Αυτή η αορίστως οικεία φυσιογνωμία, πλήρης αγαθών προθέσεων, καλής πίστης, μελαγχολίας αλλά και μιας αινιγματικής συγκατάβασης
Απώλειες

Μπρούνο Γκαντς: Αποχαιρετισμός στο μελαγχολικό πνεύμα μιας κλονισμένης Ευρώπης

Ως Ελβετός, κουβαλούσε πάντα και κάτι από τον ουδέτερο και ασαφή ρόλο αυτής της χώρας που στέκεται απαθής και αμέριμνη στο γεωγραφικό κέντρο της ηπείρου

'Ήταν αυτή η τόσο οικεία φυσιογνωμία του Μπρούνο Γκαντς – οικεία σα να ανήκει σε κάποιον άγνωστο τον οποίο όμως νιώθεις ότι μπορείς να εμπιστευτείς για κάποιον ανεξήγητο λόγο – που σε δέσμευε να τον (παρ)ακολουθήσεις ακόμα και στα πιο βαθιά αδιέξοδα που συχνά έμπλεκαν οι χαρακτήρες του στην οθόνη.

 

Φορτωμένος για χρόνια στην περιπλάνησή του στο ευρωπαϊκό (γερμανόφωνο κατά κανόνα) σινεμά μ' αυτή την αορίστως οικεία φυσιογνωμία, την πλήρη αγαθών προθέσεων, καλής πίστης, μελαγχολίας αλλά και μιας αινιγματικής συγκατάβασης, έμοιαζε προορισμένος να αναληφθεί κάποτε και να υποδυθεί τον Άγγελο στα «Φτερά του έρωτα» του Βέντερς – έναν ιδανικό και ίσως υπερβολικά καλοντυμένο άγγελο που δεν μπορεί να ανέλθει στο επίπεδο του από μηχανής θεού, αλλά επιβλέπει τους θλιβερούς καιρούς και τις ανθρώπινες αδυναμίες ανήμπορος φύσει και θέσει να παρέμβει ουσιαστικά.

 

 

Είναι δύσκολο να ξεδιαλέξει κανείς συγκεκριμένους ρόλους σε μια τόσο εξαντλητική φιλμογραφία, δεν μπορεί να είναι τυχαίο όμως το ότι κάποιοι από τους πιο χαρακτηριστικούς τον τοποθετούσαν σ΄ ένα καθαρτήριο ψυχών ή σ' ένα προθάλαμο θανάτου.

 

Ως Ελβετός, κουβαλούσε επίσης και κάτι από τον ουδέτερο και ασαφή ρόλο αυτής της χώρας που στέκεται απαθής και αμέριμνη στο γεωγραφικό κέντρο της Ευρώπης. Παρότι η παρουσία του στην οθόνη καταγράφηκε ουσιαστικά από την δεκαετία του '70 και μετά, ο Γκαντς ανέδυε και μια πρώιμη μεταπολεμική αύρα που θύμιζε χαρακτήρες όπως ο Χάρι Λάιμ στον «Τρίτο Άνθρωπο» καθώς περιπλανιέται ημιπαράφρων ως αιώνιος άπατρις εμιγκρές στα χαλάσματα της Ευρώπης.

 

Στο ρόλο του μελλοθάνατου Ζίμερμαν στον «Αμερικανό φίλο» του Βέντερς

 

Όπως έχει γράψει και στο σχετικό λήμμα για τον ηθοποιό στο New Biographical Dictionary of Film, o ιστορικός του σινεμά Ντέιβιντ Τόμσον, «ο Γκαντς μπορεί να μοιάζει κλονισμένος, καταβεβλημένος, συνεσταλμένος, σα να έχει φτάσει στα όριά του, κάτω από την επιφάνεια όμως αναβλύζει η χάρη και το χιούμορ. Φαίνεται ταπεινόφρων και συγκρατημένος σε ό,τι κάνει, σα να τον έχει αγγίξει βαθιά η συνειδητοποίηση (α λα Γκράχαμ Γκριν) ότι είναι πολύ αργά πια για τραγικούς ήρωες».

 

Ο Μπρούνο Γκαντς δεν υπήρξε ποτέ ακριβώς κατοχυρωμένος πρωταγωνιστής /σταρ αλλά ούτε και «εμβληματικός» καρατερίστας. Δεν είχε το παρουσιαστικό και την στόφα ζεν πρεμιέ αλλά μπορούσε σαφώς να συγκινήσει τις γυναίκες. Διέθετε ευρεία γκάμα και ήταν πολυσχιδής και παραγωγικότατος μέχρι το τέλος. Μόνο το 2018 έπαιξε στο "The Party" της Σάλι Πότερ, στο "Radegund" του Τέρενς Μάλικ, στην ταινία "The Tobacconist" ως Σίγκμουντ Φρόιντ και στο "The House That Jack Built" του Λαρς Φον Τρίερ μεταξύ άλλων (!).

 

Είναι δύσκολο να ξεδιαλέξει κανείς συγκεκριμένους ρόλους σε μια τόσο εξαντλητική φιλμογραφία, δεν μπορεί να είναι τυχαίο όμως το ότι κάποιοι από τους πιο χαρακτηριστικούς τον τοποθετούσαν σ΄ ένα καθαρτήριο ψυχών ή σ' ένα προθάλαμο θανάτου. Όπως ο Ζίμερμαν στον «Αμερικανό φίλο» του Βέντερς ή ο Αλέξανδρος στο «Μία αιωνιότητα και μία μέρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Συχνές ήταν και οι εμφανίσεις του σε ρόλους αθώων που συνθλίβονταν από την αδυσώπητη ισχύ εξωπραγματικών περιστάσεων όπως ο κλασικός χαρακτήρας του Τζόναθαν Χάρκερ στο «Νοσφεράτου» του Χέρτζογκ.

 

Προσωπικά, μπορώ να τον ανακαλέσω πιο χαρακτηριστικά - και σαν από όνειρο γιατί έχουν περάσει πολλά χρόνια - σε μια ταινία ελβετικής παραγωγής του 1983 που είχα δει τυχαία κάποτε, με τίτλο «Στη λευκή πόλη» (In the White City). Εκεί, υποδύεται ένα ναυτικό που την κοπανάει από τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις και μένει ξέμπαρκος και μετέωρος στη Λισαβώνα όπου περιφέρεται χαμένος σαν ήρωας του Πεσόα μεταξύ επιθυμίας για λήθη και υπαρξιακού κλονισμού και το μόνο που θέλει είναι να κοιμηθεί, να περπατήσει, να παρατηρήσει, να ονειρευτεί.

 

«Στη λευκή πόλη» του 1983 υποδύεται ένα ναυτικό που μένει ξέμπαρκος και μετέωρος στη Λισαβώνα και περιφέρεται χαμένος σαν ήρωας του Πεσόα

 

Στην ύστερη φάση της καριέρας του, ο πιο γνωστός ρόλος του υπήρξε σαφώς η ενσάρκωση του Χίτλερ λίγο πριν το τέλος στην «Πτώση» - μία από τις ελάχιστες ή η μοναδική ίσως περίπτωση ταινίας όπου ηθοποιός υποδύθηκε τον ηγέτη των Ναζί ως ιστορικό πρόσωπο και όχι ως εξωγήινο πνεύμα του απόλυτου κακού, προσεγγίζοντας τον χαρακτήρα μέσω σοβαρής έρευνας και αναλυτικής υποκριτικής μεθόδου.

 

Ενδεχομένως μάλιστα να είναι και ο ρόλος στον οποίο τον έχουν δει πλέον οι περισσότεροι θεατές έστω και μέσα από αυτά τα ατέλειωτα «angry-führer» χιουμοριστικά memes που έχουν κατακλύσει με διαφορετικά πλαίσια αναφοράς εδώ και χρόνια το ίντερνετ.

 

Στους δύο πιο γνωστούς ρόλους του: ως άγγελος στα «Φτερά του έρωτα» και ως Χίτλερ στο «Η πτώση»

 

Ο ίδιος πάντως ήταν πρόθυμος να αποδεχτεί το γεγονός ότι κάποιες ερμηνείες του λειτουργούσαν ως γέφυρα υπέρβασης της πραγματικότητας για τους πιο εύπιστους των θεατών, με προεξέχουσα βεβαίως αυτή του φύλακα αγγέλου στα «Φτερά του έρωτα». Όπως έλεγε σε μια συνέντευξή του στους Irish Times το 2005: «Μου έχει τύχει πολλές φορές να με δουν στο δρόμο άνθρωποι με τα παιδιά τους και να μου ζητάνε να τα ευλογήσω. Και στο αεροπλάνο μου έχει τύχει αρκετές φορές να με κοιτάζει καθησυχασμένος ο άνθρωπος στο διπλανό κάθισμα και να μου λέει 'τώρα που είσαι εσύ μαζί μας, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος'. Πόσο αστείο...».

 

 

 

 

Απώλειες
1 Σχόλια
Nosgoth 16.2.2019 | 20:09
Ο αγαπημένος μου ευρωπαίος ηθοποιός.Την αιωνιότητα του Αγγελόπουλου την είχα δει εφτά φορές.Και με τα φτερά του έρωτα και τόσο μακριά τόσο κοντά είχα πάθει πλάκα.Αυτές οι τρεις ταινίες είναι και οι αγαπημένες μου από ευρωπαϊκό σινεμά.