Η σχέση του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου με την δισκογραφία είναι μέσες-άκρες γνωστή στους περισσότερους από εμάς... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης / LIFO
Μουσική

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και η σχέση του με τη δισκογραφία

Οι δικές του μελοποιήσεις στα ποιήματά του και οι συνεργασίες του με άλλους συνθέτες και τραγουδοποιούς.



Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου (20 Μαρτίου 1931 – 11 Αυγούστου 2020) με την δισκογραφία είναι μέσες-άκρες γνωστή στους περισσότερους από εμάς.

 

Τα βασικά: «Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας» σε μουσική Διονύση Σαββόπουλου, οι μελοποιήσεις ποιημάτων του από τον Σταύρο Κουγιουμτζή και τον Μάνο Χατζιδάκι, τα δικά του λαϊκά τραγούδια (σε μουσικές και λόγια δικά του εννοούμε). Υπάρχουν όμως και άλλα τινά και όχι πολύ γνωστά, που αξίζει να επισημανθούν, επειδή έχουν νόημα και αξία.

 

Το 1994 κυκλοφορεί από την εταιρεία Ανατολή Music Productions, με επιμέλεια παραγωγής από τον αείμνηστο Κώστα Κωτούλα, το άλμπουμ «Το Αιώνιο Παράπονο», που περιλάμβανε δέκα τραγούδια σε μουσική και λόγια του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ερμηνευμένα από τους Θεσσαλονικιούς λαϊκούς τραγουδιστές Δημήτρη Νικολούδη και Παναγιώτη Καραδημήτρη.

 

Αφιερωμένος στην ποίηση και μην αγαπώντας ιδιαίτερα τη μουσική, δεν είναι παράξενο που δε σκέφτηκα να γράψω ποτέ μου τραγούδια. Το 1968 όμως κάποιος φίλος μου που βρισκόταν στη φυλακή μου έστειλε μερικούς στίχους του και μου ζήτησε να τους μελοποιήσω.

 

Στο ένθετο εκείνου του άλμπουμ (LP) διαβάζαμε ένα κείμενο του Ν. Χριστιανόπουλου, γραμμένο τον Μάρτιο του 1994, στο οποίο ο ίδιος ο ποιητής αναφερόταν στην περιπέτειά του με τα τραγούδια και την δισκογραφία. Το κείμενο αυτό είναι αρκετά αναλυτικό και, μαζί με κάποιες δικές μας ενσωματωμένες επεξηγήσεις, καταγράφει μια πορεία περίπου 30 χρόνων (από τα μέσα του '60 έως τα μέσα του '90) δράσεων τού ποιητή σε σχέση με το θέμα μας. Το μεταφέρουμε αυτούσιο...

 

«Το "Αιώνιο παράπονο" έχει κι αυτό τη μικρή ιστορία του. Θα σας τη διηγηθώ με λίγα λόγια.

 

Αφιερωμένος στην ποίηση και μην αγαπώντας ιδιαίτερα τη μουσική, δεν είναι παράξενο που δε σκέφτηκα να γράψω ποτέ μου τραγούδια. Το 1968 όμως κάποιος φίλος μου που βρισκόταν στη φυλακή μου έστειλε μερικούς στίχους του και μου ζήτησε να τους μελοποιήσω. Το έκανα με χαρά, και μάλιστα τις νύχτες περνούσα έξω από τη φυλακή και τραγουδούσα το τραγούδι μας – έτσι επικοινωνούσαμε μια και δεν ήταν δυνατό να τον επισκέπτομαι. Και τότε μου συνέβη κάτι απροσδόκητο: άρχισαν να μου έρχονται αλλεπάλληλα το ένα τραγούδι μετά το άλλο κι έγραφα σαν τρελός ταυτόχρονα τη μουσική και τους στίχους – ενώ παράλληλα η ποίηση είχε ατονήσει μέσα μου. Έτσι, μέσα σ' ενάμιση χρόνο είχα γράψει τριαντατρία τραγούδια, όλα –εκτός από τρία– με δικούς μου στίχους και όλα –εκτός από δύο– με ταυτόχρονη έμπνευση μουσικής και στίχων. (Θυμούμαι ότι ο Τσιτσάνης δεν ήθελε να παραδεχθεί ότι έγραφα ταυτόχρονα τη μουσική και τους στίχους. Επέμενε πως ή έχεις τη μουσική και μετά βρίσκεις τους στίχους ή έχεις τους στίχους και μετά σου 'ρχεται η μουσική. Τόσο πολύ στάθηκε αδύνατο να τον μεταπείσω, που άρχισα να αναρωτιέμαι μήπως αποτελούσα περίπτωση).

 

Σιγά σιγά τα πιο πολλά από τα τραγούδια αυτά άρχισαν να κυκλοφορούν είτε με μαγνητοταινίες είτε με κασέτες μεταξύ των φίλων μου, που τα αγαπούσαν πολύ. Μερικοί τα μάθαιναν και τα τραγουδούσαν, άλλοι τα διέδιδαν στους γνωστούς τους. Μια-δυο φορές παρά τρίχα θα έβγαιναν σε δίσκο: τo 1980 η Χάρις Αλεξίου και ο Γιώργος Νταλάρας έδειξαν πολύ ενδιαφέρον να τα τραγουδήσουν, δεν τα ήθελε όμως ο διευθυντής της εταιρείας. Εξίσου αληθινό ενδιαφέρον, λίγο αργότερα, έδειξε και ο διευθυντής της Λύρας Αλέξανδρος Πατσιφάς και ήθελε να τα παρουσιάσει με την Ελευθερία Αρβανιτάκη, αλλά ο αιφνίδιος θάνατός του (σ.σ. 3 Σεπτεμβρίου 1983) ματαίωσε τα σχέδιά του. Ενδιαφέρον για συνεργασία έδειξε, λίγο πριν από τους σεισμούς, και ο Διονύσης Σαββόπουλος, αλλά ήμασταν πολύ διαφορετικοί για να προκύψει η συνεργασία.

 

Αποφάσισα να βασιστώ στις δικές μου δυνάμεις παρά να κάθομαι και να περιμένω τις διάφορες εταιρείες και τους διάφορους φίλους. Έτσι λοιπόν κατάφερα να εκδώσω σε βιβλίο το "Αιώνιο παράπονο" τρεις φορές: το 1981, το 1986 και το 1993. Επίσης το 1984 εξέδωσα ένα πολύ ωραίο και πρωτότυπο πορτφόλιο με τον τίτλο "Δώδεκα τραγούδια", που περιείχε τους στίχους και τις νότες δώδεκα τραγουδιών, μαζί με 27 ξυλογραφίες του Νίκου Β. Νικολαΐδη. Σ' αυτό το διάστημα εξέδωσα και τρεις κασέτες: το 1982 κυκλοφόρησα την κασέτα "Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τραγουδά τα τραγούδια του" (όπου τραγουδούσα είκοσι από τα τραγούδια χωρίς συνοδεία οργάνων), το 1986 έβγαλα την κασέτα "Χριστιανόπουλος - Ζήκας - Κοροβίνης στην Όμορφη Νύχτα" (όπου τα τραγούδια ακούγονται σκέτα και με ορχήστρα) και, τέλος, το 1990 βγήκε και μια τρίτη κασέτα με τον τίτλο "Βαρδάρι κι Εγνατία", όπου η Αριάδνη ερμηνεύει δέκα τραγούδια και τη συνοδεύει στο πιάνο με δικές του εισαγωγές ο Γιάννης Σπυρόπουλος. Βιβλία και κασέτες, μέσα σε 14 χρόνια, έφτασαν τις δέκα χιλιάδες αντίτυπα, και μάλιστα χωρίς καμιά διαφήμιση ή διευκόλυνση από πουθενά.

 

Φυσικά, η ποιότητα των στίχων από νωρίς τράβηξε το ενδιαφέρον πολλών μουσικών και φίλων. Έτσι άρχισε μια παράλληλη μελοποίηση από τρίτους, εντελώς άσχετη από τη δική μου μουσική. Πρώτος ξεκίνησε ο Διονύσης Σαββόπουλος με το "Τι να τα κάνω τα τραγούδια σας" (1965), συνέχισε ο Σταύρος Κουγιουμτζής με το "Φωτογράφο" (1982) (σ.σ. πριν τον "Φωτογράφο" και τα υπόλοιπα τραγούδια σε στίχους Χριστιανόπουλου του άλμπουμ "Μικραίνει ο Κόσμος" του 1982, ο Κουγιουμτζής μελοποιεί άλλα δύο ποιήματα, τα "Όταν σε περιμένω", "Έλα ν' ανταλλάξουμε", που τραγούδησε η Βίκυ Μοσχολιού το 1979 στο άλμπουμ "Όταν Σε Περιμένω" – ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τα ξεχνά, επειδή, μάλλον, δεν του άρεσαν) κι ακολούθησαν αρκετοί άλλοι, όπως ο Χρίστος Χρυσοχοΐδης, η δυάδα Νίκος Βίττης-Γιώργος Σφυρίδης, ο Γιώργος Φιλιππάκης (σ.σ. στα άλμπουμ των Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω "Ta Εγκαίνια" του 1989 κι "Ένα Ευχαριστώ" του 1999 ο Γ. Φιλιππάκης συμπεριλαμβάνει και την μελοποίησή του στο ποίημα του Ν. Χριστιανόπουλου "Το μουτράκι") και τώρα τελευταία (σ.σ. Μάρτιος 1994) ο Μάνος Χατζιδάκις με το "Αδέσποτο γαϊδουράκι" (σ.σ. ο δίσκος "Τα Τραγούδια της Αμαρτίας" με τον Ανδρέα Καρακότα κυκλοφόρησε από τον Σείριο το 1996, μετά τον θάνατο του Μάνου Χατζιδάκι). Αληθινή ευλογία Κυρίου, αν σκεφτεί κανείς πως δε ζήτησα ποτέ από κανέναν τίποτε και πως σε όλους αυτούς οι στίχοι μίλησαν από μόνοι τους.

 

 

Ο φωτογράφος Γιάννης Μπογδάνος - Βίντεο από το 1992

 

Τώρα τελευταία μου έγιναν και κάποιες δελεαστικές προτάσεις από μια εταιρεία, αλλά αρνήθηκα. Αν το ενδιαφέρον δεν είναι αληθινό, αν δε βγαίνει από μια αγνή συγκίνηση της καρδιάς, τι να τους κάνω τους δίσκους και τις εταιρείες; Να όμως που βρέθηκαν δύο τραγουδιστές, ο Δημήτρης Νικολούδης και ο Παναγιώτης Καραδημήτρης –Θεσσαλονικείς και οι δυο– που από το 1986 αγάπησαν τα τραγούδια μου και αποφάσισαν να τα τραγουδήσουν σε δίσκο. (σ.σ. Το 1997 κυκλοφορεί ένα ακόμη άλμπουμ του Κουγιουμτζή, το "Με Τέχνη και με Πάθος", που περιείχε επανεκτελέσεις παλαιότερων τραγουδιών σε στίχους Χριστιανόπουλου με τη φωνή του Νικολούδη). Δέχτηκα, γιατί πείσθηκα για τα αισθήματά τους. Κι έτσι, χάρη στην αγάπη τους και την επιμονή τους, βγαίνει σήμερα ο δίσκος (σ.σ. 1994), αφού τα τραγούδια περίμεναν υπομονετικά επί είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια. Και είμαι σίγουρος πως η πράξη αυτή αγάπης των δύο νέων τραγουδιστών θα συγκινήσει και όλους εκείνους που μέσα στις κουλτουριάρικες φωνασκίες, πολύ σπάνια βρίσκουν τραγούδια που να μιλήσουν στην καρδιά τους.

 

Πριν κλείσω, θα ήθελα να προσθέσω πως δεν ξανάγραψα έκτοτε άλλα τραγούδια κι εύχομαι να μην ξαναγράψω, παρά μόνο αν μου 'ρθει η έμπνευση. Μια και η έμπνευση όμως συνεχίζει να έρχεται μόνο για ποιήματα, είμαι πολύ ευχαριστημένος που, έστω και μια φορά, πρόλαβα κι εγώ τον άγγελο στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ».

 

Ας προσθέσουμε κι εμείς στα όσα προηγούμενα και το σύντομο τραγούδι «Το φιλί» (λόγια Ντίνος Χριστιανόπουλος φυσικά), που αποδίδει ο Κώστας Σιδέρης στο CD των Χειμερινών Κολυμβητών «Το Πέρασμά σου» [Lyra, 2007]. 

 

Επίσης το 1998 συμμετέχει στην ίδρυση του συγκροτήματος Παρέα του Τσιτσάνη, τραγουδώντας και στο άλμπουμ «Η Παρέα του Τσιτσάνη τραγουδάει κλασικά τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη» [9.58 fm ΕΡΤ3 / Εν Χορδαίς / ΚΕ.ΠΟ.ΘΕ.].

 

 

Εγνατία - Δημήτρης Νικολούδης

 

Μια ομάδα ηχογραφήσεων του Ντίνου Χριστιανόπουλου (δίσκοι και κασέτες) είναι εκείνη στους οποίους δεν υπάρχουν τραγούδια, μα ποιήματα ή δικές του μεταφράσεις, που διαβάζει ο ίδιος. Ας αναφέρουμε κι αυτές τις εκδόσεις.

 

Λέμε βασικά: α). για την κασέτα «Μουσική και Ποίηση 3», που ήταν ένθετη στο περιοδικό ΝΗΣΟΣ (Ιούνιος 1984). Εκεί ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διάβαζε έξι ποιήματά του, που είχαν ηχογραφηθεί στο στούντιο του Σάκη Παπαδημητρίου, τον Απρίλιο του 1983, β). για το LP «Ελληνικά Ποιήματα / Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διαβάζει Ντίνο Χριστιανόπουλο», στη γνωστή σειρά Διόνυσος της εταιρείας Lyra το 1988 και γ). για το CD «Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος διαβάζει αποσπάσματα από το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο σε δική του μετάφραση» το 2006.

 

Τι άλλο υπάρχει ακόμη; Βασικά υπάρχουν δύο CD, που κυκλοφόρησαν μέσα στην τελευταία δεκαετία, από νεότερους συνθέτες / τραγουδοποιούς, και όχι λαϊκούς, που προτείνουν μιαν άλλη διάσταση της ποίησης του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Λέμε για τα άλμπουμ της May Roosevelt και των Socos - Μαρίνου Τζιάρου.

 

Γι' αυτούς τους δύο δίσκους είχαμε γράψει παλαιότερα κάποια ειδικά κείμενα, τα οποία αξίζει να τα δούμε εκ νέου.

 

1994

 

Κατ' αρχάς για το άλμπουμ της May Roosevelt «Μουσική σε Ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου» [IANOS, 2013]

 

Το αιώνιο ερώτημα λοιπόν (και όχι... παράπονο) παραμένει.

 

Τι σχέση μπορεί να έχει η ποίηση (όταν δεν είναι μελοποιημένη) με τη μουσική; Τι σημαίνει, δηλαδή, απαγγελία ποίησης με συνοδεία μουσικής; Και κυρίως τι σημαίνει «μουσική σε ποίηση», όταν η ποίηση παύει να υφίσταται;

 

Πώς είναι δυνατόν ένα ποίημα, η απαγγελία του οποίου διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα, να επενδύεται με μουσικές τεσσάρων και πλέον λεπτών; Υπάρχουν, τέλος πάντων, κάποιοι κανόνες που να διατρέχουν μια τέτοια σχέση; Ποιες είναι οι δυνάμεις συνάφειας ανάμεσα στη μουσική και σε μια ποίηση που γράφεται ερήμην της μουσικής και των κανόνων της (ή της ανατροπής των κανόνων της);

 

Για την επικοινωνία beat ποίησης και jazz π.χ. έχει χυθεί πολύ μελάνι – και όσον αφορά στην περίπτωση του Jack Kerouac, και άλλων ενδεχομένως, έχουν διατυπωθεί ικανοποιητικότατες προσεγγίσεις-απαντήσεις. Για πλείστες άλλες, όμως, περιπτώσεις απαγγελίας ποίησης και μουσικής τα ερωτήματα παραμένουν. Και πάντα θα παραμένουν, και διαρκώς θα τίθενται σε νέα... διαβούλευση.

 

Είναι γνωστή σε όλους η ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου. Είναι γνωστός ο λιτός, αφαιρετικός, σχεδόν επιγραμματικός χαρακτήρας της. Επίσης είναι γνωστή και η θεματολογία τoύ συγκεκριμένου ποιητή, η σχέση του με την λαϊκή κουλτούρα, και κυρίως η αγάπη και το πάθος του για την τραγουδοποιία του Τσιτσάνη – κάτι, εν πάση περιπτώσει, που θα πρέπει να το έχουμε διαρκώς υπ' όψιν μας.

 

Ο Τσιτσάνης, καθώς και άλλα τινά –άλλες εκφάνσεις της λαϊκής Θεσσαλονίκης του '40 και του '50 κυρίως, εννοούμε–, συναποτελούν έναν κώδικα, μία γραμμή, η οποία στοιχειώνει την ποίηση του Χριστιανόπουλου. Σε ποιο βαθμό, λοιπόν, μπορεί μία ενδεχόμενη μουσική επένδυση να τα υπερβεί όλα τούτα ή ακόμη και να τα παραβλέψει;

 

Το άλμπουμ της May Roosevelt «Μουσική σε Ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου» τοποθετεί την εν λόγω ποίηση, σ' ένα άλλο, σ' ένα εντελώς διαφορετικό βάθρο.

 

Και η αλήθεια είναι πως η αντίστιξη ανάμεσα στον λόγο αυτόν καθ' αυτόν –αλλά και στον λόγο έτσι όπως απαγγέλλεται από τον ίδιον τον ποιητή– και τη μουσική είναι και σαφής και υπαρκτή, όσο και αν η συνθέτιδα (συντοπίτισσα του Χριστιανόπουλου να υπενθυμίσουμε), έχει τον τρόπο να υπερβαίνει τους σκοπέλους.

 

Βασικά, τα όργανα που χρησιμοποιούνται για την επένδυση των στίχων είναι το πιάνο και η θερεμίνη – για να μην πούμε κυρίως το πιάνο. Και το λέμε τούτο υπό την έννοια πως σε επτά από τις δέκα συνοδείες, ήτοι στα ποιήματα «Βγάλε τη στολή σου», «Όταν σε περιμένω», «Στάξε μου το σάλιο σου», «Το έγκλημα της μοναξιάς», «Ρήμαγμα», «Καινούριο χιόνι πέφτει», καθώς και στο γνωστό τετράστιχο «Καημένε Μακρυγιάννη να 'ξερες/ γιατί το τζάκισες το χέρι σου/ το τζάκισες για να χορεύουν σέικ/ τα κωλόπαιδα» το πιάνο είναι εκείνο που έχει τα πρωτεία στην «ένδυση» της φωνής του ποιητή, για ν' ακολουθήσει η θερεμίνη (μαζί με το πιάνο) στον απομένοντα (πέραν του λόγου) χρόνο.

 

Είναι οπωσδήποτε μία αποδεκτή «λύση» το πιάνο, κυρίως γιατί ακολουθεί τον λόγο του ποιητή, άγεται και διαμορφώνεται συχνά από την προσωδία του.

 

Απεναντίας, στο δεύτερο μέρος (ας το πούμε έτσι) των μελοποιήσεων, εκεί όπου ο λόγος δεν υπάρχει, με την μουσική να παίρνει αφορμή από εκείνον αναπτυσσόμενη ερήμην του (ή, έστω, με την αύρα του), η May Roosevelt δείχνει για μιαν ακόμη φορά πως γνωρίζει να χειρίζεται τους «όγκους» της θερεμίνης, δημιουργώντας αυτοδύναμα downtempo περιβάλλοντα.

 

Πάντως, αν είναι αλήθεια πως η Θεσσαλονικιά μουσικός συγκινήθηκε από την ποίηση, όπως και από τη γενικότερη κοσμοθεωρία του Ντίνου Χριστιανόπουλου (πώς αλλιώς θα προέβαινε σε μια τέτοια κίνηση;), τότε θα πρέπει να είναι άλλο τόσο αλήθεια το γεγονός πως, στον ίδιο βαθμό ή και περισσότερο, πρέπει να συγκινήθηκε και ο Ν. Χριστιανόπουλος από τo πιάνο και ιδίως από τη θερεμίνη της. Και αυτό ακριβώς είναι, για μας, το απροσδόκητο.

 

 

To έγκλημα της μοναξιάς

 

Και τώρα μερικά λόγια για το άλμπουμ των Socos - Μαρίνου Τζιάρου «Το πρώτο απ' το δεύτερο και το δεύτερο απ' το τρίτο...» [Puzzlemusik, 2014], το βασισμένο στην ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου.

 

Αυτό που πράττουν οι Socos - Τζιάρος στο CD «Το πρώτο απ' το δεύτερο και το δεύτερο απ' το τρίτο...» δεν συνηθίζεται στην σύγχρονη σκηνή. Επιχειρείται να μελοποιηθούν με τον πιο κυριολεκτικό τρόπο ορισμένα ποιήματα του Ντίνου Χριστιανόπουλου και όχι να δημιουργηθούν «ατμόσφαιρες», αφήνοντάς τα (αφήνοντας τα ποιήματα εννοούμε) πάνω τους να επιπλέουν.

 

Η προσπάθεια, δηλαδή, εμπεριέχει στοιχεία πρωτοτυπίας (έτσι πρέπει να το πούμε τελικά), τα οποία διογκώνονται λόγω (και) της ακουστικής ενοργάνωσης. Κιθάρες και μόνον κιθάρες. Ή μάλλον, πιο σωστά, κιθάρες και φωνές. Socos και Μαρίνος Τζιάρος.

 

Τώρα, αν η φωνή του Τζιάρου, και μάλιστα κάτω από το συγκεκριμένο «ένδυμα», φέρνει στον νου μας, ενίοτε, τους αδελφούς Κατσιμίχα είναι κάτι που δεν μπορούμε να το εξηγήσουμε – αν και σε κάθε περίπτωση δεν το επισημαίνουμε ως ντεζαβαντάζ. Απεναντίας, η φωνή «ζεστή» και με το συγκεκριμένο ηχόχρωμα έχουμε την αίσθηση πως δημιουργεί μιαν επιπρόσθετη οικειότητα.

 

Σε οκτώ ποιήματα λοιπόν του Ντίνου Χριστιανόπουλου, διαφόρων περιόδων, επιλέγει να τοποθετήσει μουσική ο Socos (Το έγκλημα της μοναξιάς, Βολέματα καταστροφής, Όσο με πληγώνεις, Όλο και πιο πολύ, Ρήμαγμα, Η θάλασσα, Αναστολή, Τέλος) – ποιήματα που δοκιμάζουν, αν θέλετε, τις ικανότητες και τις δυνατότητες των μελοποιών, γενικώς, στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν ολοκληρωμένα άσματα.

 

Γράφουμε «δοκιμάζουν», γιατί η ποίηση του Χριστιανόπουλου δεν φαίνεται εκ πρώτης να μετατρέπεται, με εύκολο τρόπο, σε τραγούδι. (Το υποστηρίζουμε, δίχως να παραγνωρίζουμε κάποιες, κατά καιρούς, επιτυχείς μελοποιήσεις στίχων τού θεσσαλονικιού ποιητή).

 

Ο Socos, πάντως, εμπνέεται από τους συγκεκριμένους στίχους και την ποίηση, κατορθώνοντας να δώσει ένα άλμπουμ μοναδικό θα λέγαμε στην σύγχρονη παραγωγή.

 

Προσπαθώντας να «κατεβεί» βαθιά σε κάθε λέξη, σε κάθε στίχο, σε κάθε στροφή, ο φίλος μας αποδεικνύει πως γνωρίζει τι ακριβώς μελοποιεί, και άρα πού πρέπει να διπλασιάσει, να τριπλασιάσει ή και να πολλαπλασιάσει λέξεις, στίχους ή στροφές, ώστε να δημιουργήσει άλλοτε υποτυπώδη, αλλά λειτουργικά ρεφρέν, και άλλοτε ουσιαστικά κουπλέ, τα οποία να αποδίδουν όλες τις διακυμάνσεις της ποίησης του Χριστιανόπουλου.

 

Είχαμε γράψει παλαιότερα, με αφορμή τον δίσκο ενός άλλου σύγχρονου τραγουδοποιού, ότι μας κάνει εντύπωση το γεγονός πως η σύγχρονη σκηνή μοιάζει να αγνοεί το σχήμα φωνή-κιθάρα.

 

Μπορεί η ατμόσφαιρα της «Εκδρομής» του Νίκου Μαμαγκάκη και ο όγκος του «Φορτηγού» του Διονύση Σαββόπουλου (αφήνουμε τα ακόρντα της «Δημοσθένους Λέξις») να... καταπίνουν, 40-50 χρόνια τώρα, οτιδήποτε στο πέρασμά τους, όμως αυτό δεν πρέπει να αποθαρρύνει νεότερους μουσικούς να δοκιμάσουν στον «τρόπο», αγνοώντας ταυτίσεις, συγκρίσεις, ή οτιδήποτε άλλο.

 

Το «σχήμα» φωνή-κιθάρα δεν είναι πρόχειρο, ούτε lo-fi (αν ορισμένοι νομίζουν κάτι τέτοιο). Απεναντίας, είναι πολύ απαιτητικό. Πρέπει να έχεις μεγάλες ικανότητες για να φτιάξεις τραγούδια, τα οποία να μπορείς, εν συνεχεία, να τα υποστηρίξεις μόνο με μιαν ακουστική κιθάρα.

 

Τα πολλά όργανα, τα «κόλπα», τα εφέ, οι μείξεις, οι «επεξεργασίες» και όλα τα υπόλοιπα μπορεί να έχουν την σημασία τους (όταν την έχουν), όμως κάποιες φορές κουκουλώνουν το πρωτογενές υλικό, παραπλανώντας δημιουργούς και ακροατές.

 

Ο Socos έχοντας αντιληφθεί πως έχει στην φαρέτρα του σοβαρό πρωτογενές υλικό δεν εμποδίζεται στο να υιοθετήσει το απλούστερο και λειτουργικότερο των σχημάτων συνοδείας για να υποστηρίξει τη δουλειά του, που ταυτίζεται εν προκειμένω και με την μοναχική όσο και απέριττη ποίηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου. (Ξεχωρίζουμε τα τραγούδια «Όσο με πληγώνεις», «Όλο και πιο πολύ» και «Αναστολή», χωρίς να ακούγεται αδιάφορο κανένα από τα υπόλοιπα).

 

Το αποτέλεσμα δεν τον δικαιώνει απλώς. «Το πρώτο απ' το δεύτερο και το δεύτερο απ' το τρίτο...» είναι το σημαντικότερο άλμπουμ μελοποιημένης ποίησης που έχουμε ακούσει εδώ και πάρα πολύ καιρό. Για να μην πούμε... εδώ και χρόνια.

 

Αυτά γράφαμε εκείνη την εποχή που βγήκαν τα συγκεκριμένα CD, την διετία 2013-14, και εν πολλοίς εξακολουθούν να ισχύουν.

 

 

Όλο και πιο πολύ

 

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια