Ο θρυλικός αρχιμουσικός Κρίστοφ Έσενμπαχ που ξεκίνησε τη ζωή του ως ορφανός πρόσφυγας έρχεται στην Αθήνα για μία συναυλία με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπέρ των προσφυγόπουλων της Μόριας.
Μουσική

Μια βραδιά με τον Κρίστοφ Έσενμπαχ και την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών για τα προσφυγόπουλα της Μόριας

Σταθμοί στη ζωή και την πορεία του θρυλικού αρχιμουσικού που έρχεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών για μια βραδιά υπέρ των προσφυγόπουλων της Μόριας.

Ο θρυλικός αρχιμουσικός Κρίστοφ Έσενμπαχ που ξεκίνησε τη ζωή του ως ορφανός πρόσφυγας έρχεται στην Αθήνα για μία συναυλία με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπέρ των προσφυγόπουλων της Μόριας. Οι αποσκευές του γεμάτες. Ένα συγκλονιστικό life story, πιανιστικές ερμηνείες στις οποίες υποκλίθηκε το παγκόσμιο κοινό, διευθύνσεις που σκάβουν βαθιά στα έργα, αναδεικνύοντας άγνωστες πλευρές τους. Τα μεγαλύτερα βραβεία (Grammy, German critics award, Leonard Bernstein Prize κ.ά.) και –λίγο πριν μπει επισήμως στην ένατη δεκαετία της ζωής του– μια αστείρευτη ανάγκη να προσφέρει στα προσφυγόπουλα. Στα παιδιά που ξεκινούν τη ζωή τους μέσα στον ζόφο και το σκοτάδι, όπως κάποτε ο ίδιος. Αυτό που ο Έσενμπαχ αποδεικνύει έμπρακτα είναι ότι υπάρχει φως.

 

Ένα μουντό απόγευμα, η θεία του, η οποία ανησυχεί που ο ανιψιός της δεν απαντά ποτέ στις ερωτήσεις της, κάνει μία απέλπιδα προσπάθεια: «Θες να παίξεις πιάνο;». Τότε, ακούει τη φωνή του για πρώτη φορά να της λέει «Ναι, θέλω να παίξω πιάνο».


Ο μύθος που ακολουθεί τον Κρίστοφ Έσενμπαχ χτίζεται μέσα από κάθε του εμφάνιση. Κάθε ημερομηνία της ζωής του είναι κρίσιμη. Φορές, οριακή. Τα δραματικά γεγονότα, ιδιαίτερα στην αρχή, καταιγιστικά μέχρι σημείου να χάσει τη φωνή του. Θα μιλήσει για να πει «Ναι!» στην ερώτηση της θείας του, αν θέλει να μάθει πιάνο. «Η μουσική με γιάτρεψε» έχει πει ο ίδιος. Η ευαισθησία του μάγεψε τα ακροατήρια όλου του κόσμου, κατακτώντας το πόντιουμ ορχηστρών όπως η Μπερλίνερ αλλά και μουσικούς του διαμετρήματος ενός Χέρμπερτ Φον Κάραγιαν. Λίγες μέρες πριν από την πολυαναμενόμενη συναυλία με την ΚΟΑ, επιχειρούμε να ξετυλίξουμε το κουβάρι μιας συγκλονιστικής πορείας, μέσα από κομβικές στιγμές:

 

 

20.02.1940: Γεννιέται στο Μπρεσλάου της σημερινής Πολωνίας. Η μητέρα του πεθαίνει στη γέννα ενώ ο πατέρας του –υπέρμαχος της ελευθερίας, των ανθρώπινων δικαιωμάτων και ενεργός αντιναζί– οδηγείται στον θάνατο από τις δυνάμεις του ναζισμού λίγο καιρό αργότερα.


1940 – 1945: Ο μικρός Christoph μένει με τη γιαγιά και την προγιαγιά του, οι οποίες μετά την εκδίωξη τους από τον σοβιετικό στρατό, καταφεύγουν στο Μέλκενπουργκ. Στον δρόμο για το Μέλκενπουργκ, μαζί με τους υπόλοιπους πρόσφυγες, γίνεται μάρτυρας της ομαδικής ταφής των πατριωτών του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η προγιαγιά του. Στη συνέχεια, θα βρεθεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου θα τον κρατήσουν σε καραντίνα για τύφο. Εκεί, θα γίνει μάρτυρας του θανάτου της γιαγιάς του και θα μείνει ο μόνος επιζών μέσα στο φρικτό αυτό δωμάτιο.


1945: Η ξαδέλφη της μητέρας του, γνωρίζοντας την πορεία που θα ακολουθούσε ο Christoph με τις γιαγιάδες του, θα κινήσει γη και ουρανό για να τον βρει. Θα φτάσει στην καραντίνα και, παρόλο που όλοι τη διαβεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει κανείς επιζών, θα δωροδοκήσει έναν αγρότη ώστε να μπει μέσα και να ψάξει. Έτσι, θα ανακαλύψει τελικά τον ανιψιό της και θα καταφέρει να τον βγάλει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης κρυμμένο μέσα σε έναν σωρό από στάχυα, στο πίσω μέρος ενός κάρου.


1946: Η θεία του τον υιοθετεί και ο Christoph αποκτά το επίθετο Eschenbach, με το οποίο γράφει ιστορία μέχρι σήμερα. Οι φρικαλεότητες που έχει δει να εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια του, το σοκ του πολέμου, της προσφυγιάς και της αλλεπάλληλης ορφάνιας, θα του στερήσουν τη δυνατότητα ομιλίας για έναν χρόνο. Ένα μουντό απόγευμα, η θεία του, η οποία ανησυχεί που ο ανιψιός της δεν απαντά ποτέ στις ερωτήσεις της, κάνει μία απέλπιδα προσπάθεια: «Θες να παίξεις πιάνο;». Τότε, ακούει τη φωνή του για πρώτη φορά να της λέει «Ναι, θέλω να παίξω πιάνο».


1948: Ξεκινά μαθήματα πιάνου με δασκάλα τη θεία του, η οποία γρήγορα ανακαλύπτει το ταλέντο του και τον εγγράφει στην Hamburg Hochschule für Musik, όπου σπουδάζει ταυτοχρόνως πιάνο και διεύθυνση Ορχήστρας.


1951: Ο 11χρονος Christoph παρακολουθεί μία συναυλία, την οποία διευθύνει ο Wilhelm Furtwängler. Η εμπειρία τον σημαδεύει και αποφασίζει ότι αυτή είναι η πορεία που θέλει να ακολουθήσει.


1952: Συνεχίζει τις σπουδές πιάνου με δασκάλα την Eliza Hansen στο Αμβούργο. Κερδίζει το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Πιάνου Steinway.

 


1955: Σε ηλικία 15 ετών, εγγράφεται στην Musikhochschule στην Κολωνία, όπου φοιτά δίπλα στον Hans-Otto Schmidt-Neuhaus.

 

1959: Ξεκινά μαθήματα διεύθυνσης Ορχήστρας με τον Wilhelm Brückner-Rüggeberg.


1962: Κερδίζει το δεύτερο βραβείο στον Διεθνή Διαγωνισμό του Μονάχου.


1964: Ηχογραφεί για πρώτη φορά για την έγκριτη Deutsche Grammophon, υπογράφοντας συμβόλαιο με την εταιρεία.


1965: Κερδίζει το πρώτο βραβείο στον Διαγωνισμό Clara Haskil στο Montreux της Γαλλίας. Τα φώτα στρέφονται πλέον στον 25χρονο πιανίστα.


1966: Δίνει την πρώτη του συναυλία στο Λονδίνο.


1969: Κάνει το ντεμπούτο του ως σολίστ με την Ορχήστρα του Cleveland, υπό τον σπουδαίο George Szell. Ο Szell εντυπωσιάζεται με τη μουσικότητα και τη δεξιοτεχνία του και αποφασίζει να του παραδώσει μαθήματα διεύθυνσης, ξεκινώντας με αυτό τον τρόπο μια στενή σχέση που κράτησε μέχρι το θάνατο του Szell το 1970.


Την ίδια περίοδο, συνεργάζεται με τον –επίσης εμβληματικό– Herbert von Karajan, ο οποίος γίνεται μέντοράς του για τα επόμενα 25 χρόνια.


Σύντομα, βρίσκεται να ερμηνεύει ένα ευρύ ρεπερτόριο στις μεγαλύτερες αίθουσες σε Ευρώπη και Αμερική. Αξιοσημείωτη ήταν η συχνή επιλογή του να ερμηνεύει έργα συνθετών του 20ού αιώνα, όπως οι Béla Bartók, Henze, Rihm, Reimann, Blacher και Ruzicka, ενώ κοινό και κριτικοί θεώρησαν αποκαλυπτική την προσέγγισή του στους Mozart, Beethoven και Schubert.


1972: Κάνει το ντεμπούτο του ως αρχιμουσικός, διευθύνοντας την Τρίτη Συμφωνία του Bruckner.


1982 – 1986: Διετέλεσε Πρώτος Αρχιμουσικός και Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Ορχήστρας Tonhalle της Ζυρίχης.


1988: Ξεκινά τη συνεργασία του ως Καλλιτεχνικός Διευθυντής με τη Houston Symphony Orchestra, όπου παρέμεινε μέχρι το 1999. Παρόλο που η Ορχήστρα είχε ήδη καθιερωθεί ως μια από τις καλύτερες της Αμερικής, ο Eschenbach βελτίωσε τη μουσική της ποιότητα, αύξησε την εθνική και διεθνή της φήμη και διεύρυνε το ρεπερτόριό της. Για να τιμήσει τα πολλά του επιτεύγματα και τη θητεία του, ο Δήμος του Houston έχει τοποθετήσει ένα χάλκινο αναμνηστικό αστέρι με το όνομά του μπροστά από το Jones Hall, την έδρα της Houston Symphony Orchestra.


Η National Symphony Orchestra του ιδρύματος τέχνης Kennedy, η North German Radio Symphony Orchestra και μια από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου, η ορχήστρα του Konzerthaus, αλλά και πολλές ακόμη στις οποίες υπήρξε Καλλιτεχνικός Διευθυντής, αποτελούν έμπρακτη απόδειξη της μουσικής μεγαλοφυΐας του.


1993: Κερδίζει το Leonard Bernstein Award στο Pacific Music Festival.


08.2002: Του απονέμεται ο Μεγάλος Σταυρός του Τάγματος της Τιμής από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.


10.2002: Του απονέμεται το Μετάλλιο της Λεγεώνας της Τιμής από τη γαλλική προεδρία.


2003: Αναλαμβάνει την Καλλιτεχνική Διεύθυνση της Philadelphia Orchestra, απόφαση που πολλοί θεωρούν παρακινδυνευμένη, όχι μόνο γιατί είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από την τελευταία τους συνεργασία, αλλά και γιατί ήταν γνωστό ότι δεν υπήρχε χημεία με τους μουσικούς της. Παρ' όλα αυτά, η θητεία του ανανεώνεται έως και το 2008, ενώ επιστρέφει ως αρχιμουσικός και τα επόμενα χρόνια.

 


Διαρκώς παραγωγικός εδώ και περισσότερο από πέντε δεκαετίες, ο Eschenbach έχει μια εντυπωσιακή πορεία στη δισκογραφία (πάνω από 80 ηχογραφήσεις) τόσο ως διευθυντής Ορχήστρας όσο και ως πιανίστας, σε μια σειρά από σημαντικές δισκογραφικές εταιρείες. Οι ηχογραφήσεις του περιλαμβάνουν έργα που εκτείνονται από J.S. Bach έως τη σύγχρονη και μοντέρνα μουσική δημιουργία, ορισμένες από τις οποίες έλαβαν μάλιστα σπουδαίες διακρίσεις, όπως το "Disc of the Month" του BBC Magazine, το Editor's Choice Award της Gramophone το German Record Critics' Award αλλά και το MIDEM Classical Award Σύγχρονης Μουσικής, μεταξύ άλλων.


06.2006: Του απονέμεται ο τίτλος του Ιππότη της Γαλλικής Ακαδημίας Τεχνών και Γραμμάτων.


2014: Κερδίζει το βραβείο Grammy για την Καλύτερη Συλλογή Κλασικής Μουσικής.


2015: Κερδίζει ένα ακόμα βραβείο, το Ernst von Siemens Music Prize.


Χωρίς να ξεχνά το παρελθόν του και θέλοντας να βοηθήσει τις επόμενες γενιές καλλιτεχνών, έχει υπάρξει μέντορας μουσικών που έχουν διαπρέψει, όπως ο Lang Lang, η Marisol Montalvo, ο Tzimon Barto, η Renée Fleming αλλά και ο δικός μας, Στάθης Καραπάνος.

 

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2020, 20:30

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης

Όλοι οι συντελεστές της συναυλίας συμμετέχουν αφιλοκερδώς ενώ τα έσοδα θα δοθούν στην Ένωση Μαζί για το Παιδί.

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια