Central Pozitronics. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
Μουσική

10 ελληνικά άλμπουμ που κυκλοφόρησαν το τελευταίο διάστημα και αξίζουν της προσοχής μας

Η δισκογραφία όχι απλώς υπάρχει και αντιστέκεται, αλλά «δείχνει και τα δόντια της» σε ορισμένες περιπτώσεις.



ΤΟΥΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΥΣ ΜΗΝΕΣ
κυκλοφόρησαν αρκετά ελληνικά άλμπουμ που είχαν ενδιαφέρον. Από πάρα πολύ ενδιαφέρον και απλό ενδιαφέρον, έως κάπως λιγότερο. Εδώ επιχειρήσαμε να συγκεντρώσουμε δέκα από αυτά, τα οποία και σας παρουσιάζουμε με τυχαία σειρά.

 

1.

Trio Tekke

Strovilos

[Riverboat Records / World Music Network]

Οι Trio Tekke γουστάρουν το κλασικό ρεμπέτικο και το δείχνουν.
 

 

Ελληνοκυπριακό συγκρότημα από την Λευκωσία, οι Trio Tekke έχουν έτοιμο το τέταρτο άλμπουμ τους, που έχει τίτλο "Strovilos".

 

Mέλη των Trio Tekke είναι οι Αντώνης Αντωνίου φωνή, τζουράς, μπαγλαμάς, κρουστά, ηλεκτρονικά, Λευτέρης Μουμτζής φωνή, ηλεκτρική κιθάρα, 12χορδη κιθάρα, κρουστά, σύνθια, όργανο και Colin Somervell ηλεκτρικό μπάσο, ενώ στους guests συναντάμε τους Dave De Rose ντραμς, κρουστά, Φώτη Σιώτα φωνή στο «Η πρώτη μέρα», Δημήτρη Μυστακίδη φωνή στο «Άφωνη κραυγή» και Γιάννης Διονυσίου φωνή στο «Την μέρα σβήνω». Στα εννέα από τα δέκα κομμάτια του δίσκου μουσικές και στίχους έχει γράψει ο Αντωνίου, ενώ ένα τραγούδι ανήκει στον Μουμτζή.

 

Οι Trio Tekke γουστάρουν το κλασικό ρεμπέτικο και το δείχνουν. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν γουστάρουν το πριν το ρεμπέτικο (το σμυρνέικο ας πούμε) ή το μεταπολεμικό λαϊκό, αλλά σε κάθε περίπτωση το ρεμπέτικο κρατάει τα σκήπτρα στις επιρροές τους. Φυσικά, επιρροές υπάρχουν και από άλλα είδη, εξω-ελληνικά να τα πούμε, όπως από το rock, το funk, την reggae κ.λπ., όμως οι ελληνικές επιρροές είναι οι πρώτες και οι κραταιότερες.

 

Η μαγκιά, το κατόρθωμα των Trio Tekke, γιατί περί κατορθώματος πρόκειται, είναι πως γράφουν πρωτότυπα τραγούδια, δίχως να διασκευάζουν. Παλαιότερα διασκεύαζαν, αλλά τώρα, και ως φαίνεται, δεν υπάρχει πλέον λόγος. Για μας καλύτερα που δεν διασκευάζουν (είναι προφανές αυτό). Οι άνθρωποι δείχνουν πλέον σίγουροι για τον εαυτό τους, όπως και για το υλικό τους, και αυτό δεν κρύβεται. Επιζητούν εξάλλου την κριτική μας, επί του συνόλου όσων δικών τους μας προτείνουν – ως αληθινοί δημιουργοί δηλαδή, και όχι ως μεταπράτες.

 

Και είναι αληθινοί δημιουργοί, οι Trio Tekke, γιατί τα τραγούδια τους πέραν από πρωτότυπα, είναι και πρότυπα σύγχρονου ύφους, βασισμένου βεβαίως σε μια μακρόχρονη παράδοση.

 

Θέλουμε να πούμε πως τόσο οι στίχοι και οι μουσικές, όσο και οι ενοργανώσεις τού ελληνοκυπριακού γκρουπ με τίποτα δεν θα μπορούσε να θεωρηθούν ως «μία από τα ίδια», καθώς σε όλα αυτά η μπάντα έχει κάτι διαφορετικό να προτείνει. Και οι μελωδίες τους είναι περίεργες, ιδιότυπες, χωρίς εμφανείς ειδικές αναφορές (θα πούμε μόνον πως ο Παναγιώτης Τούντας είναι μια μεγάλη επιρροή, αλλά οι ίδιοι μπορούν να μας διαψεύσουν), και οι στίχοι τους είναι σημερινοί, με σκωπτικά και σαρκαστικά στοιχεία, ανάμεσα σε άλλα, και οι ενοργανώσεις έχουν πράγματα να πουν.

 

Το «Φουρτούνα της αυγής», για παράδειγμα, φέρνει στη μνήμη μας τους Αμερικανούς Kaleidoscope από τα late sixties, ενώ μας άρεσε ιδιαιτέρως το reggae / funk «Στον δρόμο», η εισαγωγή στην «Γκαντεμιά», η μάγκικη ωραία φωνή τού Γιάννη Διονυσίου στο «Την μέρα σβήνω» με το βαρβάτο ενοργανικό κλείσιμο, το ψυχεδελικό τελείωμα στον «Στρόβιλο» και άλλα διάφορα. Γενικώς, τα τελειώματα είναι πολύ ξεχωριστά σχεδόν σε κάθε track.

 

Εν τέλει δεν υπάρχει αδιάφορο κομμάτι στον «Στρόβιλο» (η πρώτη πλευρά μάλιστα είναι πάρα πολύ καλή), κάτι που δείχνει πως το Trio Tekke δεν είναι ένα τυχαίο συγκρότημα, αλλά μια μπάντα με όραμα και με μεγάλες, γενικές και ειδικές, δυνατότητες, ικανά όλα τούτα να τους οδηγήσουν ακόμη πιο ψηλά.

Επαφή

 

 

 

2.

Αγόριαstonilio

Υπόθεση: Mr: Pleasure

[B-Other Side Records]

Όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του ήχου και του ύφους των Αγόριαstonilio είναι, φυσικά, παρόντα και εδώ.

 

Το πιο νέο άλμπουμ των Αγόριαstonilio εμφανίστηκε πρώτα στο bandcamp, τον προηγούμενο Νοέμβρη (2019), ενώ τώρα (2020) έχουμε και βινυλιακό τύπωμά του από την B-Other Side Records. Για το συγκρότημα έχουμε γράψει κι άλλες φορές στο παρελθόν, και μάλιστα πολύ καλά λόγια, για τα LP τους «Αυτοκράτορας της Μπούρδας» (2017) και «Paranoika – Παρανόικα» (2015), οπότε υπάρχει ένα επιπρόσθετο ενδιαφέρον, όπως και να το κάνουμε, γι' αυτόν τον τρίτο δίσκο τους. Και στην «Υπόθεση: Mr: Pleasure» λοιπόν τα Αγόριαstonilio (Μαρίνος Τζιάρος φωνή, Socos κιθάρες, Κυριάκος Βοργιάς μπάσο, Ντίνος Ξαρχάκος ντραμς) είναι αυτά που πρέπει να είναι. Αυτά, εννοούμε, που έχουμε γνωρίσει και στις δύο προηγούμενες δουλειές τους.

 

Όλα τα βασικά χαρακτηριστικά του ήχου και του ύφους των Αγόριαstonilio είναι, φυσικά, παρόντα και εδώ, δίχως εκπτώσεις, δίχως αμφιταλαντεύσεις, και με την ίδια πάντα δύναμη, θυμό, κατακραυγή κ.λπ., ανακατεμένα όλα τούτα με μιαν αίσθηση ποίησης του δρόμου, η οποία δρα ναι μεν με εξουθενωτικό τρόπο, αλλά στο τέλος και με λυτρωτικό.

 

Όμως και οι μουσικές είναι εξουθενωτικές, σπιντάτες, αστραπιαίες, με κιθαριστικές εκτραχύνσεις, αλλά και με μιαν ακαταμάχητη συνοχή, που τις κάνει να ακούγονται σαν ένα σφιχτό μπλοκ, δίχως σκαμπανεβάσματα.

 

Βεβαίως σ' αυτές τις υπερταχύτητες που κινούνται τα Αγόριαstonilio κάπως στριμώχνονται οι ελληνικοί στίχοι των τραγουδιών τους (είναι αναπόφευκτο), αλλά ο πολύ καλός τραγουδιστής Μαρίνος Τζιάρος προσπαθεί για το καλύτερο (και το καταφέρνει). Εξάλλου η έκδοση βινυλίου περιλαμβάνει και τετρασέλιδο με στίχους (και φωτογραφίες), οπότε η παρακολούθηση των τραγουδιών διευκολύνεται όπως και να το κάνουμε (και) μέσω του ενθέτου.

 

Αν και βασικά αυτό που έχει νόημα εδώ, σ' αυτό το εκρηκτικό punk-rock των Αγόριαstonilio, είναι η συνολική «εικόνα» που εισπράττεις από την πρώτη κιόλας φορά που θα ρίξεις το βινύλιο στο πικάπ, πριν αρχίσεις να ακούς τα τραγούδια τους με μεγαλύτερη προσοχή, συμβουλευόμενος το ένθετο κ.λπ.

 

Και κάπως έτσι... είναι η δύναμη, το πάθος, η ένταση, ο τρόπος εν τέλει που διαμορφώνονται τραγούδια όπως η «Απάτη» ή το «Κάτι σαν ψέμα» (η διασκευή τους στο τραγούδι των Χάσμα από το 1999) και που βγαίνει πάνω απ' όλα, προσφέροντάς σου δίχως φειδώ όλα εκείνα τα ηλεκτροφόρα vibes, που πάντα θα είναι σε αναζήτηση.

Επαφή

 

3.

Kooba Tercu

Proto Tekno

[Rocket Recordings]

Οι Kooba Tercu είναι φανερό πως έχουν βρει το δρόμο τους, για τα καλά.

 

Το τρίτο βινύλιο των Kooba Tercu στρίβει στο πλατό – μετά το πρώτο τους, από το 2015 και το περυσινό "Kharrüb". Ο τίτλος του είναι "Proto Tekno" και είναι τυπωμένο από την βρετανική Rocket Recordings. Και σ' αυτή την ηχογράφηση το ελληνικό συγκρότημα δεν μας αποκαλύπτει τα ονόματα των μελών του, αλλά μας αποκαλύπτει εκ νέου τη θέλησή του να κινηθεί έξω από τα όρια του rock (πειραματικό rock), έλκοντας αναφορές από πολλές δεκαετίες. Το άλμπουμ περιλαμβάνει οκτώ tracks, τέσσερα ανά πλευρά... και ας τα ακούσουμε ένα-ένα...

 

Ξεκίνημα με το "Benzoberry", ένα σφοδρό κομμάτι (τραγούδι), που θα μπορούσε να θεωρηθεί ακόμη και punk/core, απολύτως θορυβώδες, με ηλεκτρικές κιθάρες να στριγγλίζουν στα όρια του παραναλώματος, με φαζαρισμένο μπάσο και σχεδόν «μεταλλικό» ρυθμικό τμήμα, αλλά και κάπου tribal (κάτι που θα φανεί καλύτερα και περισσότερο σε επόμενα κομμάτια). Μια απολύτως πειστική, σίγουρα, εισαγωγή.

 

Στο "Cemento mori" εκείνο που κυριαρχεί είναι το μπάσο-ντραμς, πάνω στο οποίο πατάει γερά όλο το κομμάτι. Η ανάπτυξη είναι kraut-ική, αλλά η εξωτερική εικόνα είναι πιο πολύ indie και πειραματική. Υπάρχουν οι CAN εδώ, οπωσδήποτε, αλλά υπάρχουν και μεταγενέστερα συγκροτήματα, τύπου Fugazi ας πούμε.

 

Το ορχηστρικό "Filter feeder" φέρνει στη μνήμη τούς 23 Skidoo, ή και τους Material, και σαν κομμάτι είναι εξαιρετικό. Υπάρχει άπλετο tribal φυσικά, ενώ διακρίνονται και industrial στοιχεία, ιδιότροπο funk κ.λπ.

 

Η πλευρά θα κλείσει με το "Qasan", που είναι ένα ακόμη μονότονο, πειραματικό track (ιδίως προς το τέλος του), με ελάχιστη φωνή, που επίσης δεν κρύβει τις ρίζες του, απ' όλα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως.

 

Γενικώς μια πλευρά, αυτή του "Proto Tekno" των Kooba Tercu, αρκετά σκληρή έως και ηλεκτρικώς απροσάρμοστη, αλλά, σε κάθε περίπτωση, εντελώς γόνιμη αισθητικώς.

 

Πρώτο κομμάτι στην Side B το "Kamehameha", που αναδύεται μέσα από πληθώρα εφέ, ηλεκτρονισμών κ.λπ., διαθέτοντας ιεροτελεστικά φωνητικά, μαγικά να τα πούμε, και παροξυσμικές κιθάρες. Δυνατό κομμάτι, παράξενο, «ακραίο», χωρίς όμως να καταφεύγει σε ανέξοδες προκλήσεις.

 

Ακολουθεί το "Fair game", ένα ακόμη στιβαρό τραγούδι, με λίγα λόγια (ως συνήθως), που δεν θα ήταν άτοπο αν το λάμβανες και ως ορχηστρικό. Θόρυβος, επαναληπτικά σχήματα, μπάσο μεγατόνων, πολυρυθμίες, γεμίσματα από πλήκτρα και φωνές. Σε γενικές γραμμές ένα εκστατικό κομμάτι, απολύτως τελετουργικό, που σου... τρυπάει το μυαλό. Από τις κορυφαίες στιγμές τού LP.

 

Όμως και το instro "Boiler" συναγωνίζεται το προηγούμενο track σε σφοδρότητα και ένταση. Με συνεχή γεμίσματα από μπάσο, ντραμς, κιθάρες, εφέ κ.λπ., και τοποθετημένο πάνω σε μια γερά ριζωμένη ρυθμική γραμμή, έχει τον τρόπο να σε ταρακουνάει.

 

Το άλμπουμ θα ολοκληρωθεί με το "Puppy pile", ένα τραγούδι, ίσως το «πιο τραγούδι» απ' οτιδήποτε άλλο ακούγεται στο "Proto Tekno", και που πάντως δεν ξεφεύγει από το γενικότερο πλαίσιο. Απλώς το εμπλουτίζει και με κάποια pop-psych χαρακτηριστικά (στα φωνητικά κυρίως).

 

Οι Kooba Tercu είναι φανερό πως έχουν βρει το δρόμο τους, για τα καλά – έναν δικό τους δρόμο, τον οποίο βαδίζουν με απόλυτη συνέπεια. (Εξαιρετικό το εξώφυλλο και γενικά το αρτίστικο κομμάτι, χάρτινο και βινυλιακό).

Επαφή

 

4.

Kristof

Talkshow

[Inner Ear]

Η κεντρική ιδέα έχει να κάνει μ' ένα «τοκσόου» φυσικά, το οποίο όμως οργανώνεται στο κεφάλι τού Kristof.
 

 

Πολύ περίεργο άλμπουμ αυτό. Έχει ενδιαφέρον φυσικά, αλλά από την άλλη εμφανίζει και μια δυσκολία για να το αποκρυπτογραφήσεις, να «δεθείς» μαζί του και να το αντιληφθείς στην ολότητά του. Μοιάζει με παιγνίδι αυτό που πράττει εδώ ο Kristof – ένας τραγουδοποιός, που έχει μια ιστορία πίσω του.

 

Το "Talkshow" περιλαμβάνει δέκα tracks, τα οποία υπακούουν σ' ένα «θέμα» και που γενικώς ακούγονται electro (παρότι υπάρχουν, ανάμεσα, και τραγούδια ενοργανωμένα μόνο με πιάνο).

 

Η κεντρική ιδέα έχει να κάνει μ' ένα «τοκσόου» φυσικά, το οποίο όμως οργανώνεται στο κεφάλι τού Kristof, έχοντας ως αποδέκτη τον ίδιον (και εμάς, τους ακροατές του, κατ' επέκταση). Όσα λέγονται εμφανίζονται ως αιτίες και αποτελέσματα μαζί, δίχως συγκεκριμένες προεκτάσεις, παρ' εκτός, ίσως, της πλέον βασικής.

 

Ο λόγος μπορεί να είναι και πηγή ασυνεννοησίας, μαζί με ό,τι άλλο, με τις λέξεις να πετιούνται μπροστά από ένα μικρόφωνο, κάνοντας «θόρυβο» και με τον ήχο τους.

 

Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, πως το "Talkshow" στερείται κάποιων προφανών νοημάτων, απλώς τα όποια νοήματα είναι ενταγμένα σε κάτι που τα υπερβαίνει. Βαβέλ; Και αυτό μπορείς να το ισχυριστείς – και όχι μόνον γιατί εδώ ακούς δύο τουλάχιστον γλώσσες (αγγλικά, γερμανικά), λέξεις από άλλες (ελληνικά, ιαπωνικά), ποικίλα λογοπαίγνια και απρόσμενα λεκτικά ταιριάσματα.

 

Τα τραγούδια από μουσικής πλευράς μοιάζουν (και είναι) στοιχειώδη, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν διαθέτουν «όμορφα» στοιχεία. Κάποιες μελωδίες, μιαν ατμόσφαιρα ("Castform disaster", "Origami"). Περαιτέρω, ακούγονται λίγα όργανα πέραν του πιάνου και βασικά σύνθια.

 

Υπάρχουν κομμάτια που έφεραν στη μνήμη μας κάτι από Momus, άλλα μιαν αίσθηση Brian Eno, άλλα την draggy περσόνα του Tiny Tim, ενώ το χιούμορ και το παίγνιο με τις λέξεις μάς πήγε ακόμη και στον Ivor Cutler – μ' αυτή την παιδική φυσικότητα που προβάλλεται.

 

Υπάρχουν κι άλλες αναφορές στο "Talkshow" (εξάλλου οι προηγούμενες είναι «δικές μας», δεν είναι του τραγουδοποιού), πιο αισθητές και... γερμανικές (καθότι ο Kristof ζούσε στο Βερολίνο), που σχετίζονται με την κουλτούρα του καμπαρέ και που εντάσσονται κι αυτές ωραία στο σύνολο.

 

Το ξαναλέμε. Ένα ιδιαίτερο άλμπουμ, που θέλει το χρόνο του για να το αποκρυπτογραφήσεις και που αξίζει τον κόπο να το κάνεις.

Επαφή

 

 

 

 

5. 

Central Pozitronics

Central Pozitronics

[L39]

Οι Central Pozitronics είναι οπωσδήποτε noisy rock πειραματιστές, αλλά το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους, δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να χαρακτηριστεί ή να θεωρηθεί «ακραίο». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO
 

 

Ελληνικό συγκρότημα είναι οι Central Pozitronics, με μέλη τους Γιώργο Μιζήθρα ηλεκτρονικά, Νίκο Αντωνόπουλο κιθάρες και Γιάννη Παπαδούλη ντραμς. Έχουμε, δηλαδή, ένα τρίο χωρίς μπάσο, που ασκείται σε χώρους ροκ-ηλεκτρονικούς, noisy και experimental. To παρθενικό άλμπουμ τους, που φέρει ως τίτλο το όνομά τους, και για το οποίο θα γράψουμε τώρα κάποια λόγια, περιλαμβάνει οκτώ tracks, που είναι ανά τέσσερα μοιρασμένα σε κάθε βινυλιακή πλευρά.

 

Το είδος του rock που παίζουν οι Central Pozitronics –γιατί κάτω από την μεγάλη ταμπέλα "rock" θα τους κατατάξουμε– δεν είναι άγνωστο στη δισκογραφία.

 

Noisy rock με ηλεκτρονικά έχουν παρουσιάσει πολλοί, ήδη από την δεκαετία του '60 και ονόματα όπως αυτά των AMM, των Nihilist Spasm Band και των Cromagnon έθεσαν τις βάσεις, πριν έλθουν στα τέλη του '70 οι SPK, και μαζί με τους Negativland, Sonic Youth και άλλους πολλούς, στα eighties πια, πάνε το «πράγμα» ακόμη πιο πέρα (με το japanoise, και με σχήματα σαν τους Hijokaidan ή τον Merzbow, να θέτει εκ των προτέρων τα όρια όλης αυτής της ηχο-ιστορίας).

 

Οι Central Pozitronics είναι οπωσδήποτε noisy rock πειραματιστές, αλλά το αποτέλεσμα της προσπάθειάς τους, δεν μπορεί, με τα σημερινά δεδομένα, να χαρακτηριστεί ή να θεωρηθεί «ακραίο». Εννοούμε πως τα περισσότερα κομμάτια τους έχουν μια λογική συνάφεια, η οποία ελέγχεται βασικά από το επαναληπτικό ρυθμικό στοιχείο, που προσδίδει στις εγγραφές τους ένα πλαίσιο (άκου το "Psytan" π.χ.).

 

Τα περισσότερα από τα tracks είναι γρήγορα φυσικά, όμως υπάρχουν και αργά, όπως το "Dadstep", που παρέχουν την άπλα και το χώρο, προκειμένου να αναπτυχθούν και πιο abstract περιπλανήσεις (πάντοτε προς την ίδια πειραματική, rock και θορυβώδη κατεύθυνση).

 

Το "IKA" από την πρώτη πλευρά είναι ένα track για παράδειγμα, που θα μπορούσε να παίξει και να ακουστεί ευρύτερα, έτσι όπως είναι «τετραγωνισμένο».

 

Στη δεύτερη πλευρά υπάρχουν πιο χαοτικά κομμάτια, όπως είναι το "Monika" και το έσχατο "DinosaurRaveParty", όμως η γενικότερη εντύπωση δεν αλλάζει.

 

Πως οι Central Pozitronics είναι ένα συγκρότημα, μέσα στον πειραματισμό του, με κάποιες συν-θετικές αρχές. Και είναι αυτές οι αρχές, που τους κάνουν εν τέλει ενδιαφέροντες, έως και πολύ ενδιαφέροντες κατά τόπους.

Επαφή

 

6.

OP3

S m y r n ae

[Same Difference Music]

Οι Op3, μέσω του θέματος με το οποίον καταπιάνονται, έχουν τον τρόπο να επαναφέρουν στο τώρα τον συγκεκριμένο ήχο.
 

 

Οι Op3 (Omega project 3) είναι ένα ελληνικό συγκρότημα, το οποίον αποτελούν οι Δημήτρης Μητρόπαπας ντραμς, προγραμματισμός, Ανδρέας Μπογάς μπάσο, Αδριανός Κατσούρης κρουστά, Παύλος Χουντάλας ποντιακή λύρα, κρουστά και Ειρήνη Μαντοπούλου μπάσο (σ' ένα track). Ως σχήμα έχουν κυκλοφορήσει κι άλλες δουλειές, σύντομες στο χρόνο ή μη, όπως βλέπουμε στο bandcamp τους, με το "S m y r n ae" να αποτελεί την πιο πρόσφατη.

 

Τι είδους συγκρότημα είναι οι Op3 δεν είναι δύσκολο να το αντιληφθείς. Κατ' αρχάς είναι μία ορχηστρική μπάντα, καθώς εδώ δεν υπάρχουν τραγούδια μα μόνο φωνητικά κάπου-κάπου (στο φερώνυμο "Smyrnae"). Έπειτα υπάρχει ένα concept στο άλμπουμ, που έχει να κάνει με την προσφυγιά – ένα concept φυσικά, που πέραν από τους τίτλους ("Pelagos", "Moria" κ.λπ.), σχετίζεται και με τις μουσικές, οι οποίες συχνά ενσωματώνουν μελωδικά και ρυθμικά στοιχεία από την Ανατολή (η ποντιακή λύρα είναι ένα όργανο, που βοηθά προς αυτή την αποτύπωση, αλλά το ίδιο βοηθούν και τα κρουστά).

 

Το άκουσμα, συνολικά, θυμίζει παλαιότερες εποχές, την δεκαετία του '90 δηλαδή, όταν τα ethnic μουσικά στοιχεία ανακατεύονταν με ηλεκτρονικούς και ηλεκτρικούς ήχους, δημιουργώντας εκείνα τα ηχητικά κράματα, που τότε έγραψαν ιστορία, ενώ τώρα (το άκουσμα) μοιάζει να είναι, από ηχητικής πλευράς, κάπως πιο... εκτός εποχής.

 

Βεβαίως οι Op3, μέσω του θέματος με το οποίον καταπιάνονται, έχουν τον τρόπο να επαναφέρουν στο τώρα τον συγκεκριμένο ήχο, όμως, σε γενικές γραμμές, το συνολικό αποτέλεσμα φέρνει στη μνήμη σχήματα όπως οι Άβατον – που μεγαλούργησαν με τέτοιες μουσικές στα χρόνια του '90 και στην αρχή των '00s.

 

Τούτο, βεβαίως, δεν σημαίνει πως και οι Op3 δεν κομίζουν την δική τους πρόταση στο "S m y r n ae", η οποία είναι και προσεγμένη και με στοιχεία πιο απρόσμενα ας-το-πούμε-έτσι, καθώς στις δομές τους ενσωματώνουν ακόμη και το progressive rock ή και το funk σε κομμάτια όπως ο "Horos", που είναι το πιο μακρύ στο χρόνο (6 λεπτά) και από τα πιο ενδιαφέροντα του άλμπουμ τους. Για να μην πούμε το πιο ενδιαφέρον. (Εξίσου, πάντως, μας άρεσε και ο «αφαιρετικός» και περισσότερο dreamy "Epilogos", όπως και το ανάλογο άνοιγμα με την "Anatoli").

Επαφή

 

7.

Το Πράγμα

Year of the Thing

[Trumpetfish Records]

Οι συνθέσεις του Κωστή Χριστοδούλου είναι μεστές, βγαίνουν αβίαστα και πάνω απ' όλα είναι ουσιώδεις. Φωτό: Γιώργος Φραγκίσκος

 

Τo 2012 είχε κυκλοφορήσει ένα CD του τζαζίστα-πιανίστα Κωστή Χριστοδούλου υπό τον τίτλο «Το Πράγμα». Σ' εκείνο το CD εμφανίζονταν γνωστοί μουσικοί της ελληνικής σκηνής όπως οι Αντώνης Ανδρέου, Βαγγέλης Κοτζάμπασης, Περικλής Τριβόλης κ.ά. Οκτώ χρόνια αργότερα Το Πράγμα γίνεται πλέον συγκρότημα, έχοντας έτοιμο το πρώτο βινύλιό του, στην νεοσυσταθείσα Trumpetfish Records. Ο τίτλος του άλμπουμ (LP) είναι "Year of the Thing" (2020), ενώ μέλη του Πράγματος είναι οι: Μάνος Θεοδοσάκης τρομπέτα, Δημήτρης Τσάκας άλτο σαξόφωνο, Τάκης Πατερέλης τενόρο σαξόφωνο, φλάουτο, Κωστής Χριστοδούλου πιάνο, Κώστας Κωνσταντίνου μπάσο και Σεραφείμ Μπέλλος ντραμς. Το άλμπουμ περιλαμβάνει έξι συνθέσεις, οι οποίες είναι γραμμένες από τον Κωστή Χριστοδούλου.

 

Το άλμπουμ είναι πολύ καλό, οι συνθέσεις είναι πολύ καλές, έχοντας όλες τους spiritual (πνευματικά) χαρακτηριστικά.

 

Σαν ήχος δηλαδή, το LP, παραπέμπει σε ιστορικά άλμπουμ της jazz από την δεκαετία 1965-1975, ενώ ακόμη και η ηχογράφηση είναι κάπως μουντή (χωρίς ιδιαίτερα πρίμα και με μεσαία και μπάσα που αναδεικνύονται), εμφανίζοντας έναν παλαιικό χαρακτήρα.

 

Υπάρχει έντονη... τζαζοφιλία θέλουμε να πούμε εδώ, στο "Year of the Thing", η οποία όμως είναι δημιουργική και εμπνευσμένη, οδηγώντας το συνολικό «πακέτο», κάπου ψηλά και κάπου ιδιαίτερα. Γιατί πέραν του ήχου και των συνθέσεων, που είναι τα πρώτα που μας ενδιαφέρουν, υπάρχει και το εικαστικό μέρος, που είναι και αυτό ξεχωριστό (το βλέπετε εξάλλου).

 

Οι συνθέσεις του Χριστοδούλου είναι μεστές, βγαίνουν αβίαστα και πάνω απ' όλα είναι ουσιώδεις. Όπως ουσιώδη είναι και τα παιξίματα, τα οποία διαθέτουν μιαν... ιαματική γοητεία.

 

Και το πνευστό τμήμα (με τα δύο σαξόφωνα και την τρομπέτα) και το πιάνο (άλλοτε σε ρυθμικό ρόλο και άλλοτε σε ευρύτερο μελωδικό) και το μπάσο-ντραμς είναι έτσι τοποθετημένα, ώστε να σε φέρνουν κοντά, πάνω, σ' εκείνο τον αγαπημένο ήχο, που συναντάς στις μπάντες του John Coltrane στα sixties, και επίσης του Pharoah Sanders, του McCoy Tyner, του Joe Henderson, της Alice Coltrane, της Liberation Music Orchestra και των αναλόγων. Ακόμη και του Sun Ra (εποχής "Astro Black"). Ακόμη και των βρετανικών συγκροτημάτων του Chris McGregor (με τους Brotherhood of Breath κ.ά.), του Mongezi Feza και άλλων τινών.

 

Όλες οι συνθέσεις εξελίσσονται αργά, διαθέτουν μια θρηνητική διάσταση, άλλοτε εντονότερη ("Ferdinand") και άλλοτε λιγότερη (άκου το υπέροχο "O", με τον Πατερέλη στο φλάουτο), ενώ κάποιες, σαν την έσχατη 11λεπτη "Thing dynasty", που ηχεί σχεδόν ανατριχιαστικά, δείχνουν απλώς το υψηλότατο επίπεδο των Ελλήνων μουσικών, που είναι (εδώ και χρόνια εξάλλου) ικανοί για πολύ μεγάλα τζαζ πράγματα.

 

Ένα πολύ καλό, ένα σπουδαίο άλμπουμ!

Επαφή

 

 

 

 

8.

Melina Paxinos / Lena Platonos / Stergios T.

Remixes EP

[MachenMachenMachen! & PlazaPlasa]

Το αποτέλεσμα είναι ευχάριστο, εύθυμο, μπιτάτο, «ντανσικό».
 

 

Με δύο άλμπουμ στην κατοχή της, το "Circle of Oddness" [MachenMachenMachen! & PlazaPlasa, 2018], ένα εξαιρετικό τζαζ ντεμπούτο, και το "Athens" [MachenMachenMachen! & PlazaPlasa, 2019], που εμφανίζει μοντέρνες μα και ethnic αναφορές, η σαξοφωνίστρια Melina Paxinos (γεννημένη από Έλληνες γονείς στο Αμβούργο) έχει έτοιμη την πιο καινούρια δουλειά της, που αποκαλείται "Remixes EP".

 

Σ' αυτό το τελευταίο CD/EP της λοιπόν, με τα τέσσερα tracks, η Melina Paxinos συνεργάζεται με την Λένα Πλάτωνος και τον Στέργιο Τσιρλιάγκο (Stergios T.).

 

Βασικά έχουμε να κάνουμε με τέσσερις συνθέσεις της Paxinos, οι οποίες ριμιξάρονται από την Λένα Πλάτωνος, με την συνεργασία του Stergios T. Πρόκειται για τις "Circle of oddness", "Non odd 8" από το άλμπουμ "Circle of Oddness" του 2018 και "Athens II", "Athens IV" από το άλμπουμ "Athens" του 2019.

 

Το αποτέλεσμα είναι ευχάριστο, εύθυμο, μπιτάτο, «ντανσικό» (στα όρια του techno ενίοτε) με τα σαξόφωνα (άλτο και σοπράνο) να μελωδούν ωραία, πάνω από τα beats και τα στρώματα των πλήκτρων.

 

Σίγουρα το "Remixes EP" δεν προσφέρεται για φάση chill-out τύπου Café del Mar και τα τοιαύτα – είναι πιο ζωντανό, πιο ανεβαστικό και πιο περιπετειώδες, με το "Non odd 8" να... κόβει πρώτο το νήμα. Όμως και στο πιο cool track του EP, το "Athens II", το αποτέλεσμα είναι ακμαίο και ζωντανό, και όχι μακαρίως παρακμιακό.

 

Ενδιαφέρουσα, σίγουρα, πρόταση, που θα μπορούσε να απλωθεί και στην διάρκεια ενός long-play.

Επαφή

 

9.

Giorgos Tabakis / Rebecca Trescher

Dual Nature, live sessions

[ekfrassis productions]

Το κλίμα στο άλμπουμ είναι οπωσδήποτε «έντεχνο», διαθέτοντας κλασικά μα και πιο σύγχρονα στοιχεία.

 

Ο κιθαρίστας Γιώργος Ταμπάκης μπορεί να έχει κλασικές σπουδές, δίχως, όμως, να εμφανίζεται προς εμάς ως ο «τυπικός» κλασικός κιθαριστής. Του αρέσουν και ενδιαφέρεται και γι' άλλες μουσικές, που μπορεί να σχετίζονται με την jazz ή την πρωτοπορία, και στοιχεία απ' όλα τούτα διοχετεύονται στις συνθέσεις του.

 

Στο πιο πρόσφατο άλμπουμ του, το "Dual Nature, live sessions", ο Γιώργος Ταμπάκης, που χειρίζεται 7χορδη κιθάρα, συνεργάζεται με την κλαρινίστρια και μπάσο-κλαρινίστρια Rebecca Trescher. Η Trescher δεν είναι τυχαίο όνομα, καθώς έχει ηχογραφήσει για μεγάλες εταιρείες, όπως είναι η γερμανική Enja για παράδειγμα (το άλμπουμ της "Floating Food" από το 2017).

 

Στο "Dual Nature, live sessions" καταγράφονται επτά συνθέσεις, πέντε από τις οποίες ανήκουν στον Ταμπάκη, μία ανήκει στην Trescher (η προτελευταία "Moon elegy") και μία είναι αυτοσχεδιασμός των δύο (η τέταρτη στη σειρά και σύντομη "Shapes & shades").

 

Το κλίμα στο άλμπουμ είναι οπωσδήποτε «έντεχνο», διαθέτοντας κλασικά μα και πιο σύγχρονα στοιχεία, ακόμη και avant θα λέγαμε, αναμεμιγμένα, όμως, με jazz και ethnic υπαινιγμούς.

 

Αυτό τού δίνει όχι μιαν αίσθηση, αλλά μια βεβαιότητα «σοβαρότητας», δίχως, πάντως, να καθίσταται και «δύσκολο» ως άκουσμα. Άρα, λοιπόν, η λέξη «ευχάριστο» είναι η πρώτη και ίσως η πιο σημαντική, που ταιριάζει στο ακρόαμα. Φυσικά, η λέξη «ενδιαφέρον» ακολουθεί.

Επαφή

 

10.

Costas Lemonidis

Soul Lament

[Private Pressing]

Το "Soul Lament" είναι ένα άλμπουμ σύγχρονης ηλεκτρικής μουσικής, επηρεασμένο από χίλια-δυο διαφορετικά είδη.
 

 

Γεννημένος στην πρώην Δυτική Γερμανία, αλλά μεγαλωμένος καλλιτεχνικώς στην Ελλάδα, ο κιθαρίστας Κώστας Λεμονίδης (Costas Lemonidis) είναι επηρεασμένος απ' όλη την γκάμα της ηλεκτρικής μουσικής – κάτι πολύ βασικό για την περίπτωσή του και το οποίο θα πρέπει να το σημειώσουμε από την αρχή.

 

Με παρουσία στα μουσικά δρώμενα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του '90, ο Λεμονίδης έχει έτοιμο τώρα τον πέμπτο προσωπικό δίσκο του, που έχει τίτλο "Soul Lament" και που κυκλοφορεί σε βινύλιο ανεξάρτητης παραγωγής. Απλώς, και για πληροφοριακούς λόγους, να σημειώσουμε πως τα προηγούμενα άλμπουμ του ήταν τα «Κάπως Αμήχανα...» (2004), «Σταθμός 2ος» (2009), «Εμμανουηλίδου 13» (2012) και «Πάραλος» (2017).

 

Το "Soul Lament" είναι ένα άλμπουμ ηλεκτρικό φυσικά, το οποίον ολοκληρώνεται με την συνεισφορά και άλλων μουσικών (πέραν του Λεμονίδη, που παίζει κιθάρες και κάνει φωνητικά), τους οποίους αξίζει να αναφέρουμε.

 

Έχουμε λοιπόν τις τραγουδίστριες Τζένη Χατζοπούλου και Τζένη Καπάνταη, τον Φώτη Μυλωνά, που παίζει μπάσο, πλήκτρα, πιάνο, φλάουτο, μπανσούρι, τσέλο, τον γνωστόν μας από παλαιά Μιχάλη Ορφανίδη σε ντραμς, κρουστά, τον Θανάση Γκίκα σε επιπλέον κιθάρες, πλήκτρα και προγραμματισμό, τον Κωστή Βαζούρα σε σαξόφωνα, τον Χαράλαμπο Παρίτση σε βιολί και τον Άγγελο Θεοδωράκη Παπαγγελίδη σε φωνητικά. Επίσης λόγια στo μοναδικό τραγούδι (με τη φωνή της Χατζοπούλου) έχουν γράψει οι Μιχάλης Μουλάκης και Κώστας Λεμονίδης, ενώ στο άλλο track με φωνή η Καπάνταη δεν τραγουδά, μα βοκαλίζει.

 

Ξαναλέμε λοιπόν πως το "Soul Lament" είναι ένα άλμπουμ σύγχρονης ηλεκτρικής μουσικής, επηρεασμένο από χίλια-δυο διαφορετικά είδη. Το rock, το blues-rock, το jazz-rock, το soft-rock, την ροκ μπαλάντα, το country-rock, το hard-rock, την 80s contemporary jazz, το surf, τα spaghetti soundtracks του Ennio Morricone, τα ethnic ηχοχρώματα της Ανατολής και δεν ξέρουμε τι άλλο ακόμη.

 

Κι ενώ λοιπόν μπορεί να αναμένουν ορισμένοι αναγνώστες να γράψουμε για έναν κάποιον αχταρμά, στην πράξη, και σε κανένα σημείο τού "Soul Lament", δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο.

 

Κάτι που θα πρέπει να το αναζητήσουμε κατ' αρχάς στις συνθέσεις του Λεμονίδη, που είναι απλές και ουσιαστικές, κάπως σαν τραγούδια, χωρίς ίχνος επίδειξης, έπειτα στα παιξίματά του στην κιθάρα, που και αυτά κατακρατούν την ουσία, δίχως να εξελίσσονται σε μανιέρες –δεν προλαβαίνουν δηλαδή, γιατί κάθε track είναι διαφορετικό από το προηγούμενο και το επόμενό του, απαιτώντας άλλη αντιμετώπιση– και βεβαίως στις ενορχηστρώσεις (Λεμονίδης, Γκίκας, Μυλωνάς), που χωρίς να είναι ρηξικέλευθες, εντυπωσιακές κ.λπ. είναι θαυμαστές, επειδή κατορθώνουν να δημιουργήσουν έναν ήχο, στο "Soul Lament", που να μην εξαρτιέται από τις εκάστοτε συνθέσεις, αλλά να πορεύεται ανεξαρτήτως εκείνων.

 

Και ναι, έχουμε την γνώμη πως ο ήχος είναι ένα πολύ βασικό πλεονέκτημα του άλμπουμ, εφάμιλλο σχεδόν με τις συνθέσεις. «Απολαύστε υπεύθυνα» λοιπόν.

Επαφή

 

 

 

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια