Το τέταρτο άλμπουμ των Mechanimal είναι γεγονός. Αποκαλείται "Crux" και είναι τυπωμένο για την Inner Ear.
Μουσική

4 εξαιρετικά ελληνικά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν πριν από την καραντίνα αλλά τα ακούμε τώρα

Electro και electro-rock, jazz-improv και avant με ηλεκτρονικά, φουτουριστικό blues και δυναμικό hard rock, από τους Mechanimal, Γ. Μουρτζόπουλο-Α. Γεωργίου, Μανώλη Αγγελάκη και Electric Feat.

Η καραντίνα έχει αποσαθρώσει και τη μουσική δραστηριότητα. Live δεν υπάρχουν, η δισκογραφία (λέμε για τις φυσικές μορφές) έχει κατεβάσει ρολά και μένουν μόνον οι ψηφιακές πλατφόρμες για να γίνει η δουλειά. Μέσα σ' αυτό το περιβάλλον οι καλλιτέχνες δεν έχουν σταματήσει φυσικά να δημιουργούν (όσοι έχουν το κέφι, τέλος πάντων, να το κάνουν) και βασικά να περιμένουν... Όπως όλοι μας.

 

Όμως, λίγο καιρό πριν από την καραντίνα κυκλοφόρησαν μερικά θαυμάσια άλμπουμ, τα οποία ουσιαστικά ακούγονται και εμπεδώνονται τούτες τις μέρες, σ' αυτό τον δύσκολο καιρό. Για τέσσερα απ' αυτά γράφουμε στην συνέχεια...

 

MECHANIMAL

Crux

[Inner Ear]

Οι Mechanimal καταπιάνονται με θέματα καθημερινά μεν, αλλά σκοτεινά, παγερά, δυστοπικά, προϊόντα ενός «θαυμαστού καινούριου κόσμου», που δεν αφορά στο μέλλον, αλλά στο τώρα.

 

Το τέταρτο άλμπουμ των Mechanimal (βασικά Freddie Faulkenberry φωνή, στίχοι, Γιάννης Παπαϊωάννου συνθέσεις,, στίχοι, ηλεκτρονικά, beats, tapes και με δύο ακόμη προσθήκες στα live) είναι γεγονός. Αποκαλείται "Crux" και είναι τυπωμένο για την Inner Ear. Στην ηχογράφηση τού άλμπουμ, πέραν της βασικής δυάδας, ακούγονται και οι Τζίμης Πολιούδης κιθάρα σ' ένα track, Βασιλική Μαζαράκη βιολί σε δύο tracks και ακόμη ο Henrik Meierkord τσέλο επίσης σε δύο tracks.

 

Και σ' αυτό το LP οι Mechanimal, ένα από τα καλύτερα electro σχήματα της ελληνικής σκηνής πέραν από εποχές, ή και electro-rock παλαιότερα (το λέω, γιατί στο παρόν άλμπουμ οι κιθάρες είναι περιορισμένες), επιμένουν στο βασικό στυλ, το οποίο μας έχουν γνωστοποιήσει από την αρχή της διαδρομής τους. Σκληρά electro αφηγήματα, με την παράλληλη χρήση της φωνής, που αφηγείται (δεν τραγουδά) το ίδιο «σκληρούς» στίχους. «Σκληροί» οι στίχοι γιατί όμως;

 

Μα γιατί οι Mechanimal καταπιάνονται με θέματα καθημερινά μεν, αλλά σκοτεινά, παγερά, δυστοπικά, προϊόντα ενός «θαυμαστού καινούριου κόσμου», που δεν αφορά στο μέλλον, αλλά στο τώρα.

 

Έτσι λοιπόν, στην πρώτη πλευρά του άλμπουμ, περιγράφεται η ποιότητα της επικοινωνίας, σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, και ακόμη οι ελπίδες που μπορεί να αναδύονται μέσα σε τούτα τα απρόσωπα αστικά περιβάλλοντα, τα στηρίγματα που μπορεί να εμφανίζονται (οι άνθρωποι δηλαδή, πάνω στους οποίους θα μπορείς να βασιστείς) και τι θα πρέπει να παραμερίσεις (το πληροφοριακό σκουπίδι για παράδειγμα), προκειμένου να φθάσεις σε μια κάποια αλήθεια, σε μιαν αποκάλυψη.

 

Μα και στη δεύτερη πλευρά τα λόγια δεν διαφέρουν. Τα νιώθεις να χτυπάνε μέσα σου, ανακαλώντας εικόνες από το Liquid Sky (1982) ή το Blade Runner (1982), μετα-αποκαλυπτικά τοπία δηλαδή, που κατακρατούν όλο το θάμπος και την απόγνωση, αφήνοντας ενίοτε να τα διαπερνά και μιαν αχτίδα φωτός.

 

Και είναι αυτά τα λόγια, τελικώς, που επενδύονται με το ίδιο «σκληρές» electro μουσικές. Ατέρμονες ρυθμικές δομές (που άλλοτε γειτνιάζουν με το techno, άλλοτε είναι πιο «βιομηχανικές» και άλλοτε κάπως πιο συναισθηματικές), πάνω στις οποίες πλέουν τα πλήκτρα και τα tapes.

 

Και κάπως έτσι αναδεικνύονται κομμάτια σαν τα "Stolen flesh", "Scavengers" και "Vanquish" (αναφέρω τρία που μου έκαναν εντύπωση, από την πρώτη κιόλας ακρόαση), που είναι ικανά να σε παγιδεύσουν αυθωρεί και παραχρήμα στον κόσμο των Mechanimal. Όχι αναγκαστικώς για να χαθείς σ' αυτόν, στις παράπλευρες διακλαδώσεις του, αλλά για να περάσεις μέσα από την συνειδητοποίηση μιας κατάστασης στο ξεπέρασμά της, και από εκεί στη λύτρωση.

 

 

Mechanimal - Scavengers (Official Video)

Επαφή

 

JOHN MOURJOPOULOS w/ ANDREAS GEORGIOU

icarus _ asylum

[Same Difference Music]

Δύο ξεχωριστοί μουσικοί της ελληνικής jazz / improv / avant / world / ηλεκτρονικής σκηνής, που κατοικοεδρεύουν στην Πάτρα (έτσι φρονώ πως συμβαίνει ακόμη), ο keyboard player Γιάννης Μουρτζόπουλος (John Mourjopoulos) και ο κιθαρίστας Ανδρέας Γεωργίου (Andreas Georgiou) συνεργάζονται για πρώτη φορά νομίζω και στη δισκογραφία (στο πάλκο συνεργάζονται εδώ και χρόνια – εξάλλου οι ηχογραφήσεις, που ακούγονται εδώ, προέρχονται από το διάστημα 2011-2019), προσφέροντας ένα άλμπουμ, που διεκδικεί, δικαίως, το μέγιστο ενδιαφέρον μας. Το άλμπουμ αποκαλείται "icarus _ asylym" και είναι τυπωμένο μόνο σε CD από την Same Difference Music (με διανομή από την Inner Ear).

 

Σ' αυτόν τον δίσκο ο Γ. Μουρτζόπουλος χειρίζεται keyboards φυσικά, μεταχειρίζεται samples, ενώ έχει και την γενικότερη ηχητική επεξεργασία, με τον Α. Γεωργίου να παίζει κιθάρες βεβαίως, δηλαδή ηλεκτρική και άταστη ηλεκτρική και ακόμη 12χορδη και 8χορδη ακουστικές. Οι δύο μουσικοί δεν είναι, όμως, μόνοι τους εδώ. Δίπλα τους ακούγονται έξι ακόμη guests, σε μπάσο, κρουστά, τούμπα, φωνή και γκάιντα. Άρα το άκουσμα είναι αυτό που λέμε «πλήρες» (χωρίς να υπονοούμε κάτι, εννοείται, για τα σόλο, ντούο και λοιπά ακούσματα).

 

Γιάννης Μουρτζόπουλος

 

Εν προκειμένω «πλήρες» θα ήταν το αποτέλεσμα και μόνο λόγω των πλήκτρων τού Μουρτζόπουλου, που καλύπτουν και δημιουργούν συνεχώς καινούριους χώρους, ενώ και οι κιθάρες του Γεωργίου, κατά ανάλογο τρόπο, με τα ποικίλα timbre τους, φροντίζουν, και αυτές από την μεριά τους, στο πολυεπίπεδο του πράγματος.

 

Το άλμπουμ ανοίγει με το 10λεπτο "long night asylum", που είναι σύνθεση του Γ. Μουρτζόπουλου. Σ' αυτό το track ακούγονται μόνον οι δύο μουσικοί (Μουρτζόπουλος-Γεωργίου), κάτι που, σε κάθε περίπτωση, δεν το αντιλαμβάνεσαι (εννοώ πως ό,τι ακούς θα μπορούσε να προέρχεται και από τέσσερα ή πέντε άτομα). Το αποτέλεσμα είναι βαρύ, δυναμικό, κάπως ιεροτελεστικό, με πολλά εφφέ (ήχους δηλαδή, που «σκάνε» από παντού γεμίζοντας τον χώρο), οπωσδήποτε παραπέμπει σε σάουντρακ, υπό την έννοια ότι προκαλεί οπτικούς συνειρμούς, διαθέτοντας μιαν μόνιμη ένταση. Πολύ καλό!

 

Το 5λεπτο "firewalk" που ακολουθεί (επίσης σύνθεση του Μουρτζόπουλου) σχετίζεται με την πυροβασία (των αναστενάρηδων να υποθέσω). Υπάρχει σχετικό φωνητικό sample, πλήρης παράταξη πλήκτρων, ήχος γκάιντας (Μάρκος Παύλου), χωμένος μέσα στην ηλεκτρονική πληθώρα, που διατηρεί και σκοτεινά (απολλώνια) και τελετουργικά (διονυσιακά) χαρακτηριστικά. Υποβλητικό στο έπακρον.

 

Ακολουθεί το 11λεπτο "soundscape with the fall of Icarus" (που είναι βασισμένο σε αυτοσχεδιασμό των Μουρτζόπουλου-Γεωργίου). Το κομμάτι είναι πιο αργό, φέρνει στη μνήμη... κάπως 90s και 00s Vangelis, διαθέτει επίσης μπάσο (Βασίλης Στεφανόπουλος), όπως και στρατοσφαιρική ηλεκτρική κιθάρα, που «πιάνει» παραδοσιακό (δημοτικό) μοτίβο. Απολύτως space track, και οπωσδήποτε ένα από τα ωραιότερα του άλμπουμ.

 

Το προτελευταίο κομμάτι είναι το 8λεπτο "Deep waltzing", μια σύνθεση του Μουρτζόπουλου, που είναι βασισμένη στο "Waltz No. 2" του Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Πέραν των πλήκτρων και των κιθαρών ακούγονται και snare drums (Stephan Müller-Klieser), καταγράφονται υπαινιγμοί από Pink Floyd, διακρίνονται εξαιρετικά κιθαριστικά παιξίματα από τον Γεωργίου, όπως και ολική κάλυψη από τα πλήκτρα, που δρουν μ' έναν πληθωρικό τρόπο.

 

Το "icarus _ asylym" θα ολοκληρωθεί με το 11λεπτο "shy Dionysus", σύνθεση του Μουρτζόπουλου, που διαθέτει πέραν των κιθαρών του Γεωργίου, μπάσο, τούμπα (Sarah De Wilde), φωνή (Κωνσταντίνα Μάντζαρη), γκάιντα (Μάρκος Παύλου) και κρουστά (Βαγγελιώ Κιντσαρή). Το άκουσμα και εδώ είναι το ίδιο εντυπωσιακό, σ' ένα track που περνά από διάφορα στάδια και που αναπτύσσεται μέσα σ' ένα κλίμα περιβαλλοντικού new-age, φέρνοντας στη μνήμη εγγραφές της Hearts of Space (Robert Rich, Steve Roach κ.ά.).

 

Ένα σημαντικότατο άλμπουμ, από δύο μουσικούς με μεγάλη ιστορία στο χώρο της δικής μας «άλλης» μουσικής.

 

 

John Mourjopoulos with Andreas Georgiou - Deep Waltzing

Επαφή

 

MANOLIS AGGELAKIS

The Stone We Had in Our Mouth

[Same Difference Music]

Τέταρτο άλμπουμ για τον συνθέτη και κιθαρίστα Μανώλη Αγγελάκη (όπως βλέπω στο discogs και έτσι πρέπει να είναι), το παρόν "The Stone We Had in Our Mouth" ή «Η πέτρα που 'χαμε στο στόμα» επί το ελληνικότερον, είναι ένα LP που έρχεται να προστεθεί σε όλες τις υπόλοιπες δουλειές του – και δεν αναφερόμαστε μόνον στις προσωπικές του, μα και σ' εκείνες με τους Illegal Operation και τους Appalachian Cobra Worshipers.

 

Το άλμπουμ, που κυκλοφορεί από την Same Difference Music (με διανομή από την Inner Ear) είναι instrumental, περιέχει έξι tracks (που δανείζονται τίτλους από στίχους του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη), όλα συντεθειμένα από τον Αγγελάκη, ο οποίος είναι και ο μοναδικός μουσικός του δίσκου, καθώς χειρίζεται κιθάρες και επεξεργασμένες κιθάρες, όπως και φωνές, κάνοντας συγχρόνως την ηχογράφηση και την μίξη – δηλαδή τα πάντα.

 

Δεν είναι εύκολο άλμπουμ αυτό που μας προτείνει, εδώ, ο Μανώλης Αγγελάκης.

 

Το «Η πέτρα που 'χαμε στο στόμα» ανοίγει με το φερώνυμο track, που είναι κάπως space-chaotic στην ανάπτυξη κι ας κομματιάζεται τούτο από κιθάρες και noises.

 

Ακολουθεί το 6λεπτο «εκεί που πάνε οι άνθρωποι χωρίς τα ονόματά τους», που διαθέτει κιθάρες φυσικά, και πεντάλια βεβαίως, με το κοσμικό στοιχείο να παραμένει, ενώ οι κιθαρισμοί είναι σφοδροί και πολυεπίπεδοι (με background σαν ίσο). Η διάθεση είναι πειραματική, οι κιθάρες παίζουν ένα κάποιο είδους σόλο μετά τη μέση, είναι πειραγμένες φυσικά, ενώ διακρίνεται και μια... ψυχεδελική blues κατεύθυνση, που καταλήγει σ' ένα noise συνονθύλευμα.

 

Η πλευρά θα κλείσει με το «όχι, δεν είναι φτερούγα», που διαθέτει χαμηλούς θορύβους σ' ένα αυτοσχεδιαστικό πλαίσιο και με κιθάρα σε κάπως ελεγειακό ύφος. Αργό κομμάτι, σαν αποδιοργανωμένο blues, που λειτουργεί υποδόρια.

 

Η Β Πλευρά ανοίγει με το 5λεπτο «εγώ απ' το βάθος, μακριά, με κοίταζε σαν ξένο η πιο δική μου ζωή». Όλα εδώ ακούγονται στο background – τίποτα μπροστά. Θόρυβοι, γεμίσματα από διάφορες πηγές... «υφαίνεται» τέλος πάντων ένα ηλεκτρικό χαλί, που όλο απλώνεται, ενώ κάποιοι στιγμή σκάνε και κάποιοι πιο αποφασιστικοί κιθαρισμοί. Γενικώς, το κομμάτι αναπτύσσεται με μια λογική διακροτήματος.

 

Στο «θα 'θελα να μιλήσουμε, απόψε, σύντροφε» το ξεκίνημα κανονίζεται από ένα είδος drones, ενώ οι κιθαρισμοί είναι σφοδροί σαν να... σχίζεται το παραπέτασμα. Η διάθεση είναι βεβαίως κι εδώ πειραματική, καθώς ένας ήχος κιθάρας που ακούγεται... οδυνηρός, παραλλήλως με άλλους οξείς ήχους, δημιουργούν ένα παράξενο, με μια blues αίσθηση, πλαίσιο.

 

Στο «θα 'θελα να μιλήσουμε, απόψε, σύντροφε» η ηλεκτρική ambience κυριαρχεί. Η εμφάνιση μιας μελωδίας θλιμμένης και.... θυμωμένης μαζί επιβάλλεται μπροστά από ένα background θορύβων χαμηλότερης, φυσικά, έντασης.

 

Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το 6λεπτο «και πάντα από σιωπηλούς δρόμους πηγαίνουμε», που έχει και αυτό μια ιδιαίτερη δομή καθώς οι ήχοι «σκάνε» από μπροστά, πίσω κ.λπ., φορτώνοντας διάφορα επίπεδα.

 

Δεν είναι εύκολο άλμπουμ αυτό που μας προτείνει, εδώ, ο Μανώλης Αγγελάκης. Είναι, όμως, ένα άλμπουμ ιδιαιτέρως φορτισμένο, που εντελώς συμπτωματικά νομίζω πως ταιριάζει πολύ (σαν συνοδεία) με αυτές τις καινοφανείς καταστάσεις που ζούμε. Ανιχνεύεται και το δυστοπικό, και το εκρηκτικό, και το φουτουριστικό, και το άγνωστο της «επόμενης μέρας».

 

 

And Always Through Silent Roads We Go

Επαφή

 

 

ELECTRIC FEAT

Electric Feat

[Inner Ear]

 

Θα το πω από την αρχή, αλλά περιμένετε να διαβάσετε όλη την κριτική για να βγάλετε συμπέρασμα.

 

Είμαι πολύ επιφυλακτικός, όταν είναι ν' ακούσω σύγχρονα ροκ και «ψυχεδελικά» συγκροτήματα. Έχω ακούσει πολλά, και σε πολύ λίγα απ' αυτά θα έβαζα βαθμό πάνω από τη βάση. Είναι καλά γκρουπ, παίζουν ακόμη καλύτερα, είναι μουσικάρες (τα παιδιά που τα αποτελούν), έχουν φοβερές παραγωγές τα άλμπουμ, τεχνικά κινούνται σε πολύ ψηλό επίπεδο, αλλά... αλλά δεν μπορούν να προτείνουν, όλα αυτά τα γκρουπ, ένα τραγούδι που να μείνει. Που να έχει τα φόντα και τις προϋποθέσεις για να μείνει. Που να το ακούς και να λες... ναι ρε παιδί μου αυτοί γουστάρουν το ροκ, και το δείχνουν, και το πιστεύουν, και το καταφέρνουν. Και τα λέω τούτα, δίχως να έχω την απαίτηση να βγουν οι νέοι Cream, Jimi Hendrix Experience, Black Sabbath και Led Zeppelin.

 

Κρατώντας λοιπόν ακόμη και τα πιο λογικά των (χαμηλών ούτως ή άλλως) στάνταρντ η συντριπτική πλειονότητα των νέων γκρουπ, δυστυχώς, θα περάσει «παραδίπλα» ή «από κάτω». Κάτι που, σε κάθε περίπτωση –και τώρα μπαίνουμε στο θέμα μας– δεν ισχύει για τους Έλληνες Electric Feat (Dionysis Nanos, Themos Ragousis, Georgios Dimakis, Kostas Stergiou).

 

Μπράβο στα παιδιά, που κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα σημερινό ροκ άλμπουμ, χωρίς πολλές-πολλές εκπτώσεις, που να στέκεται γερά, έχοντας να επιδείξει ουκ ολίγα πλεονεκτήματα.

 

Βεβαίως, εγώ στους Electric Feat θα βάλω πάρα πολύ καλό βαθμό σαν μπάντα, αλλά λιγότερο καλό βαθμό θα βάλω στο "Electric Feat" LP τους. Πάντως, και σε κάθε περίπτωση, ο βαθμός αυτός θα είναι πολύ επάνω από τη βάση, και σίγουρα πολύ καλύτερος από εκείνον που θα έβαζα σ' ένα σωρό ξένα γκρουπ τού σήμερα.


Μπράβο λοιπόν στα παιδιά, που κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα σημερινό ροκ άλμπουμ, χωρίς πολλές-πολλές εκπτώσεις, που να στέκεται γερά, έχοντας να επιδείξει ουκ ολίγα πλεονεκτήματα.

 

Η αρχή, με το "It's alright (with you)" δεν είναι πολύ καλή. Εμένα δεν έφερε στη μνήμη μου τον Alice Cooper, αλλά κυρίως Sweet, στα πιο σκληρά κομμάτια τους από τα μέσα του '70. Όταν επηρεάζεσαι ή θυμίζεις μιαν εποχή κατάπτωσης του rock, τότε δεν μπορεί παρά να είσαι κι εσύ... καταπτωτικός. Γρήγορα όμως το πράγμα παίρνει άλλη τροπή.

 

Το επόμενο "Lizard queen" είναι πολύ καλό κομμάτι, «τα χώνει» όπως λέμε, αλλά ακόμη καλύτερο είναι το "Song of disobedience", που είναι blues ή μάλλον blues-rock, φέρνοντας στη μνήμη συγκροτήματα τύπου Free, μα και Led Zep σαν ατμόσφαιρα-φωνή, όπως και Black Sabbath στα riffs κ.λπ. Θα το ήθελα πιο «βρώμικο», προσωπικά, αλλά ok.

 

Και το τέταρτο, όμως, της πλευράς, το "The caveman", είναι πολύ καλό ή και ακόμη καλύτερο από το προηγούμενο. Και πάλι σε blues-rock φόρμες, σύντομο στο χρόνο και επί της ουσίας δυναμικό – μάλλον το καλύτερο κομμάτι της πλευράς. Μια πλευρά που θα κλείσει με το "Leather jacket" ένα ακόμη tribute-track σε Led Zep και λοιπά, που είναι επίσης καλό και που δείχνει την ποιότητα, γενικώς, των Electric Feat.

 

Δύο τινά... για να πάμε ακόμη πιο ψηλά την επόμενη φορά. Προσοχή στις φωνές. Σε κάποιες περιπτώσεις ακούγονται κατώτερες του πρέποντος. Επίσης οι κιθάρες αν και κάνουν πολύ καλή δουλειά ρυθμικά, υπολείπονται στα soli. Σχεδόν κρύβονται. Να βγαίνει μπροστά λοιπόν ο κιθαρίστας και να παίζει soli – δεν λέμε εξοντωτικά, αλλά χρειάζονται (τα soli). Δεν μπορεί σ' ένα rock άλμπουμ, με seventies αποχρώσεις, να γίνεται σωστή δουλειά με δίλεπτα και τρίλεπτα tracks.

 

Η δεύτερη πλευρά ξεκινά με το "Subatomic plane", ένα γρήγορο track, με έξοχο ρυθμικό τμήμα (και ωραία, αλλά λίγα, κιθαριστικά γεμίσματα).

 

Στο "Blackwood secrecy", που έπεται, υπάρχει ωραία «ριφολογία» και μιαν επίσης ωραία αλλαγή προς τη μέση του τραγουδιού, που του δίνει «άλλο» ξεπέταγμα, αλλά το καλύτερο κομμάτι της πλευράς είναι το "Son of evil", που είναι καθαρά Sabbath-ικό.

 

Το προτελευταίο τραγούδι αποκαλείται "Fogdancing". Το σύντομο χαοτικό άνοιγμα μας προετοιμάζει για κάτι διαφορετικότερο προς στιγμήν, αλλά στην πράξη δεν συμβαίνει κάτι άλλο στο κομμάτι που να το ξεχωρίζει, τόσο πολύ, από τα προηγούμενα.

 

Το "Electric Feat" θα ολοκληρωθεί με το "Bring something from the night", που θυμίζει όντως (ψυχεδελικούς) Cream (και άλλα τινά) και είναι ένα από τα καλύτερα του άλμπουμ.

 

Θα έγραφα για μιαν «έκπληξη» όσον αφορά στο "Electric Feat" και αυτό δεν είναι λίγο (νομίζω).

 

 

Electric Feat - The Caveman (Official Video)

Επαφή

 

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια