρέφεις ελαφρώς κατεστραμμένος.

 

— Τώρα που ανέφερα τον Bowie, μου είχες πει μια ιστορία κάποτε.

Εννοείς για τη νύχτα που τον συναντήσαμε. Δεν ξεχνιέται αυτό! Παίζαμε σε ένα κλαμπ στη Νέα Υόρκη και κάποια στιγμή μετά το live έρχεται ο tour manager μας στα παρασκήνια και μας λέει «έχει έρθει ένας τύπος εδώ να σας γνωρίσει». «Είμαστε πτώματα» του λέμε, αλλά αυτός επιμένει. Και ξαφνικά σκάει μέσα ο David Bowie, ντυμένος με τον πιο παράξενο τρόπο – προφανώς δεν ήθελε να τον αναγνωρίσουν. Φορούσε ένα χρυσό Νike αθλητικό φανελάκι, ένα Νike καπέλο κατεβασμένο μέχρι κάτω και, φυσικά, γυαλιά ηλίου.

 

Χαζέψαμε όλοι μας, δεν ξέραμε τι να πούμε. Κι εκείνος, για να σπάσει τον πάγο, άρχισε να κάνει μιμήσεις. Μας ρωτάει «ποιος είναι αυτός;» και αρχίζει να μιλάει με μια παράξενη αμερικανική προφορά. Κανείς δεν κατάλαβε τίποτα, μέχρι που μας είπε πως μιμούνταν τον Courtney Taylor-Taylor των Dandy Warhols – πού να το πιάσουμε αυτό εμείς. Ήταν φιλικός, προσβάσιμος, ένας υπέροχος τύπος. Και όντως, τόσο ταυτισμένος με το Βερολίνο. Που, παρ' όλα όσα είπα πριν, το αγαπώ πολύ. Ακόμα μπορείς να καπνίσεις στο 8mm (σ.σ.: διάσημο underground bar στο Βερολίνο)! Μου έκαναν εντύπωση τα μπαρ στην Αθήνα, άδεια μέσα, γεμάτα έξω!

 

— Εσύ δεν καπνίζεις γενικά.

Ναι, αλλά την πρώτη μου μπάντα τη βάφτισα «Karelia». Αγόρασα δύο πακέτα χθες. Αλλά δεν ονόμασα έτσι την μπάντα μόνο επειδή μου άρεσαν τα τσιγάρα, ήταν και μια κάποια «δήλωση» σχετικά με την ελληνική μουσική μου κληρονομιά. Ο πατέρας μου πάντοτε καμάρωνε για την ελληνική του ταυτότητα και με τα αδέλφια μου μεγαλώσαμε σε αυτό το κλίμα, αλλά, να σου πω την αλήθεια, ποτέ δεν ένιωσα πως ήταν κάτι «φορεμένο», κάτι καταναγκαστικό. Αυτοί ήμασταν.

 

Με δυσκόλεψε πολύ αυτό όταν έπρεπε να διαλέξω ποια ποδοσφαιρική ομάδα θα υποστηρίξω. Ξέρεις, εκείνα τα χρόνια έπρεπε να διαλέξεις, Celtics ή Rangers – οι οπαδοί των πρώτων ήταν καθολικοί, των δεύτερων Προτεστάντες. «Παιδιά», τους έλεγα, «εγώ έχω βαφτιστεί ορθόδοξος, δεν έχω ιδέα πού ανήκω!». Όχι πως με ενδιέφερε ποτέ η μπάλα. Ό,τι και να λέμε, ο εγκέφαλός μας έχει περιορισμένη χωρητικότητα και ο δικός μου δεν είχε ποτέ χώρο για το ποδόσφαιρο – εσύ είσαι σίγουρα ο μόνος Έλληνας που ξέρω που μοιράζεται αυτή την αδιαφορία για το σπορ!

 

— Μοιραζόμαστε όμως, εκτός από την αγάπη για τους Beatles, και μια αγάπη για το ρεμπέτικο. Αυτό πάλι;

Α, είχαμε ένα μπουζούκι στο σπίτι! Ο πατέρας μου συνήθιζε να παίζει πιο «παραδοσιακά» τραγούδια, τα «Καβουράκια» ας πούμε. Αλλά πέρασα και ο ίδιος μια φάση που ήθελα να μάθω περισσότερα για την καταγωγή μου και άρχισα να ανακαλύπτω αυτά τα σκοτεινά, σχεδόν underground τραγούδια – δεν ξέρω, είναι δόκιμος ο όρος «underground» για τα ρεμπέτικα; Πρέπει να είναι!

 

— Εμείς τώρα, βέβαια, κάνουμε αυτήν τη κουβέντα και οι αναγνώστες θα αναρωτιούνται τι σχέση έχουν οι F.F. με το ρεμπέτικο.

Ναι, αλλά τότε δεν θα έχει ακούσει προσεκτικά το «40'», το κομμάτι που κλείνει τον πρώτο μας δίσκο! Στο πρώτο άκουσμα προφανώς η μπάντα μοιάζει να κατοικεί σε άλλον πλανήτη σε σχέση με το ρεμπέτικο, αλλά, αν ακούσεις προσεκτικά τις ενορχηστρώσεις και τις τεχνικές κάποιων τραγουδιών, θα ανακαλύψεις πολλές ομοιότητες. Ηχογραφούσαμε με έναν Σουηδό παραγωγό τότε, ο οποίος δεν καταλάβαινε τι κάναμε. Μας έλεγε «δεν είναι πoπ αυτό»!

 

 

Franz Ferdinand - 40'

 

— Τι να σου έλεγε ένας Σουηδός!

(γέλια) Είναι τόσο σωστό αυτό που λες, κανείς δεν ξέρει καλύτερα τι είναι πoπ από έναν Σουηδό! Αλλά, ναι, υπάρχουν πολλά τέτοια στοιχεία στον ήχο μας. Σίγουρα έπαιξε ρόλο και η μετέπειτα γνωριμία μου με τον Στέλιο Βαμβακάρη – με στενοχώρησε πολύ ο θάνατός του. Ήταν υπέροχος μουσικός και ένας εξαιρετικά ακέραιος άνθρωπος (σ.σ.: ο οικογενειακός γιατρός του Μάρκου Βαμβακάρη ήταν ο παππούς μας, Αθανάσιος Καπράνος, και ο Μάρκος, κάθε φορά που ο δεύτερος τον εξέταζε, του έπαιζε ένα τραγούδι έναντι αμοιβής!).

 

Αλλά, ξέρεις, η πρόκληση για μένα δεν ήταν να επιδείξω τις μουσικές μου γνώσεις. Ήθελα να γράψω χορευτική μουσική, αλλά όχι απαραίτητα σε 4/4! Δηλαδή, από τη μια έχεις όλες αυτές τις prog rock ή math rock μπάντες που θέλουν να τονίσουν τα φοβερά τους «μετρήματα» και από την άλλη εμένα, που ήθελα να γράψω χορευτική μουσική στα 9/8 του ρεμπέτικου, δίχως να το καταλάβει κανείς. Ήθελα να μην υπάρχει καμία διανοητική επεξεργασία, να σε «χτυπάει» από την καρδιά στα πόδια!

 

— Παρ' όλα αυτά, οι Franz Ferdinand χαρακτηρίστηκαν post punk.

Ναι, μας το φόρεσαν αυτό, αλλά δεν συμφωνώ. Ξέρεις, αυτοί οι ορισμοί, αν το ψάξεις ιστορικά, ξεκίνησαν ως βρισιές. Αυτός είναι «punk» έλεγαν, αλήτης. Το ίδιο και με το shoegaze. Έβλεπαν αυτές τις μπάντες στις πρώτες τους εμφανίσεις, πριν ακόμα εδραιωθεί ο ήχος, να παίζουν δίχως να κοιτάζουν το κοινό, περισσότερο λόγω συστολής, τους είπαν shoegazers και μετά τους έμεινε ο χαρακτηρισμός. Νομίζω πως αυτό συνέβη και στις μπάντες της γενιάς μας αρχικά. Μας αποκάλεσαν post-punk υποτιμητικά, εννοώντας πως παίζουμε κάτι που έχει ξαναπαιχτεί στο παρελθόν – εμείς όμως φτιάξαμε κάτι καινούργιο με αφετηρία αυτόν τον ήχο. Αν συγκρίνεις αυτές τις μπάντες των αρχών της δεκαετίας του '80 με αυτό που κάνουμε εμείς, οι διαφορές είναι εξόφθαλμες. Οι δυναμικές είναι διαφορετικές, οι παραγωγές είναι διαφορετικές, οι προθέσεις είναι διαφορετικές.

 

— Ποιες ήταν οι δικές σας προθέσεις;

Θα σου πω. Στα τέλη των '90s υπήρχε ένα κλαμπ στη Γλασκώβη, το Octomore, και εκεί οι DJs έκαναν κάτι που δεν είχαμε ξανακούσει ποτέ: έπαιζαν ένα χορευτικό κομμάτι και στα καπάκια κάτι από Stooges και μετά κάτι από Funky Knuckles και επειδή ο ρυθμός και των τριών ήταν έντονος, ο κόσμος τον αποδεχόταν χωρίς κανένα παράπονο. Και έπαιζαν με τέτοιες αντιθέσεις όλο το βράδυ. Οπότε εμείς θέλαμε να συμπτύξουμε αυτά τα στυλ. Αυτή ήταν η «επιρροή» μας. Σίγουρα το προσπάθησαν πολλοί εκείνη την περίοδο και κάποιος θα έβγαινε περισσότερο προς τα έξω, απλώς εμείς το κάναμε καλύτερα (γέλια).

 

— Πολύ μετριοπαθές σχόλιο!

Έι, είμαι ο frontman της μπάντας, πρέπει να πω και κάτι αλαζονικό (γέλια)!

 

Οι Franz Ferdinand.

 

— Υπάρχουν και χειρότεροι, νομίζω μπροστά στον Morrissey είσαι υπόδειγμα ταπεινότητας.

Πιστεύεις πως τα εννοεί αυτά που λέει σήμερα; Εννοώ, τα εννοεί στ' αλήθεια; Εγώ νομίζω πως όλο αυτό προκύπτει από μια punk αυθάδεια, μόνο που τώρα στο επίκεντρο έχει το woke-culture. Όχι πως αυτό τον δικαιολογεί δηλαδή – σε καμία περίπτωση.

 

— Πόσο αλαζόνες είναι οι Άγγλοι ψηφοφόροι σήμερα;

Άλλο κι αυτό. Περίμενα πως ο Κόρμπιν θα χάσει, αλλά δεν φανταζόμουν πως η διαφορά θα ήταν τόσο μεγάλη. Και η αλήθεια είναι πως στα μάτια του κόσμου ο Κόρμπιν εκπροσωπεί μια παλιά, μια γερασμένη και δογματική αριστερά. Πιστεύω πως είναι καλός άνθρωπος, ένας άνθρωπος με πραγματικό ενδιαφέρον για τους αδύναμους. Αλλά το Εργατικό Κόμμα είναι έτοιμο να απορρίψει από τις τάξεις του οποιονδήποτε δεν ενστερνίζεται και το τελευταίο σημείο στίξης της όλης φιλοσοφίας του. Ξέρεις, αν διαφωνείς έστω και στο παραμικρό μ' εμάς, τότε είσαι δεξιός! Και ο τόνος τους απέναντι στους ψηφοφόρους ήταν τέτοιος. Τεράστιο λάθος, γιατί βλέπεις τι γίνεται στον κόσμο. Έχεις τον Τραμπ στις ΗΠΑ, τον Μπολσονάρο στη Βραζιλία... Και έχεις κι αυτούς που αναρωτιούνται γιατί οι Βρετανοί ψήφισαν αυτόν τον «κλόουν». Που, βέβαια, όποιος βλέπει τον Μπόρις Τζόνσον ως «κλόουν», έχει χάσει εξαρχής το παιχνίδι.

 

— Ο ίδιος μοιάζει να υπερτονίζει αυτό το image.

Ε, αυτό από μόνο του δεν είναι ύποπτο; Προφανώς και ο Μπόρις Τζόνσον δεν είναι «κλόουν», έχει καλλιεργήσει επίτηδες αυτή την εικόνα και αυτό τον κάνει πραγματικά επικίνδυνο. Γιατί επίτηδες προβάλλει κάτι που είναι αναληθές. Έχεις ακούσει αυτό το ηχογραφημένο τηλεφώνημα που, μαζί με κάποιον φίλο του, οργανώνει το λιντσάρισμα ενός δημοσιογράφου; Για τέτοιον άνθρωπο μιλάμε. Υπάρχει μια πάρα πολύ σκοτεινή πλευρά του, η οποία υπερκαλύπτεται από τα καραγκιοζιλίκια. Αλλά αυτό είναι ένα τέχνασμα. Ένα καμουφλάζ. Δεν είναι λύκος με τομάρι αμνού, είναι λύκος με φορεσιά κλόουν (σ.σ.: λογοπαίγνιο με την αγγλική φράση «wolf in sheep's clothing»).

 

Είναι αποδεδειγμένα ψεύτης και ανέντιμος. Και από χθες το βράδυ έχει «ελευθέρας» να κάνει ό,τι θέλει. Σκέψου τώρα εμάς, τους Σκωτσέζους, που πρέπει να φορτωθούμε στην πλάτη μας, για μια δεκαπενταετία τουλάχιστον, μια κυβέρνηση που κανείς μας δεν ψήφισε! Αλλά, φυσικά, δεν πρόκειται ποτέ να τεθεί ένα τέτοιο ζήτημα σε δημοψήφισμα, γιατί αυτό πρέπει να εγκριθεί πρώτα από τους Λονδρέζους. Και δεν θα μας το επιτρέψουν. Οπότε έχεις από τη μια την Αγγλία, που διαχειρίζεται τα του οίκου της ως Μεγάλη Βρετανία και θέλει διακαώς να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και τη Σκωτία που, ως Σκωτία, θέλει να μείνει.

 

— Από την άλλη, η ευρωπαϊκή αριστερά δύσκολα μπορεί να δει το Brexit ως κάτι αποκλειστικά αρνητικό και καταλαβαίνεις γιατί.

Φυσικά! Και ο Κόρμπιν το καταλάβαινε. Το πρόβλημα είναι πως έχεις τα δύο άκρα ενός πολιτικού φάσματος που καθένα θέλει να αποκοπεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση για πολύ διαφορετικούς λόγους. Αυτό είναι ένα ζήτημα που δεν αναφέρεται σχεδόν καθόλου: η δεξιά θέλει το Brexit επειδή δεν γουστάρει τους μετανάστες, επειδή, από μια καπιταλιστική οπτική, θέλει να εθνικοποιήσει τη βιομηχανία της και η αριστερά επειδή βλέπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση άλλον έναν μηχανισμό καταπίεσης. Δεν βλέπω την Ευρωπαϊκή Ένωση ως έναν αγνό, πανάγαθο οργανισμό, προφανώς. Στην Ελλάδα φέρθηκε με τον χειρότερο τρόπο, σας μετέτρεψε σε αποδιοπομπαίο τράγο. Σας χρησιμοποίησαν ως παράδειγμα στα άλλα έθνη: «Μην τολμήσετε να μας αντισταθείτε, αλλιώς θα σας κάνουμε ό,τι κάναμε και στους Έλληνες». Αυτό είναι ξεκάθαρο. Ήταν εκδικητική η στάση των Γερμανών απέναντί σας, έχει καταγραφεί αυτό νομίζω με έναν τραυματικό τρόπο στη συλλογική ευρωπαϊκή συνείδηση. Από την άλλη, όμως, τα ευρωπαϊκά έθνη πολεμούσαν μεταξύ τους για αιώνες. Αν υπάρχει ένας οργανισμός που εμποδίζει τα έθνη από το να σφάζονται μεταξύ τους... Είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς ένα τόσο μεγάλο πλεονέκτημα.

 

 

Franz Ferdinand - Take Me Out

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια