Φτάνει πια με την εξαχρείωση του δημόσιου βίου και την εξοικείωση του κόσμου με τις ευτελέστερες και πιο νοσηρές πρακτικές διαπόμπευσης και ωμού εκβιασμού.
Δ. Χριστόπουλος

«Είναι πολύ αργά, το λάθος έχει γίνει»: Γιατί φτάσαμε σε τέτοιο σημείο εκφυλισμού των ελληνικών ΜΜΕ;

Ο καθηγητής του Παντείου Δ. Χριστόπουλος γράφει για την εικόνα της εγχώριας δημοσιογραφίας με αφορμή το βιβλίο «Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας» του Γ. Παντελάκη

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Κάτι πήγε λάθος, πολύ λάθος, από τότε που, στα τέλη της δεκαετίας του 80, κάποιοι καλοπροαίρετοι φιλελεύθεροι συμπολίτες μας συνηγορούσαν υπέρ της απαλλαγής από το κρατικό μονοπώλιο της ραδιοφωνίας και τηλεόρασης.

 

Το 1986, στο βιβλίο του Κράτος και Ραδιοτηλεόραση ο Ν. Αλιβιζάτος έβρισκε απολύτως φυσικό το ότι ο συντακτικός νομοθέτης της μεταπολίτευσης έθεσε την ραδιοτηλεόραση υπό τον έλεγχο του κράτους καθώς δεν θα μπορούσε να εμπιστευθεί τον ανταγωνισμό των ιδιωτικών φορέων στο τομέα αυτό. Ο Αλιβιζάτος δεν ήταν κρατιστής, αλλά ένας αριστερός φιλελεύθερος δημοκράτης. Τους κινδύνους τους έβλεπε. Σε λίγα χρόνια από τότε που δημοσιεύθηκε το παραπάνω βιβλίο είχαμε την απόλυτη ανατροπή, της οποίας τα αποτελέσματα βιώνουμε σήμερα.


Εδώ νομίζω πως έχουμε να κάνουμε με μια κλασική περίπτωση ετερογονίας των σκοπών, της περίφημης εγελιανής «πανουργίας του Λόγου». Για την περίφημη αυτή αρχή, ο Ε. Παπανούτσος έγραφε το 1961 σε μια επιφυλλίδα του στο Βήμα:

 

«Παρά τις προθέσεις των φορέων της μεταβολής και παρά το πρόγραμμά τους, το φανερό ή το αφανές, το ευθύ ή το πλάγιο, το συνεπές ή το ασυνεπές, κ.ο.κ., ενεργούν κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων άπειροι άλλοι σταθμητοί και προβλεπτοί ή αστάθμητοι και απρόβλεπτοι παράγοντες που δίνουν άλλη κατεύθυνση στο ρεύμα της ιστορίας και το βγάζουν από την προσχεδιασμένη κοίτη του. Είναι ο περίφημος νόμος στον οποίο ο W. Wundt έδωσε το όνομα της «ετερογονίας των σκοπών». Ο Hegel θα τον έλεγε «Λόγο της ιστορίας» (σοφία ή πανουργία της)¹.


Κοινώς, στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο βάλαμε το λύκο να φυλάει τα πρόβατα με αποτέλεσμα η αρχική παρεκτροπή να καταλήξει στον πλήρη εκτροχιασμό της ενημέρωσης. Έτσι σήμερα είναι αφελές -κουτό μάλλον- να μιλάμε για την ελευθερία των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ χωρίς να τη συμπληρώνουμε από τη σύστοιχη σε αυτήν ελευθερία απέναντι σε αυτά τα ΜΜΕ. Μια τέτοια ελευθερία προϋποθέτει τον δημόσιο έλεγχό τους, στο κανονιστικό περιεχόμενο του οποίου μόλις πριν λίγο καιρό καταλήξαμε με οδυνηρή καθυστέρηση.

 

Από το βιβλίο του Παντελάκη αναδεικνύεται με θλιβερό τρόπο πώς αυτές οι πρακτικές δοκιμάζουν τις αντοχές μας, τον εθισμό μιας κοινωνίας στην έξη και στη διαπόμπευση. Σε τελευταία ανάλυση, δοκιμάζουν το πολίτευμα. Εκεί ποντάρουν, εκεί έχουν κερδίσει, εκεί πιθανώς και να χάσουν... Όσο τις αποδεχόμαστε ή τις ανεχόμαστε, ο κανιβαλισμός – του Μάκη, της Αυριανής, των ριάλιτι, της Ράγιου και τόσων άλλων - θα νικάει την πολιτική μας κοινότητα.

 

Τουλάχιστον, εφεξής κάτι έχουμε που μπορεί να υλοποιεί τη ρυθμιστική οδό που ακολούθησε το Σύνταγμα του 2001, διακρίνοντας σαφώς τις εφημερίδες από την ραδιοτηλεόραση. Οι εφημερίδες είναι ελεύθερες (Άρθρο 14) ενώ η ραδιοτηλεόραση υπάγεται ρητά στον άμεσο έλεγχο του κράτους υπό την έννοια της εποπτείας που ασκείται για λογαριασμό του (Άρθρο 15) από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης.

 

Ο έλεγχος αυτός κρίθηκε απαραίτητος προκειμένου να διασφαλισθούν τρεις βασικές και ρητά αναφερόμενες συνταγματικές αρχές: η ισότητα, η αντικειμενικότητα και η ποιότητα. Αυτή η διάκριση αποδίδεται αφενός στον πιο άμεσο και επιδραστικό χαρακτήρα του μέσου της τηλεόρασης αλλά και αφετέρου στο ότι η συχνότητα από την οποία εκπέμπεται ο λόγος θεωρείται κατεξοχήν δημόσιο αγαθό.

 

Με άλλα λόγια, κατά το Σύνταγμα μας, οι εφημερίδες μπορούν ως και προπαγάνδα να ασκούν διότι έτσι επιβάλλει η ελευθερία της έκφρασης. Τα κανάλια όμως, δεσμεύονται για την τήρηση των παραπάνω συνταγματικών αρχών. Εδώ λοιπόν η αποτυχία είναι παταγώδης!


Γιατί όμως φτάσαμε εδώ που φτάσαμε;

Νομίζω ότι με αν κάποιος συνδύαζε την καλή προαίρεση με την αρετή της σωφροσύνης και της προνοητικότητας, τότε στα τέλη της δεκαετίας του 80 όταν όλα ξεκίνησαν, θα προέβαινε σε διαφορετικές σταθμίσεις σε βάρος της καλής προαίρεσης και της πίστης στην ιδιωτική ελευθερία. Και αυτό διότι ένας καπιταλισμός με τα χαρακτηριστικά του ελληνικού κυρίως σε ό,τι αφορά στις σχέσεις ιδιωτικού και δημοσίου δύσκολα θα μπορούσε να βολευθεί με άλλη έκβαση από τον εκτραχηλισμό που ακολούθησε.


Η ετερογονία των σκοπών ως προς την ίδρυσης της ιδιωτικής τηλεόρασης αποδίδεται σε παράγοντες απολύτως "σταθμητούς και προβλεπτούς" και όχι "αστάθμητους και απρόβλεπτους" για όσους είχαν επίγνωση της επερχόμενης τερατογέννεσης, όπως ακριβώς ο Αλιβιζάτος του '86. Τα πράγματα, εντός της δεκαετίας του 90, αλλάξανε και μάλιστα με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου πλέον είχε γίνει σαφές ότι το κρατικό μονοπώλιο στην ραδιοτηλεόραση δεν θα μπορούσε να αντέξει στις πιέσεις του ιδιωτικού τομέα. Ανήκει στις σφαίρα των απρόσφορων ιστορικών υποθέσεων, "τι θα είχε γίνει αν" οι εξελίξεις είχαν προετοιμαστεί διαφορετικά. Πάντως, το σίγουρο είναι ότι, όπως δρομολογήθηκαν, δύσκολα θα είχαν καταλήξει αλλού.


Ο Γιάννης Παντελάκης στο βιβλίο του Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας – 20+1 ιστορίες κιτρινισμού (Εκδ. Θεμέλιο, 2018) ανθολογεί αυτή την πορεία του δραστικού εκφυλισμού με περιστατικά που, αν μη τι άλλο, δείχνουν τη θλιβερή συνέχεια του φαινομένου. Θέλει σκέψη πόσο χρειάζεται κανείς να επιχειρηματολογήσει ορθολογικά για όλα αυτά που παρουσιάζει στο βιβλίο του ο Παντελάκης. Από τη μια πλευρά παρέλκει, διότι το αίσχος ξεχειλίζει· από την άλλη όμως είναι αναγκαίο. Διότι αυτές οι ιστορίες κιτρινισμού δεν είναι μόνες τους ή μεμονωμένες, ούτε ακριβώς ενημερωτικά υποπροϊόντα.


Από την εκπομπή ενός Μάκη Τριανταφυλλόπουλου – πρόσωπο που έχει εύλογα την τιμητική του στο βιβλίο - έχουν σουλατσάρει πολλά και υψηλόβαθμα πολιτικά στελέχη, αριστεροί και δεξιοί. Κάποιοι έπιασαν στασίδι εκεί. Αριστεροί και δεξιοί. Κάπως δημιουργήθηκε ο «Μάκης» στον ιδιωτικό τηλεοπτικό ορίζοντα της δεκαετίας του '90. Ο «Μάκης» έγινε, δεν γεννήθηκε.


Από το βιβλίο του Παντελάκη αναδεικνύεται με θλιβερό τρόπο πως αυτές οι πρακτικές δοκιμάζουν τις αντοχές μας, τον εθισμό μιας κοινωνίας στην έξη και στη διαπόμπευση. Σε τελευταία ανάλυση, δοκιμάζουν το πολίτευμα. Εκεί ποντάρουν, εκεί έχουν κερδίσει, εκεί πιθανώς και να χάσουν... Όσο τις αποδεχόμαστε ή τις ανεχόμαστε, ο κανιβαλισμός – του Μάκη, της Αυριανής, των ριάλιτι, της Ράγιου και τόσων άλλων - θα νικάει την πολιτική μας κοινότητα.


Αλλά, πού ακριβώς θα δοκιμαστούμε; Αν διαμαρτυρόμαστε μόνο δείχνοντας αλληλεγγύη στους "δικούς μας", τότε είμαστε αναξιόπιστοι, καθώς αποδεχόμαστε με συγκατάβαση την διαπόμπευση των αντιπάλων. Στη διαπόμπευση αυτών, των αντιπάλων, θα δοκιμάσουμε την ειλικρίνειά μας, τη δύναμή μας να τελειώνουμε με τους ανθρωποφάγους. Όταν, στις δημοτικές εκλογές του 2014, ο Μ. Τριανταφυλλόπουλος απείλησε με τη δημοσιοποίηση βίντεο του Γ. Σακελλαρίδη, υποψηφίου της Ανοιχτής Πόλης, παράταξης που υποστήριζε ο ΣΥΡΙΖΑ για τον Δήμο Αθηναίων, η αντίδραση ενός σημαντικού τμήματος του πολιτικού φάσματος ματαίωσε τα σχέδια του εκβιαστή.

 

Το όχι μακρινό 2008, τα τότε φιλαράκια, Θ. Αναστασιάδης και Μ. Τριανταφυλλόπουλος δημοσιοποίησαν στην εφημερίδα τους ερωτικές περιπτύξεις του γενικού γραμματέα του υπουργείου Πολιτισμού Ζαχόπουλου. Ως Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, το διοικητικό συμβούλιο της οποίας είχα τότε την τιμή να προεδρεύω, είχαμε εκδώσει ένα δελτίο Τύπου με τίτλο «Φτάνει πια!». Λέγαμε πως "σε δικαιοκρατούμενες χώρες είναι ανεπίτρεπτη η διαπόμπευση οποιουδήποτε ανθρώπου. Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της προσωπικότητας, της τιμής, της αξιοπρέπειας και της προσωπικής του ζωής. Καμία σκοπιμότητα, κανένα 'δημοσιογραφικό ενδιαφέρον' δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον δημόσιο εξευτελισμό του". Φτάνει πια με την εξαχρείωση του δημόσιου βίου και την εξοικείωση του κόσμου με τις ευτελέστερες και πιο νοσηρές πρακτικές διαπόμπευσης και ωμού εκβιασμού.

 

Ο εκβιαστής όμως θα ξαναρχόταν, αν έβρισκε αυτιά ανοιχτά. Ξαναχτύπησε το 2016, δημοσιοποιώντας υποκλαπέντα σπαράγματα συνομιλιών ερωτικού περιεχομένου ανώτατου δικαστή ο οποίος διόλου τυχαία φυσικά, την εποχή εκείνη θεωρούσε αντισυνταγματική την προτεινόμενη τότε ρύθμιση περί των τηλεοπτικών. Και βρήκε δυστυχώς αυτιά ανοιχτά και ανταπόκριση, σε (μικρή μεν αλλά ιστορική) εφημερίδα της Αριστεράς, η οποία τα χρησιμοποίησε, αναδεικνύοντας το υποτιθέμενο"σκάνδαλο. Και ακόμα χειρότερα, θεσμικά, βρήκε ευήκοον ους όταν ο τότε υπουργός Δικαιοσύνης όχι μόνο διαβίβασε στην εισαγγελέα του Αρείου Πάγου τα στοιχεία για να διερευνηθεί αν τελέστηκαν αξιόποινες πράξεις με τη δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων, ως όφειλε, αλλά ταυτόχρονα, ως μη όφειλε, διέταξε και πειθαρχική έρευνα, εις βάρος του δικαστικού, δικαιώνοντας ουσιαστικά τον «Ζούγκλα».

 

Το 2013, ένας μεγάλος Αυστραλός ιστορικός, ο Christopher Clark, έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο Υπνοβάτες: πώς η Ευρώπη πήγε στον πόλεμο το 1914. Στο βιβλίο αυτό, ο Clark περιγράφει την αμεριμνησία των Ευρωπαίων ενώπιον του κακού σπυριού που σωρεύονταν και έσπασε μολύνοντας τη Γηραιά Ήπειρο και τον κόσμο ένα χρόνο αργότερα.


Κάπως έτσι νιώθω κι στο προκείμενο: το πρόβλημα δεν είναι ακριβώς τα υπο-προϊόντα ως τέτοια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ηδονοβλεψίες, είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των υπνοβατών. Αυτών που κοιμούνται όρθιοι κι αμέριμνοι περπατώντας προς τον εκφασισμό. Τότε η νόσος δείχνει τις διαστάσεις της: ενταγμένη σε μια κοινότητα η οποία με συγκατάβαση την έχει φυσικοποιήσει.

 

Να το πω αλλιώς: όσο στην Κέρκυρα σκοτώνεται ηλικιωμένος Αλβανός από Έλληνα με τατουάζ τη σβάστικα και τηλεοράσεις κι εφημερίδες σφυρίζουν αδιάφορα, όσο η δολοφονία Κατσιφά προκαλεί τέτοια ανεμπόδιστη εθνικιστική φρενίτιδα που φτάνει ως και το σημείο ενός λεπτού σιγής στο Κοινοβούλιο μας, τόσο τα φαινόμενα που χρησιμοποίησε ο Παντελάκης ως πρώτη ύλη για το βιβλίο του δεν θα είναι συμπτώσεις, αλλά συμπτώματα μιας κοινωνίας που απλώς από την ηδονοβλεψία γλιστρά ανώδυνα στην υπνοβασία απέναντι στον εκφασισμό της.


Το βιβλίο του Παντελάκη δεν είναι λοιπόν μόνο μια μαρτυρία απέναντι στον εκφυλισμό της δημοσιογραφίας, είναι και μια πρόσκληση να ανοίξουμε τα μάτια μας ανοιχτά διότι υπνοβατώντας πάμε κατά διαόλου. "Είναι πολύ αργά, το λάθος έχει γίνει" έγραψε σε ένα από τα απαισιόδοξα έξοχα τραγούδια του ο Άκης Πάνου που τραγούδησε ο Μενιδιάτης το 1976. Μάλλον έχει δίκιο, επί του προκείμενου. Από την άλλη, δεν βλέπω πάντως τι άλλο μπορούμε να κάνουμε από το να παλεύουμε. Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας είναι ένα όπλο στη φτωχή μας φαρέτρα.

 

Info

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

 

1. Το απόσπασμα παρατίθεται από το Ν. Σαραντάκο σε "Η ετερογονία και ο Αριστοτέλης": https://sarantakos.wordpress.com/2013/01/23/heterogony/

 

Απόψεις
8 Σχόλια
avatar
Γράφων 13.12.2018 | 14:12
Εγώ βλέπω όλους τους φορείς που εποπτεύουν και μεριμνούν για τα ανθρώπινα δικαιώματα να πατρονάρονται από ανθρώπους που η αριστερά τους παρέχει τα οικονομικά μέσα για να ζουν. Από το ελληνικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας στο Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ και από το ΕΣΡ στη ΓΓΙΦ. Παντού υπάρχουν επαγγελματίες αριστεροί που είναι αλληλέγγυοι μόνο με "τους δικούς τους". Αυτό είναι πρόβλημα.
avatar
Μαύρος Γάτος 15.12.2018 | 17:35
Υποθέτω ότι μπορείς να μου παραθέσεις πλήθος ονομάτων του ελληνικού "μη αριστερού" (συντηρητικού, δεξιού, κεντρώου ή όπως άλλως τον προσδιορίζεις) χώρου που στρατεύθηκαν στην υπόθεση των ανθρώπινων δικαιωμάτων και θα μπορούσαν και θα επιθυμούσαν κατά τη γνώμη σου να αναλάβουν ρόλο σε αυτές τις οργανώσεις ή τους θεσμούς και αγνοήθηκαν.
Περιμένω με ανυπομονησία...
avatar
Γράφων 17.12.2018 | 10:42
Μιλάω για κομματικούς διορισμούς. Για κομματικό πατερναλισμό, ή νεοποτισμό -κατά Τσίπρα. Για κομματικό καπέλωμα. Ξέρεις, ό,τι συμβαίνει και στα συνδικάτα.

Για την αριστερά η αξία χρήσης ξεπερνάει την έννοια της ιδιοκτησίας. Έτσι ένα δημόσιο μέσο, είτε αυτό είναι πανεπιστήμιο είτε ανεξάρτητη αρχή, δεν ανήκει στον δήμο, στο δημόσιο, αλλά οφείλει να εξυπηρετεί τον ιδεολογικό σκοπό της ίδιας της αριστεράς.

Με αυτόν τον τρόπο, ναι, μπορώ να μιλήσω για πολλούς μη αριστερούς that they never got a chance, διότι δεν είχαν το πολιτικό πάσο.
avatar
Μαύρος Γάτος 18.12.2018 | 17:19
Δηλαδή, η Διεθνής Αμνηστία είναι κομματικό, κρατικό φέουδο;
Ενδιαφέρον...
Οσο για το Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, έχω την εντύπωση ότι είναι αυτοδιαχειρζόμενο, άτυπο και χωρίς αμειβόμενες θέσεις (πόσο μάλλον χωρίς διοριζόμενους). Αν έχεις στοιχεία περί του αντιθέτου μου τα παρουσιάζεις...
avatar
Γράφων 19.12.2018 | 11:51
Γαβριήλ Σακελλαρίδης, πρώην πολιτευτής Σύριζα, απορροφήθηκε εν μία νυκτί στο ελληνικό σκέλος της Διεθνούς Αμνηστίας.

Κοσυφολόγου Αλίκη, πρώην πολιτεύτρια Σύριζα και νυν αρθρογράφος της Αυγής, πρώην μέλος της ΓΓΙΦ και νυν επικεφαλής του Αντιρατσιτικού Φεστιβάλ.

Γιάννης Μηλιός, πρώην πολιτευτής Σύριζα, νυν πρόεδρος του Φεστιβάλ Αθηνών.

Κλειώ Παπαντολέων, σύζυγος του ΓΓ Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της παρούσας κυβέρνησης, πρόεδρος της Ελληνικής Ενωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, Αντιπρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, διορισμένη σύμβουλος στο Υπ. Δικαιοσύνης.

Λυδία Κονιόρδου, πρώην υπουργός Σύριζα, νυν πρόεδρος ΚΠΙΣΝ.

Να συνεχίσω ή καθίσταται κατανοητό πώς δικαιωματισμός και πολιτισμός γίνονται τσιφλίκι του Σύριζα;

ΥΓ Έχω αφήσει έξω πρόσφατα πεθαμένους για λόγους σεβασμού στη μνήμη τους.
avatar
pautz 13.12.2018 | 16:06
Οσο για τον ζαχοπουλο καπου εισαι λαθος.Οταν εισαι δημοσιο προσωπο και εχεις ομως εξιωματα εξουσιας ,ελεγχεσε για ολα,δεν υπαρχει προσωπικη ζωη οταν αυτη επηρεαζει ομως με τις ενεργειες και τις αποφασεις σου τις ζωες των αλλων.Κανονας αν οτιδηποτε κανεις στην προσσωπικη σου ζωη και επηρεαζει το συνολο να φανερωνετε,αλλιως σπιτακι σου.Ο κλιντον κυβερνουσε την αμερικη και τσιπουκωνε την γιολα στο γραφειο του ,διοτι εκεινη αποσκοπουσε σε οφελη απο την εξουσια του κλιντον.Αυτο ελεγχετε ,δεν υπαρχει προσωπικη ζωη οταν μπαινουν συμφερωντα.
avatar
Μαύρος Γάτος 15.12.2018 | 17:49
Ακόμα και όταν είσαι δημόσιο πρόσωπο, δικαιούσαι απόλυτη προστασία της ιδιωτικής ζωής και η αποκάλυψή της δικαιολογείται μονάχα εάν αποδειχθεί απολύτως ότι ένα στοιχείο της προσωπικής σου ζωής σε οδήγησε σε παράνομη πράξη (όχι όμως εάν "απλά" κάποιος πιθανολογεί ότι ένας εμπλεκόμενος αποσκοπεί σε κάποια οφέλη).

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα μας το δίνει ο τρόπος που χειρίστηκαν τα γαλλικά ΜΜΕ την διγαμία ουσιαστικά του προέδρου Μιτεράν: ο Φρανσουά είχε δύο γυναίκες, δύο σπίτια, δύο συζυγικές ζωές, με την "ανεπίσημη" σύζυγο είχε κάνει κόρη..
Η υπόθεση δεν διέρρευσε ποτέ στην κοινή γνώμη, παρά το γεγονός ότι ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος την γνώριζε. Δημοσιοποιήθηκε με πρωτοβουλία του Μιτεράν, στο τέλος της ζωής του, όταν θέλησε να αναγνωρίσει την κόρη του.

Οταν ένας μεγαλοδημοσιογράφος ρωτήθηκε, απάντησε σχετικά: Οσο η υπόθεση ανήκε στη σφαίρα της προσωπικής ζωής, θα ήταν απαράδεκτο και κακόγουστο να την κοινοποιήσουμε. Εάν όμως αποδεικνυόταν ότι η "παράλληλη σύζυγος" του προέδρου παρενέβαινε στην πολιτική σφαίρα επηρεάζοντας τις επιλογές του, τότε θα έπαυε να αποτελεί προσωπικό θέμα και θα ενδιέφερε τον γαλλικό λαό.
Η λέξη κλειδί είναι το "αποδεικνυόταν"
avatar
Ramon Ramone 15.12.2018 | 08:12
Κάπως έτσι νιώθω κι στο προκείμενο: το πρόβλημα δεν είναι ακριβώς τα υπο-προϊόντα ως τέτοια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι ηδονοβλεψίες, είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα των υπνοβατών. Αυτών που κοιμούνται όρθιοι κι αμέριμνοι περπατώντας προς τον εκφασισμό. Τότε η νόσος δείχνει τις διαστάσεις της: ενταγμένη σε μια κοινότητα η οποία με συγκατάβαση την έχει φυσικοποιήσει. Πηγή: www.lifo.gr

Δεν είναι μόνο αυτοί που κοιμούνται όρθιοι κι αμέριμνοι περπατώντας προ τον εκφασισμό. Είναι κι εκείνοι που θρέφουν τον εκφασισμό ρίχνοντας λάδι στην φωτιά, θέλοντας μάλιστα να μας πείσουν ότι το λάδι είναι στην πραγματικότητα νεράκι. Εκείνοι που κουνούν το δάχτυλο στους υπόλοιπους επιπλήττοντας τους για έλλειψη δημοκρατικότητας, όταν οι ίδιοι ασπάζονται ολοκληρωτικές νοοτροπίες και προπαγανδιστικές τακτικές. Εκείνων που εστιάζουν στον εκφασισμό των άλλων, αδυνατώντας να συνειδητοποιήσουν τον δικό τους. Εκείνων που θέλουν να μας πείσουν π.χ. πως όταν ένας αστυνομικός χτυπάει με την ασπίδα στο κεφάλι έναν συλληφθέντα που φοράει χειροπέδες "προστατεύει τον εαυτό του" και ότι αυτό είναι απλώς μια "φάπα" και λέγεται "εφαρμογή του νόμου". Εκείνων που την δικαιολογούν αυτήν την "φάπα" λέγοντας "έλα μωρέ, τι περιμένεις, μάχη αστυνομικών με αναρχικούς είναι, θα πέσουν και δύο ψιλές". Εκείνων που, ενώ κατακεραυνώνουν αυτούς που προσπερνούν τις μολότωφ που καίνε ανθρώπους ζωντανούς επειδή δουλεύουν σε τράπεζα και αρνούνται να "λογοκρίνουν" την οργή του λαού επειδή την "κατανοούν", μας ζητούν από την άλλη να κατανοήσουμε την οργή του αστυνομικού με την ασπίδα, την οργή του Κορκονέα, την οργή του Κατσίφα, την οργή του κοσμηματοπώλη, την οργή των παιδιών που φωνάζουν στους "αλήτες, προδότες, πολιτικούς" πως η Δημοκρατία τους "πούλησε την Μακεδονία". Και περνάνε στο "ντούκου" εγκλήματα. Αναλόγως την οργή. Αναλόγως το έγκλημα.