Απώλειες

O Φώτης Παπαδόπουλος, ένα από τα πιο λατρεμένα «ξωτικά» αυτής της πόλης δεν μένει πια εδώ

Μουσικοσυνθέτης, τραγουδιστής, δημοσιογράφος, συγγραφέας, εικονολήπτης μα πάνω απ’ όλα πλάσμα άναρχο, γοητευτικό, με πολλές ανησυχίες, χαρίσματα κι ευαισθησίες, ο παλιόφιλος ο Φώτης (ή Φώτιος) την έκανε για τα ουράνια λιβάδια πάνω που συμπλήρωνε μισό αιώνα ζωής.

Με τον καιρό ανακάλυψα τα πολλά του ταλέντα που ποτέ δε διαφήμιζε, ποτέ δεν τα κοκορευόταν μήτε τα έκανε σημαία, πράγμα αυτονόητο για ανθρώπους με πολύ λιγότερες αξιοσύνες.

 

Η είδηση της κηδείας με συντάραξε: Δεν είχα ιδέα ότι ο φιλαράκος που μόλις δυο βδομάδες πριν μου ανακοίνωνε περιχαρής στο τηλέφωνο μια νέα «στροφή» στη ζωή του – «έκοψα τσιγάρα, πιώματα και ξενύχτια, άρχισα γυμναστική, νιώθω καλύτερα από ποτέ, έχω και σχέδια, θα στα πω από κοντά!» -, βρέθηκε την επομένη της συνομιλίας μας στο νοσοκομείο κι ότι μια σοβαρή ίωση σε συνδυασμό με άλλα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε θα αποδεικνύονταν μοιραία. Αποκλείεται, αναφώνησα δακρύζοντας, λες και μπορεί να ξορκιστεί έτσι το μόνο επιβεβαιωμένο ανθρώπινο πεπρωμένο. Δεν έχανα απλώς έναν ακόμα φίλο, που μπορεί να μην κάναμε πια παρέα κολλητή αλλά που καταλαβαινόμασταν απόλυτα και μ' ένα μόνο βλέμμα, σαν τους πιστούς μιας αποκαλυπτικής αίρεσης που εκείνος την τράβηξε στα άκρα. Έχανα άλλο ένα κομμάτι της προσωπικής μου ιστορίας. Γιατί με ανθρώπους που συναναστρέφεσαι στενά σε κάποιες σημαδιακές περιόδους του βίου σου αλληλοκαθορίζεσαι βαθιά, γίνεσαι ένα δέρμα κι αυτό διατηρείται εσαεί, έστω κι αν κάποτε χωρίσουν εντελώς οι δρόμοι σας.


Δεν θυμάμαι, που λες, αν πρωτογνωριστήκαμε στην πλατεία Εξαρχείων (ύστερα από ένα σύντομο φλερτ με την Αριστερά πέρασε κι αυτός στον κινηματικό χώρο, καταλήγοντας με δική του «παντιέρα») ή στα γραφεία του ΑΚΟΕ στη Ζαλόγγου. Θυμάμαι όμως σαν χτες τη λεπτή του αεικίνητη, μαυροντυμένη φιγούρα, τα τόσο εκφραστικά κι αγαπησιάρικα εκείνα λιλά μάτια με τα χαρακτηριστικά πυκνά φρύδια, τα μακριά μαύρα μαλλιά, το πάντα πρόσχαρο χαμόγελο, το ανοικτό πνεύμα και τη μεγάλη ψυχή. Βρεθήκαμε ένα διάστημα συνοδοιπόροι στη χάρντκορ μετεφηβεία όπου αμφότεροι τσαλαβουτάγαμε αρχές της δεκαετίας του '80. Πιο «ξεπεταγμένος» παρότι λίγο μικρότερος, με συνόδευε σε τσάρκες πονηρές, σε τρέλες διάφορες, μαζί μάλιστα πρωτοπήγαμε στα Λιμανάκια της Βουλιαγμένης. Μού 'μεινε αυτό το σκηνικό γιατί δεν είχα ξανακάνει γυμνισμό, γδύθηκε οπότε όλη η υπόλοιπη παρέα εξόν εμένα που κόμπλαρα, παρά το δούλεμα. Κάποια στιγμή λοιπόν καθώς λιαζόμασταν ορμάει ο μπαγάσας και με ξεβρακώνει με το... ζόρι, πετώντας το μαγιό στη θάλασσα! Όλους ήθελε να μας «απελευθερώνει»...

 

«Τακτοποίηση», χρήμα και φήμη δεν τον συγκινούσαν, αλλού προτιμούσε να δοξάζεται. Ο δικός του κόσμος ήταν πάντοτε «οι διαφορετικοί, οι ανατρεπτικοί, οι ονειροπόλοι». Ενστερνίστηκε την ελευθεριότητα σαν τη φυσική του τάξη πραγμάτων και την τίμησε μέχρι τέλους.


Με τον καιρό ανακάλυψα τα πολλά του ταλέντα που ποτέ δε διαφήμιζε, ποτέ δεν τα κοκορευόταν μήτε τα έκανε σημαία, πράγμα αυτονόητο για ανθρώπους με πολύ λιγότερες αξιοσύνες. Ήξερε μουσική, έπαιζε κιθάρα – από σκληρό ροκ μέχρι ρεμπέτικα και λαϊκά -, είχε θαυμάσια φωνή, συνέθετε, έγραφε στίχους, σοβαρούς και σατιρικούς, σχεδίαζε, το «είχε» με τη συγγραφή και τη δημοσιογραφία όπου στράφηκε όταν θεώρησε πως η στιχουργική τού έπεφτε κάπως βαριά: Οδός Πανός, Πρόσωπα (όπου χρημάτισε κι αρχισυντάκτης) 01, Γυναίκα, Περιοδικό, Έψιλον, Acid Camera στον Seven X... Έγραψε πολλά κομμάτια, έκανε δεκάδες συνεντεύξεις, έγινε όνομα χωρίς διόλου να το επιδιώξει ή να «επενδύσει» σε αυτό - απλώς απολάμβανε να κάνει «πράγματα συναρπαστικά, όχι προβλέψιμα ή παρωχημένα, ούτε κουβέντες με πρόσωπα βαρετά που έχουν μάθει ένα τροπάριο και το λένε για να συντηρούν τη φήμη τους», καθώς έλεγε, κι από τις προσωπικότητες που συνάντησε δημοσιογραφικά, δύο ξεχώρισε με τις οποίες κιόλας φίλιωσε: τη Μαλβίνα Κάραλη και τον Μιχάλη Κατσαρό. Φύση καλλιτεχνική, καλός συζητητής, άνθρωπος έξυπνος, κοινωνικός κι ευχάριστος, είχε επίσης αναπτύξει σχέσεις με πρόσωπα όπως ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Γιάννης Τσαρούχης, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Μένης Κουμανταρέας, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Γιώργος Χρονάς, ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ο Τέος Ρόμβος, ο Άρης Δαβαράκης, ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης και η Πάολα, στο ντοκιμαντέρ της οποίας «Καλιαρντά» (2015) είχε κιόλας πει ένα τραγούδι σε αυτή τη σχεδόν λησμονημένη σήμερα γκέι αργκό που κατείχε καλά.

 

Ο Φώτης με τον ποιητή Μιχάλη Κατσαρό


Άλλο άτομο με τη γοητεία, τις ικανότητες και τις επαφές του θα κοίταγε να «τακτοποιηθεί» για τρεις γενιές. Όπως ο Φώτης πάνω από όλα λαχταρούσε να ζει ελεύθερα, αδέσμευτα, ανεξάρτητα, να κάνει το κέφι του, να το γλεντάει. «Τακτοποίηση», χρήμα και φήμη δεν τον συγκινούσαν, αλλού προτιμούσε να δοξάζεται. Ο δικός του κόσμος ήταν πάντοτε «οι διαφορετικοί, οι ανατρεπτικοί, οι ονειροπόλοι». Ενστερνίστηκε την ελευθεριότητα σαν τη φυσική του τάξη πραγμάτων και την τίμησε μέχρι τέλους. Η μόνη του «υποχώρηση» στο σύστημα ήταν όταν στρατεύτηκε παρότι θα μπορούσε να το είχε αποφύγει, κι αυτό επειδή «κανείς σοβαρός ομοφυλόφιλος δεν θα έχανε την ευκαιρία να συμβιώσει με την αφρόκρεμα της ελληνικής αντρικής ομορφιάς, να μυρίσει από κοντά ιδρώτες αγοριών που άνθιζαν μέσα στο φαιοπράσινο έρεβος ανάμεσα σε καψουροτράγουδα, τσίπουρα και βαριά τσιγάρα», καθώς έγραφε! Αλλά ούτε με την επιθετική λάιφσταϊλ δημοσιογραφία, ήδη κυρίαρχη τέλη δεκαετίας του '80-αρχές '90 έβρισκε κοινούς τόπους – δεν ήτανε η φάση του, δεν υπήρξε καν καριερίστας. Σε μια κρίση ταυτότητας παρατά κάθε συμβατικότητα, επιστρέφει στις underground καταβολές του κι αφοσιώνεται στην ηδονοθηρία δίχως πια κανέναν χαλινό, κάτι που θα του κόστιζε. Πειραματίζεται για χρόνια με τη νύχτα και την «άμεση δημοκρατία» της, με το φύλο, με τον εαυτό του τον ίδιο, «όχι όμως σαν εισβολέας ή απλός θιασώτης αυτής της κατάστασης αλλά ως συμμέτοχος στη χαρά και την απελπισία της», όπως σημείωνε: «Το Πανεπιστήμιο της Νύχτας με έκανε να βλέπω ισότιμα το περιθώριο με την αφρόκρεμα της κοινωνίας – όλοι μοιραζόμαστε την ίδια φυλακή, νιώθουμε την ίδια θλίψη, απέναντι στον θάνατο όλοι γινόμαστε εκρήξεις...». Τότε απενοχοποιήθηκε πλήρως, καθώς διηγούνταν.

 

Σαν θεώρησε ότι κι αυτή η φάση είχε λήξει, δεν επέστρεψε σε κάποια «κανονικότητα» αλλά στα γνωστά και δοκιμασμένα: Ακτιβισμός, γράψιμο, μουσικές, γύρα. Συμμετείχε ενεργά στο κίνημα για την αποποινικοποίηση της κάνναβης, είχε επίσης συνεισφέρει με τα «κείμενα περί της ηδονιστικής δρόγης» υπό τον τίτλο Cannavacio (συλλογικό έργο, δυσεύρετο σήμερα, κυκλοφόρησε το 2008 ως έκδοση του Heteron1/2). Υπερασπίστηκε κιόλας δημόσια την ελεύθερη κάνναβη σε συνέντευξή του στον Σταύρο Θεοδωράκη (2010), με τον οποίο επίσης ανέπτυξε φιλική σχέση – πάντα αντικομφορμιστής, ο Φώτης είχε ειρωνευτεί στην ίδια συνέντευξη τον γκέι γάμο, προκαλώντας αντιδράσεις μέσα στην lgbtq+ κοινότητα. Όχι πως τον ένοιαζαν κιόλας οι «σταυροφόροι της καθαρότητας», ό,τι πίστευε το έλεγε χύμα, αδιαφορώντας για τις συνέπειες. Όσες ωστόσο ιδεολογικές ή άλλες διαφορές κι αν είχε με κάποιον, κακία δεν κράταγε, ούτε μαθεύτηκε να ενόχλησε ποτέ κανέναν.

 

Στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας αξιοποιώντας ένα πρόγραμμα του ΟΑΕΔ εξέδωσε το Heteron ½, ένα βραχύβιο αλλά ξεχωριστό σε ύλη και σχεδιασμό εναλλακτικό περιοδικό που έγινε cult και με το οποίο ευτύχησα να συνεργαστώ: «Επιδιώκουμε, με τον τρόπο μας, να προβάλλουμε τα παρελθόντα και τα παρόντα, να ερευνήσουμε τις πηγές, ν' ακούσουμε τους ψιθύρους που ίσως μένουν ασύλληπτοι μέσα στον καταιγισμό των πληροφοριών και των κατευθυνόμενων συναισθημάτων που μας κατακλύζουν. Δεν ανησυχούμε για το είδος της χημείας που μπορεί να δημιουργηθεί απ' τη συνύπαρξη διαφορετικών στάσεων ζωής, εμπειριών και αντιλήψεων, οι οποίες ενδέχεται να συναντηθούν. Όταν είμαστε ειλικρινείς κι όταν μοιραζόμαστε πράγματα που μας γοήτευσαν ή μας πλήγωσαν στ'αλήθεια, δεν χρειάζεται ν'ανησυχούμε για κάτι τέτοιο... Το «Heteron1/2» ίσως είναι ένας κάδος απορριμμάτων, ένα φυλάκιο εμπειριών, μια προθήκη τολμημάτων, ένα βήμα συρτό ή μια σαπουνόφουσκα με δυνατότητες διάλυσης. Ουδείς γνωρίζει τι θα συμβεί στην εκδοτική άβυσσο -ή στην άβυσσο των εκδιδομένων, αν προτιμάτε. Η πορεία θα το δείξει, οι επιλογές, η ανταπόκριση...», έγραφε στο πρώτο τεύχος. Φιλοξένησε εκεί συνεντεύξεις με ονόματα όπως ο Λεωνίδας Χρηστάκης (συνοδευόμενη από CD δώρο με τα «Σχιζοφωνητικά» του), ο Περικλής Κοροβέσης, ο Άκης Πάνου αλλά και με χρήστες ουσιών, κομμάτια επίσης για τον Παζολίνι, τον Εγγονόπουλο, τον Καββαδία, τον Ηλία Πετρόπουλο, ποιήματα, νουβέλες, πολιτικά κείμενα, οτιδήποτε τον ευαισθητοποιούσε.

 

 

To αυτοβιογραφικό μουσικό βίντεο του Φώτη Παπαδόπουλου


Τα τελευταία χρόνια είχε πάρει μια κάμερα που δεν αποχωριζόταν ποτέ κι έστησε το μπλογκ Fysiodiphis. Τραβώντας και μοντάροντας ακούραστα ανέβαζε από ιστοριούλες και συνεντεύξεις μέχρι μικρά ρεπορτάζ, στίχους, μουσικές, λογοτεχνικά κείμενα, πολιτική σάτιρα – η αδυναμία του -, παρωδίες γνωστών τραγουδιών κ.λπ. κι όλα αυτά έτσι, για το κέφι του. Τον έβλεπες να καλύπτει συνεντεύξεις Τύπου, συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις, συναυλίες, πάρτι κ.λπ. εκδηλώσεις της εναλλακτικής, κυρίως, πλευράς αυτής της πόλης με ζήλο επαγγελματία. Όποτε σε συναντούσε ή επικοινωνούσατε, ξεκίναγε να σου αραδιάζει απνευστί όλα τα τελευταία του κατορθώματα συν τις επόμενες ιδέες του με ενθουσιασμό μικρού παιδιού! Δυστυχώς, ελάχιστα βιντεάκια του Φυσιοδίφη διασώζονται online, τρία-τέσσερα τραγούδια (το Μισό-Μισό με τη Θέλμα Καραγιάννη, το Ήρωες και Νικητές με τη Μάρθα Μορελεόν και Μπάμπη Μαραγγό, τα Αγόρια της Λεωφόρου Συγγρού που «αλλάξανε την ύλη τους/κοκκίνισαν τα χείλη τους/ και κάναν στη Συγγρού τον τροχονόμο» με τον Χρυσόστομο Καλογριδάκη, οι Ναργιλέδες επίσης) κι ένα εξαιρετικό αυτοβιογραφικό μουσικό βίντεο στο vimeo.com «που κρατάει μια ώρα και μπορείς να το ακούσεις και σε mp3», όπως χαριτολογούσε: Του είχαν κατεβάσει το μπλογκ επανειλημμένα, όπως επίσης το fb προφίλ του επειδή, ρέμπελος ως συνήθως, αδιαφορούσε για τα πνευματικά δικαιώματα δημιουργιών που χρησιμοποιούσε στις βιντεοσυνθέσεις του. Όλο αυτό το υλικό μαζί με τα δεκάδες τραγούδια που επιθυμούσε να τα ερμηνεύσουν μεγάλες φωνές, στίχοι και άλλα πολλά, αδημοσίευτα στην πλειοψηφία τους πράγματα διασώζονται ευτυχώς στον προσωπικό του υπολογιστή, «μαύρο κουτί» μιας πρόωρα διακεκομμένης πτήσης – ο αδελφός του Γιάννης που τον αγαπούσε πολύ κι ανέκαθεν τον στήριζε (όπως άλλωστε κι οι γονείς του) και στάθηκε δίπλα του ως την ύστατη στιγμή με τη βοήθεια κάποιων καλών φίλων θα τον «ξεσκονίσουν» εν καιρώ. «Τα λόγια των τραγουδιών που γράφω δεν είναι δικά μου, υπάρχουν από πριν γραμμένα κάπου κι εγώ απλώς τα ανακαλύπτω σκαλίζοντας τοίχους μυστικούς όπου είναι χαραγμένα... Τα πραγματικά καλά τραγούδια είναι σαν καρφιά στο σώμα του δημιουργού τους που περιμένουν τους θιασώτες τους να τα αφαιρέσουν», φρονούσε. Κι αλήθεια, πόσο μεγαλείο κρύβουν στίχοι όπως

 

Σ'αγαπάω ρε φίλε
ένα μήνυμα στείλε
ναυαγός να μη νιώθω
στη δική μου πατρίδα
Σ' αγαπάω, δικέ μου
διάολε, άγγελέ μου
κι ό,τι θέλεις να γράψεις
στη δική μου σελίδα

από Τα Αγόρια της Λεωφόρου Συγγρού


Αυλαία στον Κόκκινο Μύλο. Οριστική έφοδος στον ουρανό «αγκαλιά» με τα τρία τεύχη του Heteron1/2. Θρήνοι κι αποχαιρετισμοί συνοδεύουν το ανθοστόλιστο φέρετρο. Η κυρα-Στέλλα απαρηγόρητη. Ο ιερέας λέει το – πόσο σοφό, αλήθεια - «Χους ει και εις χουν». Σκέφτομαι πως αν τον έβλεπε θα 'πιανε προληπτικά τα αχαμνά του, όπως συνήθιζε με τους παπάδες. Ο αδελφός παίζει στην κιθάρα την Ταράτσα και το Παράθυρο του Ελύτη που είχε μελοποιήσει ο Φώτης: «Με παίρνει τ' αεράκι και πηγαίνω /στου Παραδείσου τα περβόλια μπαίνω», έτσι καταλήγει. Κάποιοι φίλοι προσπαθούν να διασκεδάσουν τις δραματικές αυτές στιγμές, λένε δεν μπορεί, κάπου εδώ γύρω θα είναι τραβώντας με την κάμερα και σπάζοντας πλάκα με την πάρτη μας, να δεις που θα τα ανεβάσει όλα το βράδυ στο Ίντερνετ. Ξαλαφρωμένοι κάπως, τσουγκρίζουμε λίγο αργότερα στη μνήμη του. «Στα σύννεφα χαμένος να πετάς/ να μη σε τρώει βάσανο κανένα», τον τιμάμε σε δικούς του στίχους.

 

 

Μισό-Μισό με τη Θέλμα Καραγιάννη 

 

 

Τα αγόρια της λεωφόρου Συγγρού

Απώλειες