Η Schneider συνθέτει, γράφει, για τους δύο κόσμους που κυριαρχούν τώρα στη ζωή μας, Ο ένας είναι ο ψηφιακός κόσμος και ο άλλος η φύση.
Μουσική

Η Αμερικανίδα Maria Schneider είναι μία από τις σημαντικότερες συνθέτριες της σύγχρονης τζαζ

Το πιο πρόσφατο άλμπουμ της, «Data Lords», επιχειρεί να φέρει σε ηχητική επικοινωνία τον φυσικό με τον ψηφιακό κόσμο.



Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΔΑ ΣΥΝΘΕΤΡΙΑ, arranger και bandleader Maria Schneider, που βαδίζει προς τα 60 χρόνια της, είναι μία από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της σύγχρονης μουσικής και της τζαζ – με μεγάλη προσφορά, βασικά μέσω της Maria Schneider Orchestra. Μιας ορχήστρας που εμφανίστηκε στην δισκογραφία το 1994, με το άλμπουμ "Evanescence" στην γερμανική εταιρεία Enja, και που μέσα από λίγους σχετικά δίσκους κατόρθωσε να φθάσει σιγά-σιγά στις μέρες μας.

 

Η Schneider από το 2000 και μετά ηχογραφεί για μια σημαντική δισκογραφική εταιρεία, την artistShare, η οποία υπήρξε πρωτοπόρα όσον αφορά στο περιώνυμο crowdfunding. Μάλιστα έχει κι ένα σχετικό ρεκόρ. Είναι η πρώτη εταιρεία που κατάφερε να αποσπάσει Grammy για παραγωγή της, δίχως το συγκεκριμένο άλμπουμ να υπάρχει στα καταστήματα (ένα άλμπουμ, που το είχαν πληρώσει από την αρχή έως το τέλος του οι fans και κυκλοφορούσε μόνο στο ίντερνετ). Λέμε για το "Concert in the Garden" της Maria Schneider Orchestra από το 2004.

 

Το "Data Lords", τυπωμένο πριν από λίγο καιρό, για την πάντα μπροστά από τα πράγματα artistShare, είναι το πιο πρόσφατο άλμπουμ τής Maria Schneider, ένα ακόμη μεγαλεπήβολο project, που φέρει εις πέρας η ορχήστρα της.

 

Μέσα στο θόρυβο και τη φασαρία, απαιτείται, τώρα, ακόμη πιο μεγάλη προσπάθεια, προκειμένου να κάνουμε κάποια αληθινά διαλείμματα από τον ψηφιακό κόσμο, αποκτώντας την ίδια στιγμή πλήρη πρόσβαση στον οργανικό, στον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει.

 

Πρόκειται για ένα διπλό CD, κλεισμένο σε μιαν απλή, χάρτινη, αλλά πολύ ωραία σχεδιασμένη συσκευασία από τους Aaron Horkey και Cheri Dorr, στην οποία περιέχεται ένα booklet 70 σελίδων (με στοιχεία, κείμενα και φωτογραφίες).

 

Το άλμπουμ αποτελείται από δύο μέρη (ένα σε κάθε CD), με το πρώτο να αποκαλείται "The Digital World" και με το δεύτερο "Our Natural World". Στο πρώτο καταγράφονται πέντε συνθέσεις της Schneider και στο δεύτερο έξι. Αλλά ας δούμε, κατ' αρχάς, κάποια γενικότερα πράγματα σε σχέση με το συγκεκριμένο project.

 

Η Schneider, όπως και με τα προηγούμενα άλμπουμ της, θέλει «θέμα» για να δράσει. Άλλοτε το θέμα αυτό είναι καταφανές, ενώ άλλες φορές το θέμα είναι κάπως κρυμμένο και αναδεικνύεται από τα συμφραζόμενα. Εδώ, πάντως, είναι φανερό.

 

Η Schneider συνθέτει, γράφει, για τους δύο κόσμους που κυριαρχούν τώρα στη ζωή μας, ή εν πάση περιπτώσει βρίσκονται σε μία κόντρα ή και σε κάποιου είδους επικοινωνία. Ο ένας είναι ο ψηφιακός κόσμος και ο άλλος η φύση, ο φυσικός κόσμος. Η Schneider αντιλαμβάνεται αυτή την επικοινωνία, ανάμεσα στους δύο κόσμους, ως πολωμένη – και όχι άδικα. Όπως λέει και η ίδια:

 

«Μέσα στο θόρυβο και τη φασαρία, απαιτείται, τώρα, ακόμη πιο μεγάλη προσπάθεια, προκειμένου να κάνουμε κάποια αληθινά διαλείμματα από τον ψηφιακό κόσμο, αποκτώντας την ίδια στιγμή πλήρη πρόσβαση στον οργανικό, στον φυσικό κόσμο που μας περιβάλλει. Στον ψηφιακό κόσμο, οι κύριοι των δεδομένων, οι οποίοι αγωνίζονται για να συγκεντρώσουν όλες τις πληροφορίες που υπάρχουν, μας υπνωτίζουν με την εύκολη πληροφόρηση, με απεριόριστη ψυχαγωγία, με "επιμελημένο" περιεχόμενο και με άλλα πολλά και ατελείωτα, και προπαντός δελεαστικά. Ενώ πολλά από αυτά τα πράγματα μάς προσφέρουν μερικά θαυμάσια εργαλεία, που βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής μας, την κοινωνία και τον τρόπο σκέψης μας, ένας μεγάλος αριθμός αυτών των ψηφιακών δέλεαρ μουδιάζει το μυαλό και μας υποτάσσει».

 

Στον φυσικό κόσμο η μαγεία αποκαλύπτεται αν αποσπάσουμε την προσοχή μας από τον εικονικό κόσμο, φθάνοντας να αγκαλιάσουμε έως και τη σιωπή.

 

Και στη συνέχεια, πάντα με τα λόγια της Maria Schneider:

 

«Στον φυσικό κόσμο η μαγεία αποκαλύπτεται αν αποσπάσουμε την προσοχή μας από τον εικονικό κόσμο, φθάνοντας να αγκαλιάσουμε έως και τη σιωπή. Πριν από κάποια χρόνια ο φυσικός κόσμος ήταν ο μοναδικός μας κόσμος. Ο εγκέφαλός μας ήταν πολύ πιο ελεύθερος, δεν τον επιβουλευόταν η σύγχρονη ακαταστασία, και το μυαλό μας σε κάθε περίπτωση μπορούσε να παράγει όλες αυτές τις μεγάλες ιδέες που άνθισαν στον κόσμο μας. Επίσης οι αισθήσεις μας λειτουργούσαν έντονα, καθώς ήταν πάντα σε εγρήγορση. Τα μάτια και τα αυτιά μας ήταν πραγματικά πεινασμένα να απορροφήσουν τις νέες καλλιτεχνικές δημιουργίες. Και ενώ πολύ λιγότερη μουσική ήταν άμεσα διαθέσιμη, και κυριολεκτικά στα χέρια μας, νομίζω πως οι περισσότεροι από εμάς θυμούνται όλην εκείνη τη λαχτάρα που περιέκλειαν οι ακροάσεις μας. (...). Σε αυτόν τον οργανικό, αναλογικό κόσμο, νιώθουμε ριζωμένοι στη Γη, ως μοναδικά όντα, που τροφοδοτούνται από το φως του ήλιου και το οξυγόνο, μαζί με 117 άλλα χημικά στοιχεία. Και όμως, αυτός ο απίστευτα πολύπλοκος κόσμος μπορούσε να μας προσφέρει, και μας προσέφερε, μία κεντρική απλότητα».

 

Θαυμάσια είναι όλα αυτά, και απολύτως γόνιμοι οι προβληματισμοί τής Maria Schneider – δεν υπάρχει αμφιβολία. Το θέμα είναι, όμως, πώς όλα τούτα θα μετατραπούν σε ήχους, σε μουσικό έργο.

 

Η Αμερικανίδα συνθέτρια έχει, σίγουρα, τους τρόπους. Ένας από τους τρόπους, πέραν του ταλέντου της, είναι οι ίδιοι οι συνεργάτες της, η ορχήστρα της. Είναι πολυμελής φυσικά, καθώς αποτελείται από 18 οργανοπαίκτες (η ίδια συνθέτει και διευθύνει μόνον) με μερικά πολύ γνωστά ονόματα τού jazz circuit ανάμεσα, σαν τους Steve Wilson, Dave Pietro, Donny McCaslin σαξόφωνα, κλαρίνα, φλάουτα, Ryan Keberle τρομπόνι, Gary Versace ακορντεόν, Frank Kimbrough πιάνο και Johnathan Blake ντραμς, κρουστά.

 

Η Maria Schneider Orchestra εμφανίστηκε στην δισκογραφία το 1994, με το άλμπουμ "Evanescence".

 

Το άλμπουμ "Data Lords", δηλαδή το πρώτο CD του, το "The Digital World", ανοίγει με το "A world lost". Η σύνθεση κινείται στο χώρο του προχωρημένου rock ή έστω fusion. Εξαιρετικός ο κιθαρίστας Ben Monder, τραβάει το κομμάτι πολύν ώρα επάνω του, όπως και ο τενόρο σαξοφωνίστας Rich Perry, που αρχίζει να «φορτώνει» λίγο πριν από την μέση. Γενικά, πρόκειται για μία σύνθεση μεστή, που σε «κρατάει» καθ' όλη την διάρκειά της.

 

Το 14λεπτο "Don't be evil" παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Newport Jazz Festival, τον Αύγουστο του 2017. Πολύ «ανοιχτή» σύνθεση, εντός της οποίας χωρούν τέσσερις τουλάχιστον σολίστες (σε μπάσο, κιθάρα, τρομπόνι και πιάνο). Μουσική περίπλοκη μεν, αλλά όχι τεχνοκρατική. Μελωδίες ψαγμένες, που αναπτύσσονται σε κύκλους και που δημιουργούν μιαν αγχωτική ατμόσφαιρα.

 

Ακολουθεί το 10λεπτο "CQ CQ, is anybody there?". Η σύνθεση αναφέρεται στα ερασιτεχνικά ραδιόφωνα, που βοηθούσαν παλαιότερα στις (ασύρματες) επικοινωνίες, όπως και στα (τηλεγραφικά) σήματα Μορς. Οι ήχοι τους αναπλάθονται εδώ από το τενόρο σαξόφωνο του Donny McCaslin και από την τρομπέτα με ηλεκτρονικά του Greg Gisbert. Πιο «ελεύθερη» σύνθεση, με αναμφισβήτητο μεγάλο ενδιαφέρον. Έξοχη η ορχήστρα «πίσω» (κάποια όργανά της) σ' ένα καταιγιστικό «χαλί».

 

Στο 8λεπτο "Sputnik" βασικός σολίστας είναι ο βαρύτονο σαξοφωνίστας Scott Robinson. Το track αναφέρεται φυσικά στον πρώτο τεχνητό, σοβιετικό, δορυφόρο, που μπήκε σε τροχιά γύρω από την Γη (το 1957). Η Schneider τιμά το γεγονός, την κατασκευή, δημιουργώντας ένα βασικό θέμα που αναπτύσσεται σε παραλλαγές, και αφήνοντας την ορχήστρα της να «παίξει» σε διττό ρόλο, «παρακολουθώντας» την πορεία τού δορυφόρου στο «κενό» (στην αρχή), μέσω ήσυχων patterns, προσφεύγοντας σε δυναμικά «βαγκνερικά» στοιχεία προς το τέλος (προσδίδοντας στο "Sputnik"επικές διαστάσεις).

 

Το πρώτο CD θα ολοκληρωθεί με το 11λεπτο "Data Lords", που ακούστηκε για πρώτη φορά στην Βιβλιοθήκη του Κονγκρέσου, στην Washington D.C., τον Απρίλιο του 2016. Δύο βασικοί σολίστες κι εδώ, ο τρομπετίστας Mike Rodriguez και ο άλτο σαξοφωνίστας Dave Pietro, σε μια σύνθεση κάπως εξουθενωτική, που γεμίζει εντελώς το «πλάνο».

 

H Maria Schneider έχει προταθεί 12 φορές για Grammy και το έχει κερδίσει 5.

 

Το δεύτερο CD τού άλμπουμ, το "Our Natural World", ξεκινά με το "Sanzenin" (βουδιστικός ναός στο Κιότο, πνιγμένος στους κήπους και το πράσινο) και έχει τον ακορντεονίστα Gary Versace ως βασικό σολίστα. Η μουσική της Schneider είναι ήσυχη και κάπως ζεν, διαθέτει δε ποιητική εκφορά και «ανοιχτή» μελωδία, που θα μπορούσε να στριφογυρίζει επ' άπειρον. Πολύ ωραία, ως εισαγωγή, προαναγγέλλει μάλλον πολλά απ' αυτά που θ' ακουστούν στη συνέχεια.

 

Στο "Stone song" το σοπράνο σαξόφωνο του Steve Wilson κυριαρχεί. Κι εδώ ο μελωδικός διάκοσμος είναι συναρπαστικός, με το ακορντεόν και το πιάνο να «γεμίζουν» διακριτικά, πάνω σ' ένα μέσο προς αργό τέμπο.

 

Δεν αλλάζει, χοντρικώς, η ατμόσφαιρα ούτε στο "Look up", εκεί όπου το τρομπόνι του Marshall Gilkes έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Μπορεί το τέμπο να ανεβαίνει κάπως, αλλά, κι εδώ, κυριαρχεί η ίδια βασική γραμμή. Η μουσική της Schneider, που αφορά στις φυσικές διαδικασίες είναι επηρεασμένη από αυτές. Είναι πιο «επικοινωνιακή», πιο ανθρώπινη, με έκδηλα (τουλάχιστον εδώ) νεορομαντικά στοιχεία.

 

Το επόμενο κομμάτι είναι το πιο σύντομο του άλμπουμ, καθώς διαρκεί μόλις τέσσερα λεπτά. Λέγεται "Braided together" και είναι επηρεασμένο από την βαθιά, ανθρώπινη ποίηση του Ted Kooser (αγαπημένος ποιητής της Maria Schneider) και πιο συγκεκριμένα από το ποίημά του December 29. Κι εδώ η αργή μελωδία κυριαρχεί, σ' ένα κατά το μάλλον ή ήττον περιβαλλοντικό track.

 

Προτελευταία σύνθεση τού "Data Lords" είναι η 11λεπτη "Bluebird" (παρουσιασμένη για πρώτη φορά το 2016), με αναφορά σ' ένα συγκεκριμένο πουλί μπλε χρώματος. Ο Steve Wilson στο άλτο σαξόφωνο παίζει ένα καθαρό τζαζ σόλο, ενώ ο Gary Versace, με το ακορντεόν του, δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως αναπαριστά το... πέταγμα τού bluebird. Διαθέτει κάτι το μαγικό αυτή η σύνθεση, κατορθώνοντας να αγγίξει βαθιές πτυχές.

 

Το "Data Lords" θα ολοκληρωθεί με το τελευταίο «φυσικό» κομμάτι, που τιτλοφορείται "The sun waited for me". Δύο πνευστοί, ο Donny McCaslin τενόρο σαξόφωνο και ο Marshall Gilkes τρομπόνι, συμβάλλουν προς ένα εξέχον λυρικό άκουσμα, στηριγμένο και πάλι σε ποίημα του Ted Kooser.

 

Συμπέρασμα; Ένα ακόμη σπουδαίο, απλό στη σύλληψή του, αλλά πυκνογραμμένο και περιεκτικότατο άλμπουμ σύγχρονης τζαζ (ή και σύγχρονης μουσικής γενικότερα), από μία κορυφαία συνθέτρια του καιρού μας, την Αμερικανίδα Maria Schneider.

 

www.mariaschneider.com

Μουσική
Πρέπει να είστε μέλος για να αναρτήσετε σχόλια