Μουσική

50 χρόνια από το τρίτο Isle of Wight Festival

Στη σκιά του Woodstock και του Monterey Pop Festival, το Isle of Wight Festival κατόρθωσε να συγκεντρώσει τον Αύγουστο του 1970 τα περισσότερα ονόματα και το μεγαλύτερο πλήθος από κάθε άλλη διοργάνωση της εποχής του.

Το Isle of Wight είναι ένα πυκνοκατοικημένο νησί, στον νότο της Αγγλίας, στη θάλασσα της Μάγχης, πολύ κοντά στην ακτή, με έκταση σχεδόν όση και η Θάσος.

 

Δεν ξέρω για ποιους λόγους μπορεί να είναι γνωστό στον καθέναν από εμάς, καθώς πρόκειται για ένα μέρος με παλαιά ιστορία, σίγουρα όμως για τους μουσικόφιλους είναι γνωστό για τα περίφημα Isle of Wight Festivals, που οργανώθηκαν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του '60 – φεστιβάλ, τα οποία ξεκίνησαν εκ νέου, μετά από μια πολυετή παύση, το 2002.

 

Αυτά τα φεστιβάλ, τα νεότερα, θα τα γνωρίζουν σίγουρα οι φίλοι της πιο καινούριας ποπ (φέτος δεν έγινε η διοργάνωση λόγω COVID-19), ενώ εκείνα των σίξτις είναι σίγουρα τα πιο «μυθικά», έχοντας άσβηστη φλόγα.

 

1968

Το πρώτο Isle of Wight Festival οργανώθηκε στο νησί το 1968. Ξεκίνησε το Σάββατο της 31ης Αυγούστου στις 8 το βράδυ, για να ολοκληρωθεί στις 8:30 το επόμενο πρωί (1η Σεπτεμβρίου). Βασικός οργανωτής ήταν ο Rikki Farr, ένας ιμπρεσάριος των night clubs του Πόρτσμουθ, που όχι χωρίς δυσκολίες κατόρθωσε να εξασφαλίσει τον κατάλληλο χώρο από την τοπική κοινότητα.

 

Σ' εκείνη την πρώτη διοργάνωση, που είχε μαζέψει 10 χιλιάδες νέους (hippies βασικά), είχαν εμφανισθεί πολλά βρετανικά γκρουπ, όπως οι Halcyon Order (μια τοπική μπάντα, που έπαιξε κυρίως κομμάτια των Cream), οι Tyrannosaurus Rex (του Marc Bolan), οι Aynsley Dunbar Retaliation (ένα από τα καλύτερα γκρουπ του βρετανικού blues boom), οι Plastic Penny, οι Smile (του Brian May, κιθαρίστα αργότερα των Queen), οι Move, οι Pretty Things, οι Crazy World of Arthur Brown (που είχαν προλάβει να κυκλοφορήσουν το περίφημο "Fire"), οι Fairport Convention, ο DJ John Peel, ενώ δεν εμφανίστηκε ένα τοπικό γκρουπ, που ήταν προγραμματισμένο να ανεβεί στη σκηνή και να παίξει, οι Cherokees.

 

Οι άνθρωποι που δούλεψαν για την διοργάνωση είχαν ένα χρόνο να προετοιμαστούν προκειμένου να δημιουργήσουν ένα event, που θα «σκέπαζε» οτιδήποτε σχετικό είχε οργανωθεί έως τότε στο χώρο της ποπ και του ροκ. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε από μια πλευρά.

 

Headliner του φεστιβάλ ήταν οι περίφημοι Αμερικανοί Jefferson Airplane, που τότε χαλούσαν κόσμο, κερδίζοντας φυσικά τις ισχυρότερες των εντυπώσεων.

 

1969

Την επόμενη χρονιά, το 1969, το Isle of Wight Festival θα αποκτούσε τεράστια παγκόσμια αίγλη, λόγω της εμφάνισης σ' αυτό του Bob Dylan, ο οποίος θα επισκεπτόταν την Βρετανία μετά από τρία χρόνια (είχε μεσολαβήσει και το ατύχημα με την μοτοσυκλέτα του).

 

Οι διοργανωτές, ο Rikki Farr και τα αδέλφια Ray, Ron και Bill Foulk (όλοι λίγο πάνω από τα 20 χρόνια τους) κατόρθωσαν να φτιάξουν ένα σούπερ τριήμερο (29 έως 31 Αυγούστου 1969 – λίγες ημέρες δηλαδή μετά από το Woodstock), συγκεντρώνοντας στο χωριό Wootton, στα βορειοανατολικά του νησιού, πάνω από 100 χιλιάδες ανθρώπους!

 

Την πρώτη μέρα εμφανίστηκαν οι Marsupilami, οι Eclection, οι Bonzo Dog Doo-Dah Band και οι Nice.

 

Την δεύτερη μέρα οι Gypsy (μια μπάντα από το Λέστερ), οι Blodwyn Pig, οι Edgar Broughton Band, ξανά οι Aynsley Dunbar Retaliation, η Marsha Hunt, ο DJ Jeff Dexter, οι Pretty Things (ξανά), οι Family, οι Who, οι Fat Mattress, οι Joe Cocker and The Grease Band και οι Moody Blues, ενώ ήταν προγραμματισμένο να εμφανιστούν ακόμη οι King Crimson και οι Battered Ornaments, με τους Free να παίζουν ελάχιστα (κανα τέταρτο) και με τους Blonde On Blonde να μην είναι σίγουρο αν ανέβηκαν στη σκηνή τελικά.

 

Η τρίτη μέρα θα άνοιγε με τους Liverpool Scene (του ποιητή Adrian Henri), για να ακολουθήσουν οι Third Ear Band, οι Indo-Jazz Fusions, ο Gary Farr, ο Tom Paxton, οι Pentangle, η Julie Felix, ο Richie Havens, οι Band και να κλείσει ο Bob Dylan (συνοδευόμενος από τους Band φυσικά). Απίστευτη line-up, που έγραψε ιστορία!

 

Και κάπως έτσι προχωράμε στην τρίτη ιστορική διοργάνωση, του 1970, που θα μας απασχολήσει εδώ και τώρα περισσότερο.

 

Γενικό πλάνο από τη διοργάνωση του 1970. Φωτο: Όλες οι φωτογραφίες του άρθρου προέρχονται από το άρθρο του περιοδικού ΕΠΙΚΑΙΡΑ, #110, 11-18 Σεπτεμβρίου 1970

 

1970

Το Isle of Wight Festival του 1970, που οργανώθηκε από την ίδια ομάδα στο Afton Down, στη δυτική πλευρά του νησιού Wight αυτή τη φορά, είναι αναμφισβήτητα το ιστορικότερο όλων.

 

Οι άνθρωποι που δούλεψαν για την διοργάνωση είχαν ένα χρόνο να προετοιμαστούν προκειμένου να δημιουργήσουν ένα event, που θα «σκέπαζε» οτιδήποτε σχετικό είχε οργανωθεί έως τότε στο χώρο της ποπ και του ροκ. Το αποτέλεσμα τους δικαίωσε από μια πλευρά.

 

Παρότι οικονομικά το φεστιβάλ δεν έβγαλε τα λεφτά του (οι διοργανωτές έχασαν 125 χιλιάδες λίρες) η προσέλευση, η ποιότητα και οι συμμετοχές έσπασαν όλα τα ρεκόρ. Περισσότεροι από 650 χιλιάδες(!) νέοι θα περάσουν στο νησί εκείνο το καλοκαίρι του 1970, παρακολουθώντας μερικά από τα σημαντικότερα συγκροτήματα και καλλιτέχνες της εποχής.

 

Για πέντε μέρες (Τετάρτη 26 Αυγούστου έως Κυριακή 30 Αυγούστου) μια τεράστια περιοχή θα καταληφθεί από τα γκρουπ και τους fans, δημιουργώντας πρωτόγνωρες καταστάσεις – όχι μόνο στο αυστηρώς καλλιτεχνικό επίπεδο, αλλά και σ' εκείνο της οργάνωσης, της διαχείρισης και της προστασίας ενός τόσο τεράστιου πλήθους.

 

Όπως διαβάζουμε και στο βιβλίο του Brian Hinton Message to Love / The Isle of Wight Festival 1968-1969-1970 [Castle Communications plc, Surrey 1995], ο οποίος ένωνε στα πρώτα χρόνια του '90 (την εποχή που έγραφε το βιβλίο του δηλαδή) το παρελθόν με το τότε παρόν:

 

«Περνάω από την τοποθεσία, που είχε γίνει εκείνο το φεστιβάλ του 1970, πολύ συχνά. Όλη εκείνη η έκταση είναι υπό καλλιέργεια τώρα, μια τεράστια πεδιάδα πλούσια σε σιτάρι και κριθάρι. Οι μόνοι άνθρωποι στο οπτικό πεδίο μου είναι είτε κάποιος αγρότης που κρύβεται από το τρακτέρ του, είτε ένας μοναχικός σέρφερ που κρέμεται, φαινομενικά ακίνητος, πάνω από το Afton Down. Και όμως μισό εκατομμύριο άνθρωποι κάποτε έκαναν αυτό το χωράφι σπίτι τους, σε μιαν έκταση τόση όσο το μάτι μπορούσε να δει, σε ένα καλειδοσκόπιο χρωμάτων και έξαψης. Η British Rail είχε ανακοινώσει ότι πάνω από 600 χιλιάδες άτομα είχαν χρησιμοποιήσει τα πορθμεία της τις μέρες του Φεστιβάλ.

 

»Είχαν έρθει με τα πόδια, με μοτοσικλέτες, με αυτοκίνητα, με φορτηγά, μερικά εκ των οποίων ήταν ζωγραφισμένα με φωτεινά σχέδια και προκλητικά συνθήματα, του τύπου Το Έθνος του Γούντστοκ εν δράσει κ.λπ. Μέχρι την Παρασκευή, κάθε πορθμείο σχεδόν βυθιζόταν στο νερό κάτω από το βάρος των ατελείωτων ορδών των φανς, που μαζεύονταν από παντού για ν' απολαύσουν μια σειρά καλλιτεχνών απαράμιλλη σ' αυτή τη χώρα, πριν ή μετά. Ήμουν στο Lymington Quay (νότια Αγγλία), στην ουρά, με τη προσκοπική σκηνή μου και με μια κουβέρτα του πατέρα μου, ώστε να περάσω στο Yarmouth (στο νησί Wight) και από 'κει να πάρω το λεωφορείο για την τοποθεσία του φεστιβάλ.

 

»Παρόλο που είχα αγοράσει το εισιτήριό μου νωρίς, στην πράξη διαπίστωσα πως ο ήχος ήταν καλύτερος σ' ένα λόφο πάνω από το Afton Down, ένα φυσικό αμφιθέατρο που μπορούσε να φιλοξενήσει πάνω από 50 χιλιάδες άτομα, και που σύντομα θα το αποκαλούσαμε Desolation Hill.

 

»Από κάτω έβλεπες σκηνές κάθε σχήματος και χρώματος, σε πολλές από τις οποίες ξεχώριζες μια σημαία, που προσδιόριζε κατά κάποιο τρόπο την ταυτότητα του ιδιοκτήτη της. Θυμάμαι, πάντως, να επιστρέφω στη δική μου μέσα στο σκοτάδι και να την βρίσκω αναποδογυρισμένη από τον άνεμο. Κάποιοι ωστόσο είχαν καταφέρει να φτιάξουν τις δικές τους πρόχειρες κατοικίες είτε χρησιμοποιώντας ξύλα και πλαστικά, είτε δεμάτια σανού.

 

»Η δυνατή μουσική ακουγόταν μέχρι το ξημέρωμα, και κάθε πρωί, όπως βλέπεις στις επικές ταινίες του Χόλιγουντ, ένα τεράστιο πλήθος εκτεινόταν στα καταπράσινα λιβάδια σε τέτοια έκταση όση μπορούσε να καλύψει το μάτι σου. "Ω γενναίε νέε κόσμε / που έχεις να προτάξεις τέτοιους ανθρώπους", όπως έγραφε ο Χάξλεϋ και πριν απ' αυτόν ο Σέξπιρ. Φαινόταν ότι θα μπορούσε να διαρκέσει για πάντα...».

 

Τι μαθαίναμε στην Ελλάδα, σε πρώτο χρόνο, για το Isle of Wight Festival του 1970;

Στις αρχές του '70 η ποπ και το ροκ είχαν αρχίσει να απασχολούν και στην Ελλάδα τα μίντια, τα έντυπα και τον κόσμο (τους νέους ακροατές και θιασώτες αυτής της μουσικής), ακόμη πιο πλατιά.

 

Αν και κατ' ουσίαν μουσικά περιοδικά, το 1970, δεν υπήρχαν στη χώρα (ό,τι υπήρχε ήταν μέτριο ή και κάτω του μετρίου) τα μεγάλα περιοδικά της εποχής, το ΦΑΝΤΑΖΙΟ και τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ βασικά, προσπαθούσαν να πιάσουν το σχετικό κλίμα και να το μεταφέρουν στους αναγνώστες τους, αναδημοσιεύοντας μεταφρασμένα κείμενα από ξένα έντυπα, παράγοντας κάποιες φορές, τις λιγότερες, και πρωτότυπη ύλη.

 

Αν και η μουσική δημοσιογραφία εκείνων των χρόνων ήταν χαμηλού επιπέδου εντούτοις, κάποιες φορές, επιχειρούσε να κάνει το «μεγάλο άλμα», προσφέροντας στο μέτρο του δυνατού καλή (κριτική) πληροφόρηση.

 

Και κάπως έτσι την εβδομάδα 11-18 Σεπτεμβρίου 1970 τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ (τεύχος 110) κυκλοφορούν με εξώφυλλο το Isle of Wight Festival(!), αφιερώνοντάς του, εντός, τέσσερις σελίδες (οι δύο έγχρωμες). Μάλιστα η πληροφόρηση δεν ήταν «κονσέρβα», αλλά πρωτότυπη καθώς φωτογράφιζε για το event ο Γκρέγκορυ Δανδουλάκης (ανταποκριτής, που ζούσε μάλλον τότε στο Λονδίνο), με το σχετικό κείμενο να το υπογράφει κάποιος K.Γ.

 

Την εβδομάδα 11-18 Σεπτεμβρίου 1970 τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ (τεύχος 110) κυκλοφορούν με εξώφυλλο το Isle of Wight Festival(!).

 

Ας μεταφέρουμε ένα μέρος του κειμένου, έχει νόημα και κάποια αξία (χωρίς να το σχολιάσουμε):

 

«Ποιοι ανέρχονται σήμερα στον κόσμο της μουσικής ποπ; Ποιοι πέφτουν; Το φεστιβάλ της Νήσου Ουάιτ, στην Αγγλία, προσφέρει ένα πολύτιμο οδηγό για τις τάσεις του σύγχρονου τραγουδιού: πολύς ρυθμός, καλύτεροι στίχοι, κλασικός τόνος με την Μπαέζ και τους Χου, εγκατάλειψη των παλιών νέγρικων μοτίβων, όπως επίσης και άνοδος ενός νέου τύπου μουσικής, του σόουλ.

 

Η αρχή ήταν πάντα δύσκολη. Ένα πλήθος εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων έπρεπε να κάνη ησυχία, να συγκεντρωθή και να στρέψη τα αυτιά του προς τη βορειοδυτική γωνιά τού απέραντου γηπέδου.

 

Συστοιχίες μεγαφώνων, με πελώρια ηχεία στημένα πάνω στο γρασίδι ή κρεμασμένα από ψηλούς στύλους, περιέβαλλαν την εξέδρα, απ' όπου τραγουδούσαν οι θεοί του ποπ.

 

Στη μεγάλη έντασή τους, τα μεγάφωνα... έκαναν τη γη να τρέμη. Μια σειρά από στερεοφωνικούς ενισχυτάς και ένα συνεργείο χειριστών εξασφάλιζαν με το παραπάνω την ακρόαση, ακόμη και από το πιο μακρινό αυτί.

 

Ο Ρίκκι Φαρ, ξανθός με μακριά μαλλιά και μακρύ πρόσωπο, σαν άλογο, χούφτωνε το μικρόφωνο για να πη τις πρώτες λέξεις. Η φωνή του έγινε πασίγνωστη στην Αγγλία από τους πειρατικούς σταθμούς, το Μπι Μπι Σι και την Άι Τι Βι. Είναι ο υπ' αριθμόν 1 κομπέρ στα προγράμματα μουσικής ποπ:

— Την προσοχή σας, παρακαλώ... Ακούστε με όλοι... Ησυχία, εκεί κάτω...

Ο ορυμαγδός καταλάγιαζε, σαν θάλασσα που παύει να κυματίζη, όταν πέφτη ο αέρας.

— Σε λίγο θα αρχίση το πρόγραμμά μας.

 

Η ώρα κόντευε δύο το μεσημέρι. Ακόμη και στο Ουάιτ κάνει ζέστη τέτοια ώρα. Τα πουλόβερ έβγαιναν και ρίχνονταν στο γρασίδι, αποκαλύπτοντας ανδρικά και γυναικεία στήθη. Το γυμνό δεν σοκάρει, όταν γενικεύεται. Προνόμιο της γενιάς του 1970, να κάθεται γυμνή στον ήλιο.

 

Έπειτα ήταν η σειρά του Τζεφ Ντέξτερ: μοιάζει σαν Χριστός. Φορεί ένα είδος ράσου με μεγάλο ντεκολτέ. Είναι κι αυτός ένας βιπ στο άντεργκραουντ, δηλαδή στα τραγούδια που κυκλοφορούν υπογείως.

 

Ο Τζέφ δεν τραγουδά, παρουσιάζει. Είναι τοπ, δηλαδή κορυφή στην αγγλική τηλεόραση σαν ντισκ-τζόκεϋ. Φορεί γυαλάκια με σκελετό από ταρταρούγα, αλλά η όρασή του είναι σαν του κόρακα. Ζήτημα μόδας τα γυαλιά, όπως και τα μακριά χυτά μαλλιά – και ο χιτώνας του.

 

Στο λαιμό του Τζεφ ένα κολλιέ από χάντρες διαφόρων χρωμάτων. Παρ' όλα τα μαλλιά και τα μουστάκια και τα γένια, ο "τρελλός Τζεφ" δεν μπορεί να φανή μεγάλος: είναι ένα παιδί λίγο σοβαρό, λίγο αστείο, που δεν μπορεί να ανοίξη το στόμα του χωρίς να πη τρία ή τέσσερα καλαμπούρια μαζεμένα.

 

Κι έπειτα... Έπειτα τα τρομερά ηχεία αρχίζουν να βροντούν. Με τον Ντόνοβαν, τους Πρόκολ Χάρουμ, τους Ηστ Χάρλεμ...

 

Τα συγκροτήματα ήσαν τριάντα αυτή τη φορά: δέκα για κάθε μία από τις κύριες ημέρες του φεστιβάλ, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Αλλά υπήρχαν και παρασυγκροτήματα, άλλες ορχήστρες και άλλοι τραγουδισταί που εμφανίστηκαν την Τετάρτη και την Πέμπτη, ή τις καθαυτό μέρες του φεστιβάλ, το πρωί.

 

Απ' αυτά τα συγκροτήματα του περιθωρίου κανένα δεν ξεχώρισε. Καταποντίσθηκαν και πολλά από τα γκρουπ του επίσημου προγράμματος.

 

Όταν οι ακροαταί φώναζαν "Α, α, α, α!" αυτό σήμαινε ότι το συγκρότημα έπρεπε να κατεβή αμέσως από τη σκηνή. Μερικοί τραγουδισταί παραήταν επίμονοι. Το "Α, α, α, α!" της αποδοκιμασίας κρατούσε μισή ώρα. Αλλά δεν όρμησε κανείς στη σκηνή να τους κατεβάση. Αρκούσε η γενική κατακραυγή: οι χίππυς προσπάθησαν να είναι φρόνιμοι.


Το "Ω, ω, ω, ω!", αντίθετα, σήμαινε μπράβο! Με το επιφώνημα αυτό ανακαλούσαν οι ακροαταί ένα συγκρότημα στη σκηνή. Στο μικρό κατάλογο που ακολουθεί είναι τα συγκροτήματα και οι χρυσές φωνές του "Ω, ω, ω, ω!"».

 

Στη συνέχεια ο Κ.Γ. περνά σε κρίσεις για ορισμένα από τα ονόματα, που εμφανίσθηκαν στο φεστιβάλ, αλλά αυτά δεν έχει νόημα τώρα να αναπαραχθούν, επειδή, γενικώς, δεν «στέκονται».

 

Μέσα σ' αυτό λοιπόν το σκηνικό, που περιέγραψε και ο έλληνας δημοσιογράφος, άρχισε να ανεβαίνουν τα συγκροτήματα και οι καλλιτέχνες στη σκηνή...

 

Τα πουλόβερ έβγαιναν και ρίχνονταν στο γρασίδι, αποκαλύπτοντας ανδρικά και γυναικεία στήθη.
Προνόμιο της γενιάς του 1970, να κάθεται γυμνή στον ήλιο.

 

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 1970

Ήταν η πρώτη μέρα του φεστιβάλ. Πρώτοι ανέβηκαν στο πάλκο οι Judas Jump, ένα όχι γνωστό σχήμα, που το απάρτιζαν όμως καλοί μουσικοί. Έπαιξαν και δικά τους κομμάτια φυσικά, αλλά περισσότερο άρεσε η διασκευή τους στο "Jumping Jack Flash" των Rolling Stones.

 

Ακολούθησε η Αμερικάνα folkist Rosalie Sorrels, την οποία συνόδευε ο κιθαρίστας David Bromberg. Στο έντυπο πρόγραμμα αναφερόταν πως σε ορισμένους η φωνή της έφερνε στη μνήμη την Billie Holiday. Θα μπορούσε... Αμερικάνα ήταν και η Kathy Smith, που τραγούδησε αμέσως μετά, μόνο με την κιθάρα της, και άρεσε.

 

Κι άλλο αμερικάνικο όνομα στη line-up της πρώτης ημέρας, ο σπουδαίος σήμερα Kris Kristofferson, αλλά όχι ιδιαιτέρως γνωστός εκείνη την εποχή. Μπορεί να είχε γράψει βεβαίως το περίφημο "Me and Bobby McGee" (που είχε πρωτοπεί ο Roger Miller το 1969), αλλά ακόμη δεν το είχε τραγουδήσει η Janis Joplin (με την οποία θα γινόταν μεγάλη, μεταθανάτια, επιτυχία). Ο Kristofferson δεν πέρασε καλά στο φεστιβάλ, επειδή το τραγούδι του "Blame it on the Stones" ακούστηκε σαν επίπληξη στους Rolling Stones, γεγονός που είχε ως συνέπεια να αποδοκιμαστεί.

 

Την ημέρα θα έκλειναν οι φοβεροί και τρομεροί, αν και μάλλον άγνωστοι ακόμη και σήμερα σ' ένα ευρύτερο κοινό στην Ελλάδα, Mighty Baby –ένα από τα σημαντικότερα γκρουπ του βρετανικού μουσικού underground– που παρουσίασαν δικό τους υλικό, όπως και μια ημίωρη διασκευή στη σύνθεση "India" του John Coltrane!

 

Πέμπτη, 27 Αυγούστου 1970

Την ημέρα άνοιξε μάλλον ο Gary Farr (αδελφός τού, εκ των διοργανωτών, Rikki Farr), που είχε εμφανιστεί και στο Isle of Wight του 1969, όπως και οι Everyone του Andy Roberts, που ήταν κατά βάση οι Liverpool Scene (και αυτοί από την line-up του '69) χωρίς τον ποιητή Adrian Henri.

 

Οι Supertramp, που μάλλον ακολούθησαν, ήταν άγνωστοι τότε, αφού το παρθενικό LP τους είχε κυκλοφορήσει μόλις ένα μήνα πριν το φεστιβάλ (τον Ιούλιο του 1970). Παρά ταύτα ξεχώρισαν διασκευάζοντας το "All along the watchtower" του Bob Dylan.

 

Στη συνέχεια βγήκαν πολλοί και διάφοροι. Πρώτοι οι Βραζιλιάνοι Caetano Veloso και Gilberto Gil, οι masters της tropicália, τους οποίους είχε συλλάβει η χούντα στην πατρίδα τους τον Δεκέμβριο του' 68, αποφυλακίζοντάς τους δυο μήνες μετά, με την εντολή όμως να εγκαταλείψουν τη Βραζιλία – κάτι που συνέβη τελικά μετά τις συναυλίες της 20ης και 21ης Ιουλίου του '69, στο Salvador της Bahia, όταν οι δυο φίλοι απευθύνθηκαν στον κόσμο για να τους καλύψει τα εισιτήρια, προκειμένου να φύγουν στο Λονδίνο. Τέλος πάντων το καλοκαίρι του '70 βρίσκονταν αμφότεροι στην Αγγλία, δίνοντας το παρόν στο Isle of Wight Festival.

 

Σειρά στη σκηνή πήραν οι Black Widow, το σκοτεινό, occult, progressive σχήμα, που απέδωσε το σατανιστικό "Come to the Sabbat". Κατόπιν βγήκαν οι σκληροτράχηλοι Groundhogs (η καλύτερη παρουσία των δύο πρώτων ημερών, όπως έχει γραφτεί), ακόμη ο Terry Reid, μία από τις καλύτερες ροκ φωνές τότε στην Βρετανία, που δεν είχε όμως την επιτυχία ενός Rod Stewart ή ενός Joe Cocker και επίσης οι Gracious!, μία πολύ ενδιαφέρουσα progressive μπάντα, που τότε ηχογραφούσε για την ετικέτα Vertigo.

 

Το πόστερ του Φεστιβάλ.

 

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 1970

Καθώς οι πρώτες δύο μέρες ήταν να τις πούμε προπαρασκευαστικές, οι επόμενες τρεις θα περιέκλειαν όλη την δύναμη και την προσφορά του φεστιβάλ.

 

Άνοιγμα με τους Fairfield Parlour, που ήταν η μετεξέλιξη των (Βρετανών) Kaleidoscope, οι οποίοι κερδίζουν κάποιες εντυπώσεις με τα μελωδικά, ντελικάτα και κάπως folky κομμάτια τους, παρότι κατά την διάρκεια τού σετ τους δημιουργήθηκαν διάφορα προβλήματα. Μάλιστα, κάτω από το όνομα I Luv Wight είχαν προλάβει να ηχογραφήσουν τον άτυπο ύμνο του φεστιβάλ, το τραγούδι "Let the world wash in". Το δισκάκι παίχτηκε ελάχιστα στη γιορτή, γιατί δεν άρεσε στον Rikki Farr (διοργανωτής), ο οποίος κάποια στιγμή θα το βγάλει από το πικάπ και θα το πετάξει σαν frisbee στον κόσμο. Σήμερα μια original promo κόπια, του μοναδικού single των I Luv Wight, ξεπερνάει τα 100 ευρώ.

 

Ανεβαίνουν στη σκηνή οι Arrival, μια καλή pop-rock μπάντα με μέλη από το Λίβερπουλ, που τραγουδούν δικές τους μελωδίες όπως και το "Hey, that's no way to say goodbye" του Leonard Cohen.

 

Οι Lighthouse, που τους διαδέχτηκαν, ήταν Καναδοί και αποτελούνταν από δεκατρείς(!) μουσικούς, έχοντας ως επικεφαλής τον ντράμερ Skip Prokop (πριν στους ψυχεδελικούς Paupers). Έπαιξαν τα "Hey Jude", "Give peace a chance", "Eight miles high" και "Chest fever", ανάμεσα σε άλλα, και άρεσαν.

 

Χαμός θα γινόταν με τους Taste του Rory Gallagher. Ήταν τόσο καλοί με αποτέλεσμα το set τους να κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά (1971) κανονικά σε δίσκο.

 

Χαμός θα γινόταν με τους Taste του Rory Gallagher. Ήταν τόσο καλοί με αποτέλεσμα το set τους να κυκλοφορήσει την επόμενη χρονιά (1971) κανονικά σε δίσκο. Λέμε για το LP "Live at The Isle of Wight" [Polydor], με τα tracks του Rory "What's going on", "Sugar mama", "Morning sun" και "Sinner boy", συν τα "Feel so good" (του Big Bill Broonzy) και "Catfish".

 

Ο σπουδαίος Tony Joe White είχε μια καλή παρουσία και κάπως cool, τραγουδώντας το "Boom boom" (John Lee Hooker) και τα δικά του "Polk salad Annie", "Roosevelt and Ira Lee" κ.λπ.

 

Μια μεγάλη στιγμή της τρίτης μέρας ήταν οι περίφημοι Chicago. Έπαιξαν πολύ δυνατά, στο δικό τους fusion στυλ, και βασικά γρήγορα, παρουσιάζοντας μεγάλα κομμάτια με εξαίσια σόλι σε πολλά όργανα, αφήνοντας άφωνο το πλήθος με την ορμή και την δεξιοτεχνία τους.

 

Τη σκυτάλη πήραν οι Family, μια άλλη μεγάλη βρετανική μπάντα, με τον Roger Chapman, τον τραγουδιστή τους, να είναι καθηλωτικός στο κλασικό δικό τους "The weaver's answer".

 

Procol Harum για την συνέχεια! Το ένα γκρουπ καλύτερο από τ' άλλο! Βασικά τούτοι έπαιξαν υλικό από το LP τους "A Salty Dog", παρουσιάζοντας τόσο «ήσυχες», όσο και πιο «σκληρές» στιγμές (τα έχωνε άγρια ο κιθαρίστας τους Robin Trower), ενώ όπως γράφει ο Brian Hinton, κανείς δεν θυμάται αν έπαιξαν το "A whiter shade of pale".

 

Σειρά θα έπαιρναν οι The Voices of East Harlem, ένα αφροαμερικανικό φωνητικό (βασικά) σχήμα, που το αποτελούσαν παιδιά από δώδεκα έως είκοσι ετών (δεκαπέντε τραγουδιστές και έξι οργανοπαίκτες συνολικά). Σε gospel και soul-funk δρόμους, άρεσαν με την διασκευή τους στο "Proud Mary" των Creedence Clearwater Revival.

 

Τέλος της τρίτης μέρας με το βαρύ σχήμα των Cactus. Πρώτης τάξεως μουσικοί, σε δυνατά passages. Σαν Led Zeppelin. «Σαν» λέμε.

 

Σάββατο, 29 Αυγούστου 1970

Ο πυρετός ανεβαίνει στο Afton Down του Isle of Wight. Η προτελευταία μέρα είναι απλώς συγκλονιστική, έχοντας να παρουσιάσει απίστευτα ονόματα.

 

Αρχή με τον John B. Sebastian, που είχε εμφανισθεί και στο Woodstock φυσικά, την προηγούμενη χρονιά. Τραγούδησε πολλά και διάφορα, δικά του και των Lovin' Spoonful ("She's a lady", "Daydream", "Do you believe in magic", "Younger girl" κ.λπ.).

 

Στην Ελλάδα όλοι πρέπει να ξέρουμε πια τον σπουδαίο τραγουδοποιό Shawn Phillips λόγω της συνεργασίας του με τον Μάνο Χατζιδάκι, στο soundtrack της ταινίας The Martlet's Tale (1970) του John Crowther. O Shawn Phillips, ως γνωστόν, υπήρξε ο πρώτος ερμηνευτής της «Μπαλάντας των αισθήσεων και παραισθήσεων». Στο Isle of Wight είπε δικές του συνθέσεις.

 

Ξαναβγαίνουν οι Καναδοί Lighthouse, που είχαν παίξει και την Παρασκευή, αποδίδοντας τα "Hey Joe", "All you need is love" κ.λπ.

 

Για πέντε μέρες μια τεράστια περιοχή θα καταληφθεί από τα γκρουπ και τους fans, δημιουργώντας πρωτόγνωρες καταστάσεις.

 

Ήταν να βγουν οι Mungo Jerry στη συνέχεια, αλλά έγινε κάποιο μπέρδεμα και τελικά δεν έπαιξαν. Βασικά ταξίδευαν, για να παίξουν κάπου αλλού.

 

Ακολουθεί η Joni Mitchell, η οποία, λίγους μήνες νωρίτερα, την άνοιξη του 1970, ήταν στην Ελλάδα, στα Μάταλα και την Αθήνα, παρακολουθώντας το πρώτο ανέβασμα του μιούζικαλ Hair στη χώρα μας. Το σετ της ήταν πολύ καλό, αλλά σημαδεύτηκε από μερικά απρόοπτα. Τραγούδησε το "Woodstock" βέβαια, το "Both sides now" και άλλα διάφορα.

 

Στη σκηνή ο σπουδαίος και μάλλον ξεχασμένος σήμερα Tiny Tim, ένας από τους πιο παράξενους τραγουδιστές (ως φωνή) της εποχής. Είχε το πιο αλλοπρόσαλλο ρεπερτόριο, καθώς τραγούδησε από rock n' roll, μέχρι πατριωτικά βρετανικά άσματα ("There'll always be an England", "Land of hope and glory" κ.ά.), αλλά κατόρθωσε να δημιουργήσει την δική του ατμόσφαιρα.

 

Σειρά είχε ο Miles Davis! Ο μέγιστος της τζαζ, που τότε είχε στρίψει και προς το ροκ, έφθασε στο νησί με σπουδαία μπάντα, την οποίαν αποτελούσαν οι Gary Bartz άλτο και σοπράνο σαξόφωνα, Chick Corea clavinet, Keith Jarrett ηλεκτρικό πιάνο, Dave Holland μπάσο, Jack DeJohnette ντραμς και Airto Moreira κρουστά. Με τέτοιο σχήμα ο Miles Davis καθήλωσε τους πάντες, με την απίστευτα προχωρημένη μουσική του.

 

 

Miles Davis - Call It Anything

 

Αλλαγή φρουράς και οι Ten Years After, με τον κιθαρίστα Alvin Lee, στο πάλκο του φεστιβάλ. Με νωπό ακόμη τον θρίαμβό τους στο Woodstock έπαιξαν "Love like a man", "Good morning little school girl", "I'm going home" φυσικά, και άλλα φλογερά, κάνοντας κάποιους να μιλήσουν για την καλύτερη, έως τότε, εμφάνισή τους. Να πούμε πως στο άλμπουμ τους "Watt" [Deram, 1970] καταγράφεται το "Sweet little sixteen" του Chuck Berry, έτσι όπως το έπαιξαν στο φεστιβάλ.

 

Απίστευτη η συνέχεια, καθώς τη σκηνή στο Afton Down καταλαμβάνουν οι Emerson, Lake and Palmer. Οι άνθρωποι, ο Emerson, ο Lake και ο Palmer, μόλις είχαν φορμάρει το γκρουπ, δίχως να έχουν κυκλοφορήσει ακόμη ούτε έναν δίσκο (ο πρώτος του θα έβγαινε τον Νοέμβριο). Ήταν όμως γνωστοί σαν ονόματα μέσω των Nice, των King Crimson και των Crazy World of Arthur Brown. Έπαιξαν κομμάτια από το επερχόμενο LP τους, όπως το "The barbarian", δίνοντας και μια 40λεπτη(!) version του "Pictures at an exhibition" (του Μόδεστου Μουσόργκσκι), το οποίο θα δισκογραφούσαν την επόμενη χρονιά (1971). Ο Keith Emerson, με το moog synthesizer σε πρώτο πλάνο, προσέφερε σίγουρα κάτι το διαφορετικό.

 

Πανικός στο stage, καθώς αμέσως μετά βγαίνουν οι Doors με τον Jim Morrison, ο οποίος εμφανίζεται με μακριά μαλλιά και μούσια, φορώντας ένα μαύρο πανωφόρι. Έπαιξαν νύχτα οι Doors, με το σώου τους να το τρώει κάπως το σκοτάδι, επειδή ο Morrison δεν είχε δώσει άδεια για να τον κινηματογραφούν (και άρα για επιπλέον φώτα). Ήταν φοβεροί οι Doors και εκπληκτικός ο Ray Manzarek! Έπαιξαν "Backdoor man", "Break on through", When the music's over", "Ship of fools", "The End", βεβαίως "Light my fire" και δικαίως αποθεώθηκαν.

 

 

The Doors - Light My Fire (Live At The Isle Of Wight Festival 1970)

 

Και από τους Doors στους Who! Πόσα τέτοια συγκροτήματα θα μπορούσες να δεις ζωντανά, σε μία μόνο μέρα; Σε τι ψυχική και σωματική κατάσταση θα έπρεπε να βρισκόσουν, ώστε να αντιλαμβανόσουν πλήρως όλο εκείνο που εξελισσόταν μπροστά στα μάτια σου; Οι Who ανέβηκαν στη σκηνή μετά τις 4 το πρωί (Κυριακή πλέον). Έπαιξαν τα πάντα, όλα τα μεγάλα τραγούδια τους ("I can't explain", "Substitute", "My generation", "Magic bus" κ.λπ.), έπαιξαν "Summertime blues", έπαιξαν "Shakin' all over", έπαιξαν "Tommy", πυρπολώντας τη σκηνή!

 

 

The Who - Live at the Isle of Wight Festival 1970

 

Στις 6:30 το πρωί ανέβηκε στην εξέδρα η Melanie, που είχε εμφανισθεί και στο Woodstock (όπως και οι Who εξάλλου). Έπαιξε "Mr. Tambourine man", "Ruby Tuesday" και άλλα διάφορα, και ήταν κάπως σαν γέφυρα λίγο πριν από το κλείσιμο της ημέρας.

 

Που το ανέλαβαν ποιοι; Οι Sly and The Family Stone (κι αυτοί Woodstock-βετεράνοι). Παρότι έπαιξαν τελευταίοι, και πλέον πρωί, ήταν εξαιρετικοί, εκτοξεύοντας ευφρόσυνα vibes σ' ένα κουρασμένο, οπωσδήποτε, πλήθος.

 

Κυριακή, 30 Αυγούστου 1970

Η τελευταία ημέρα του φεστιβάλ ήταν εξίσου σημαντική με την προτελευταία, όπως θα διαπιστώσετε, κλείνοντας ένα πενθήμερο έντονων φορτίσεων, έξαψης και συναισθημάτων, μιας μεταμορφωτικής συνύπαρξης νιάτων, που ήξεραν να λαμβάνουν από την μουσική το μέγιστο των αναδράσεων.

 

Άνοιγμα με τους «ήσυχους» Αμερικανούς Good News, τον τσελίστα Larry Gold και τον κιθαρίστα Michael Bacon δηλαδή, που εκείνη την εποχή είχαν κυκλοφορήσει και το μοναδικό τους άλμπουμ.

 

Ο Kris Kristofferson, που είχε παίξει και την πρώτη ημέρα, την Τετάρτη, ξαναβγήκε στη σκηνή του Isle of Wight Festival και αυτή τη φορά τα πήγε πολύ καλύτερα, έχοντας δίπλα του καλούς μουσικούς (Zal Yanovsky, Billy Swan).

 

Τρίτη «ήσυχη» παρουσία στη σειρά, o Εγγλέζος folkist Ralph McTell, που άρεσε ιδιαιτέρως με τις γλυκές-πικρές μπαλάντες του, όπως την "Chalk dust" (γραμμένη, με τέχνη, νόημα και αίσθημα, για τις μέρες της σχολικής ζωής).

 

Τα αίματα θα αρχίσουν να ανάβουν κάπως με τους Heaven, ένα τζαζ-ροκ σύνολο από το γειτονικό Πόρτσμουθ, που είχε την υποστήριξη του Rikii Farr, το οποίο θα κυκλοφορούσε κι ένα 2LP στην CBS, την επόμενη χρονιά (1971).

 

Με τους Free στη σκηνή θα γίνει η πρώτη μεγάλη έκρηξη της ημέρας. Εξαιρετικό σκληρό, με blues καταβολές, σχήμα, οι Free είχαν στις τάξεις τους σπουδαίους μουσικούς (τον τραγουδιστή Paul Rodgers, τον κιθαρίστα Paul Kossoff, τον μπασίστα Andy Fraser, τον ντράμερ Simon Kirke), που τα έδωσαν όλα στη σκηνή. Έπαιξαν και παλιά blues, όπως το "Crossroads" του Robert Johnson, και δικά τους κομμάτια, όπως το κλασικό πια "All right now".

 

 

Ακολούθησε ο σπουδαίος Donovan. Ξεκίνησε ακουστικά, στο γνωστό ύφος του, με το "Catch the wind", αλλά στην πορεία θα πιάσει και την ηλεκτρική κιθάρα του, και καθώς συνοδευόταν από δύο ακόμη μουσικούς (το συγκρότημά του Open Road), θα προτείνει στο πλήθος και το ψυχεδελικό ρεπερτόριό του ("Season of the witch" κ.λπ.).

 

Το ύφος δεν θα αλλάξει πολύ, καθώς οι εξίσου σημαντικοί Pentangle, που είχαν εμφανισθεί στο φεστιβάλ και το 1969, και που κινούνταν στο ίδιο πάνω-κάτω folk-ψυχεδελικό κλίμα, θα φροντίσουν για ένα το ίδιο συναρπαστικό σετ.

 

Και οι Moody Blues είχαν ξαναεμφανισθεί, το 1969, κινούμενοι και αυτοί στο γνωστό ντελικάτο στυλ τους, παίζοντας και το "Nights in white satin" και τραγούδια από το πιο ωραίο (μάλλον) και πρόσφατο για τότε άλμπουμ τους "On the Threshold of a Dream".

 

Η ώρα περνάει και ο κόσμος ανυπομονεί για τα ακόμη πιο μεγάλα ονόματα, που είναι κανονισμένο να εμφανισθούν στο τέλος της ημέρας.

 

Στη σκηνή σκάνε οι Jethro Tull. Ο Ian Anderson είναι σε διαβολεμένη φόρμα, όπως και όλη η μπάντα εξάλλου, που δίνει ανεπανάληπτες εκτελέσεις στα κομμάτια της "My god", με το έξοχο σόλο στο φλάουτο, "Dharma for one", με το άπιαστο σόλο-ντραμς του Clive Bunker κ.λπ.

 

 

Jethro Tull - My God (Nothing Is Easy - Live At The Isle Of Wight 1970)

 

Ακολουθεί εκείνος, που όλοι περίμεναν να δουν. Ο Jimi Hendrix! Έχοντας δίπλα του τον Billy Cox στο μπάσο και τον Mitch Mitchell στα ντραμς, όπως και κάποια τεχνικά προβλήματα, που δεν θα μπορούσε να λείπουν (όχι μόνον στην περίπτωση τού Hendrix, μα και σε άλλα ονόματα), μάγεψε και αυτός με το πέραν πάσης φαντασίας παίξιμό του, και βεβαίως με τα τραγούδια του. Να μην το ξεχνάμε αυτό. Γιατί ο Hendrix εκτός από ανεπανάληπτος κιθαρίστας ήταν και κορυφαίος τραγουδοποιός.


Μαρτυρά, εξάλλου, από παλαιά και το LP του "Isle of Wight" [Polydor, 1971], στο οποίο καταγράφεται μέρος του κονσέρτου του. O Hendrix ξεκίνησε με "God save the queen" (φυσικά, θα πούμε), παίζοντας ακόμη "All along the watchtower", "Machine gun", "Freedom", "Foxy lady", Message of love", "Hey Joe", "Purple haze", "Voodoo child" και λοιπά. Μύθος! Πώς να φαντάζονταν, όσοι τον έβλεπαν τότε στο νησί, πως αυτός ο άνθρωπος, 19 μόλις μέρες αργότερα, θα έφευγε από την ζωή στα 28 του χρόνια;

 

 

Blue Wild Angel: Jimi Hendrix Live At The Isle Of Wight

 

Οι τρεις επόμενοι καλλιτέχνες, που θα έκλειναν την γιορτή και που ανήκαν στο χώρο της μπαλάντας, με τις όποιες επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, δεν ήταν λιγότερο διάσημοι από τον Jimi Hendrix εκείνη την εποχή. Και όλοι μπορούμε να σκεφθούμε για ποιους λόγους η γιορτή θα όδευε προς το τέλος της πιο χαμηλόφωνα, πιο νηφάλια, δίχως όμως να υποστείλει τα οράματά της.

 

Joan Baez στο stage και "Farewell Angelina", "I shall be released", "Blowin' in the wind" (όλα του Bob Dylan) και ακόμη "Suzanne" (του Leonard Cohen), "Oh, happy day", "The night they drove Old Dixie Down" κ.λπ. Η Baez, που ήταν τότε (και τώρα) μία γενικότερη προσωπικότητα και όχι απλώς μια folkist, μίλησε για τον άντρα της, τον David Harris, που είχε φυλακιστεί λόγω της αντίθεσής του στον πόλεμο του Βιετνάμ, για το μωρό της και άλλα διάφορα.

 

Το μικρόφωνο και η σκηνή περνούν στον Leonard Cohen, και στο συγκρότημά του τους Army. Μαγικές στιγμές από τον μεγάλο τροβαδούρο, που είπε όλα τα «διαμάντια» του και καταχειροκροτήθηκε. Το "Tonight will be fine" (από το κονσέρτο) ακούστηκε στο LP του "Live Songs" [Columbia, 1973].

 

 

Leonard Cohen - Suzanne (Live At The Isle of Wight 1970)

 

Η πενθήμερη γιορτή θα ολοκληρωνόταν στο Isle of Wight με τον Richie Havens, που είχε εμφανισθεί και την προηγούμενη χρονιά. Το Woodstock και το "Freedom" μπορεί να τον ακολουθούσαν κι εδώ, αλλά ο Havens απέδειξε πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα τραγούδι. Έχοντας δίπλα του τον κιθαρίστα Paul Williams, ο αμερικανός τραγουδοποιός «άπλωσε» ένα διαχρονικό προοδευτικό ρεπερτόριο από Beatles, μέχρι "Sometimes I feel like a motherless child", για να κλείσει με "Hare Krishna".

 

Επίλογος

Το Isle of Wight Festival του 1970 δεν ευτύχησε, ώστε να γίνει «μύθος» όπως το Woodstock – αν και από κάθε πλευρά ήταν καλύτερο από 'κείνο. Ήταν εξάλλου πενθήμερο, με πολύ περισσότερα και μεγάλα ονόματα, και με εμφανίσεις, που απλώς θα τις χαρακτήριζες, και ουσιαστικά και τεχνικά, συγκλονιστικές.

 

Παρότι όλο το event κινηματογραφήθηκε από τον ντοκιμαντερίστα Murray Lerner θα έπρεπε να περάσουν 26 χρόνια για να δοθεί μια δίωρη ταινία στη δημοσιότητα, η Message to Love: The Isle of Wight Festival (1996), η οποία δεν θα μπορούσε, σε καμία περίπτωση, να προκαλούσε τον θόρυβο και να είχε την απήχηση, που είχε, σε χρόνο πρώτο, η ταινία Woodstock (1970) του Michael Wadleigh.

 

Ακόμη και στη δισκογραφία ατύχησε το Isle of Wight Festival 1970, αφού δεν κυκλοφόρησε κάποια αυτοδύναμη έκδοση, τω καιρώ εκείνω, με αυτό τον τίτλο στο εξώφυλλο, αλλά ένα τριπλό LP, το "The First Great Rock Festivals of the Seventies / Isle of Wight / Atlanta Pop Festival" [CBS, 1971], με τον πρώτο δίσκο να αφορά στο αμερικάνικο φεστιβάλ (Atlanta) και με τους υπόλοιπους δύο στο βρετανικό (Isle of Wight).

 

Βεβαίως, στην πορεία θα τυπώνονταν διάφορα επιμέρους LP, CD και DVD, μεταφέροντας όλα όσα συνέβησαν, ή τέλος πάντων αρκετά, εκείνες τις πέντε ημέρες του Αυγούστου του 1970 στο βρετανικό νησί, όμως, και πάλι, όλη αυτή η εκδοτική προσφορά συνέβη, στην πλειονότητά της, κατόπιν εορτής, και άρα με εγγενείς αδυναμίες για την συγκρότηση του (εμπορικού) «μύθου».

 

Ίσως και καλύτερα, εδώ που τα λέμε – για λόγους, που δεν έχει νόημα, τώρα, να αναπτύξουμε. Η μουσική που παρήχθη εκείνες τις ημέρες, το ροκ, το φολκ, η τζαζ, η σόουλ, θα παραμένει πάντα ζωντανή, ακμαία, σοβαρή, παιγμένη εκπληκτικά, με τρομερά συναισθηματικά και κοινωνικά φορτία, θα είναι με άλλα λόγια πάντα εδώ, εκεί, παντού, διαθέσιμη για να την απολαύσουμε, αλλά και για να σκεφθούμε πάνω σ' αυτήν, σε σχέση με το τότε, σε σχέση με το τώρα, ανά πάσα στιγμή και ώρα.

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια