Στάθης Τσαγκαρουσιάνος

Η Τέχνη είναι ένα ζεστό περίστροφο

Ουδέποτε υπήρξε τόση υπερπροσφορά Τέχνης, όση σήμερα. Όμως, αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες...

Αυτός ο ασήμαντος τυπάκος που έκανε στη ζωή του μόνο ανοησίες, απλώνεται χυδαία στη καρέκλα του Φίλιον και λέει: «Ήταν μεγάλη λέρα ο Χατζιδάκις, τι νομίζεις!»

 

Έχει γνώμη για όλους - ακόμα και για τα πρόσωπα που ο χρόνος τα ζύγισε και τα βρήκε ανθεκτικά.

 

Δεν τα ξέρει. Ξαναλέει τα κουτσομπολιά που άκουσε από το χολερικό παρεάκι της Αθήνας. Που όλα μειώνουν, συγχίζουν, προσβάλλουν οτιδήποτε πάει να ξεμυτίσει.

 

Το κάνει για να φανεί μοντέρνος. Γκρεμίζει το ναό, νομίζει. Νομίζει ότι όσο πιο κυνικός, σαρκαστικός, ανίερος ακουστεί, τόσο πιο πολύ θα αναδειχτεί η καινοτόμος λάμψη του.

 

Αλλά ο ναός που οικοδομεί  είναι ένα τσαρδί μεσημεριανάδικου. Με μπάζα. Γιατί στο τέλος, αυτό που μετράει είναι το έργο και οι πράξεις. Και βεβαίως ο τρόπος της ζωής. Ο λόγος και ο στόχος για τον οποίο κάποιος κάνει τέχνη ή γίνεται διαμεσολαβητής της.

 

Του λέω ότι είμαι στην ακριβώς αντίθετη όχθη. Καινούριο που να μην εμπεριέχει το παλιό δεν ξέρω. Η Τέχνη δεν γκρεμίζει το παλιό―  το αναγεννά. Ο τρόπος που ο Μπέηκον ξαναζωγράφισε τον Καρδινάλιο του Βελάσκεθ είναι μια πράξη δέους και ιερής μανίας. Σα να χτυπιέσαι πάνω στον τοίχο του Χρόνου, να τον διαρρήξεις και να μιλήσεις με τους νεκρούς που σ΄ έφτιαξαν. 

 

Αυτό που κυρίως γίνεται σήμερα, είναι η τέχνη να γίνεται όπλο στα χέρια ανθρώπων άκαρδων και ξελιγωμένων. Να χρησιμοποιείται αλλότρια, για αλλότριους σκοπούς. Σαν ένα ζεστό περίστροφο. Στόχος σπανίως είναι να ακουστεί η μουσικούλα που λέει ο Σελίν, αλλά να αποκτηθεί δημοσιότητα, δύναμη, χρήμα, «sexiness», ή κοινωνικοπολιτική εξαργύρωση.

 

 

Και του λέω το σημαντικότερο: Ναι, ο Χατζιδάκις ήτανε άνθρωπος της αγοράς. Ήξερε τι σημαίνει πολιτική, διαχείρηση, διαλεκτική. Ήξερε τις τάξεις. Του άρεσε η εκλεκτική αναγνώριση, ακόμη και η εκλεκτική επιρροή. Αλλά όλα αυτά ακολουθούσαν την Τέχνη του- όχι το αντίθετο. Ανάσαινε με την μουσική του, γι’ αυτό καθώς περνούν τα χρόνια, εκείνη η παλιά της δύναμη, γίνεται ολοένα δυνατότερη. Μια εθνική ευεργεσία.

 

Αντίθετα, αυτό που κυρίως γίνεται σήμερα, είναι η τέχνη να γίνεται όπλο στα χέρια ανθρώπων άκαρδων και ξελιγωμένων. Να χρησιμοποιείται αλλότρια, για αλλότριους σκοπούς. Σαν ένα ζεστό περίστροφο. Στόχος σπανίως είναι να ακουστεί η μουσικούλα που λέει ο Σελίν, αλλά να αποκτηθεί δημοσιότητα, δύναμη, χρήμα, «sexiness»,  ή κοινωνικοπολιτική εξαργύρωση. 

 

Ουδέποτε η Αθήνα δεν είχε τόσους οργανισμούς, ιδρύματα, φορείς, κληροδοτήματα, επιχειρηματίες, συλλέκτες, γκαλερίστες κ.λπ. που να παράγουν ή να προάγουν τις Τέχνες. Ποτέ πριν δεν γίνονταν τόσα φεστιβάλ, τόσες συναυλίες, τόσα events. Ποτέ πριν δεν υπήρχαν τόσοι στιλάτοι πρωτοπόροι των τεχνών, τόσοι καλοντυμένοι ιδαλγοί της υπαρξιακής οδύνης.

 

Είναι σαν ένα ρομπότ να έχει εγκατασταθεί στην πλατεία Συντάγματος και να πετάει σωρηδόν από το απευθυσμένο του (όπως στην τελευταία σκηνή του Θρύλοι του Καντέρμπουρυ) τέχνες για κάθε γούστο, φούστα-μπλούζα. 

 

Το αποτέλεσμα είναι ένα αναίσθητο γκώσιμο ― το ίδιο που νιώθεις όταν βλέπεις πολύ art cinema στο YouTube. Γιατι το μέσο είναι μήνυμα. Τα ψηφιακό σούπερμάρκετ αλέθει την Τέχνη και την κάνει πολτό για πλήθη, μαζική κουλτούρα, επειδή ο μόνος λόγος που υπάρχει είναι για να εκμεταλλευτεί τον χρήστη, ευθέως ή πλαγίως.

 

Για τον ίδιο λόγο  η ασθματική παραγωγή κουλτούρας δεν έχει ουδεμία θερμότητα. Το μυαλό  είναι αλλού. Στο στιλ. Στο μπράντινγκ. Στην καλλιγραφία. Στο κούφιο χειροκρότημα των media- όσο διαρκεί ένα publi.

 

Ευτυχώς, μέσα στον ορυμαγδό, εμφανίζονται κάποια πρόσωπα απ΄ το πουθενά. Συνειδητά  εκτός κυκλώματος, χωρίς πάντα να πετυχαίνουν, ωστόσο εγκατεστημένα μέσα στον πυρετό τους. Γνήσια της ποίησης παιδιά. Που δεν έχουν καημό να φανούν τρέντι, να τους καλέσουν σε κοσμικά δείπνα, ή να γίνουν μια μέρα υπουργοί. Που πιστεύουν στην τέχνη τους και είναι αυτάρκεις μέσα στους θεϊκούς μπελάδες της.

 

Αυτά συμπεριφέρονται το ακριβώς αντίθετο απ΄τον ντεμέκ Ντισάν του Φίλιον. Αναγνωρίζουν την ευεργετική σκιά των νεκρών. Δεν τρολάρουν τα λίγα, ελάχιστα πρόσωπα που κατάφεραν να δημιουργήσουν κάτι και που εξ αιτίας τους σήμερα μιλάμε. Δεν έχουν την αμνήμονα αυτοπεποίθηση με την οποία οι τραμπούκοι της  lifestyle Τέχνης διαγράφουν ό,τι δεν φτάνουν, δεν νιώθουν ή δεν καταλαβαίνουν.

 

Ναι, το παραμύθι πρέπει να γράφεται και να ξαναγράφεται. Με νέους τρόπους και νέα υλικά. Αυτοί όμως που θέλουν να το σβήσουν ή να το απομειώσουν, για να αισθανθούν λιγάκι μεταιχμιακοί, είναι αλλήθωρες κτηνάρες που τους πρέπει Χ.

Απόψεις
2 Σχόλια
bartleby 25.11.2018 | 02:08
Ένα όμορφο κείμενο. Ευχαριστούμε πολύ!
Ξέγνοιαστη Μαρξίστρια 25.11.2018 | 13:24
Mε κάνατε σήμερα λίγο πιο χαρούμενη! Εσείς και η Κοκκίνου. Σας ευχαριστώ.