Ψώνισε από σβέρκο...
Γλώσσα

Κωστής Παπαγιώργης: Η καταγωγή της φράσης «της πουτ... το κάγκελο»

Και για την καταγωγή ορισμένων άλλων φράσεων που έχουν γίνει λαϊκές ντίβες

Όλοι ψιλοϋποφέρουμε καθημερινά λέγοντας κουβέντες που είναι λαϊκές ντίβες αλλά, φευ, δεν μας κάνουν τη χάρη να ξέρουμε την ιστορία τους. Τα λεξικά - τι να κάνουν κι αυτά; - βοηθάνε όσο μπορούν: ετυμολογούν, παρετυμολογούν, ανατρέχουν σε παλιές εποχές, σπάνε το κεφάλι τους για να μας κάνουν εξυπνότερους. Είναι γνωστή η κατάπληξη που νιώθει ο συνομιλητής όταν λέει «κάνανε ντου», για παράδειγμα, και τον σταματάς για να τον ρωτήσεις: ξέρεις τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ο μοντέρνος γλωσσολόγος θεωρεί τη διακοπή του ομιλητή αθέμιτη. Η λέξη σημαίνει αυτό που έχει αποφασίσει η ομιλούσα κοινότητα, η ιστορία της είναι άλλο πράγμα. Εντούτοις κάθε λεκτικό παρελθόν στήνει μικρή γιορτή.

 

Τυχαία μάθαμε από έναν ταξιτζή ότι η λέξη «ντου» κρατάει από την Κατοχή και αφορούσε τις εφόδους των Γερμανών στα στέκια των χασικλήδων. Όταν ήθελαν να συλλάβουν κάποιον, τον έδειχναν και έλεγαν «ντού», δηλαδή γερμανιστί εσύ. Όσο για το ντουγρού (φουλαριστός τραβάει ντουγρού) είναι τούρκικο (πώς το 'παθε;), όπως και το «σαΐνι» βέβαια (που σημαίνει τουρκιστί γεράκι) και το τζάμπα (σάμπα).

 

Ψάξαμε χωρίς αποτέλεσμα να βρούμε την καταγωγή της φράσης «του κώλου τα νιάμερα»· ευτυχώς την απάντηση μας την έδωσε ένας τοκογλύφος που κάθε τόσο έλεγε: ξέρω καλά την ελληνική κοινωνία. Κατά τη γνώμη του τα «εννιάμερα» αφορούν τις ημέρες της εμμήνου ρύσεως, όταν δηλαδή ο άντρας αποφεύγει τη «μολυσμένη» ορθόδοξη πύλη και βολεύεται για λίγο με την πίσω πόρτα. Αυτοί δε που δεν λογαριάζουν την περίοδο, δηλ. τη βάζουν άσπρη και τη βγάζουν κόκκινη, έγιναν αφορμή για να πλαστεί η φράση «την έβαψες». Όσο για «της πουτάνας το κάγκελο», ανάγεται στην εποχή που ο αμερικάνικος στόλος ναυλοχούσε στον Πειραιά και οι ιερόδουλες παρατάσσονταν σε ειδική ξύλινη εξέδρα με κάγκελα, όπου το κάθε αγοραίο κορίτσι είχε το δικό του «κάγκελο».

 

Τυχαία μάθαμε από έναν ταξιτζή ότι η λέξη «ντου» κρατάει από την Κατοχή και αφορούσε τις εφόδους των Γερμανών στα στέκια των χασικλήδων.

 

Η φράση «γυρίζει σαν την άδικη κατάρα» - όπως λίγο πολύ γυρνάμε όλοι μας - δεν αφορά βέβαια τον ηλίθιο (από το αλάομαι: περιφέρομαι, περιπλανιέμαι) παρά δηλώνει ότι η κατάρα -όταν είναι άδικη- γυρίζει, γυρίζει, και τελικά επιστρέφει για να πλήξει αυτόν που την ξεστόμισε. Από κατάρα πάλι (αρά) προέρχεται και το «άρες μάρες κουκουνάρες», που λαϊκιστί πάντα σημαίνει κενότητα λόγων. Το αλαλούμ (κατά το γιουσουρούμ) παραφθείρει το άλλα αντ' άλλων και τα αλαμπουρνέζικα παραπέμπουν σε γλώσσα του Σουδάν (Μπουρνέζικα) ή στα λιβορνέζικα: αλά μπούρλα = στ' αστεία.

 

Νόστιμη, νοστιμότατη είναι η εισαγωγή της λέξης τραγιάσκα στα καθ' ημάς. Ο Μπαμπινιώτης τη χρονολογεί από κάποια εκδρομή Ρουμάνων στη χώρα μας, οι οποίοι κραύγαζαν «τραγιάσκα Γκρέτσια» (ζήτω η Ελλάδα) και ταυτόχρονα πέταγαν τα σκουφιά τους στον ουρανό. Ωστόσο ένας φίλος, που τώρα πια ζει στα Χανιά, μας είπε κάτι πολύ πιο ευφάνταστο. Κάποτε στον Πειραιά το πλήρωμα ενός πλοίου είχε εξέλθει στην προβλήτα πετώντας τα καπέλα του με την ιαχή «τραγιάσκα ρεπούμπλικα Παναμά» (ζήτω η δημοκρατία του Παναμά). Τυχαία μήπως και οι τρεις λέξεις βάπτισαν στη νεοελληνική τρία καπέλα; Έχουμε την τραγιάσκα, το παναμαδάκι και τη ρεπούμπλικα. Σι νον ε βέρο ε μπεν τροβάτο.

 

Οι γαλλομαθείς γνωρίζουν βέβαια την ετυμολογία της λέξης σαμποτάζ. Κρατάει από τα σαμπό, τα περίφημα ξυλοπάπουτσα που τα φορούσαν και οι εργάτες στα εργοστάσια· όποτε λοιπόν ήθελαν να κάνουν απεργία, τα πετούσαν μέσα στις μηχανές για να σταματήσουν. Γαλλιστί η απεργία λέγεται «γκρέβ» -που σημαίνει «ακτή»- για τον απλούστατο λόγο ότι οι απεργοί συγκεντρώνονταν στις ακτές του Σηκουάνα. Αφού λοιπόν μιλήσαμε για παπούτσια, καλό θα ήταν να αναφέρουμε ότι και η λέξη γαλότσα παραφθείρει τα αρχαϊκά ξυλοπάπουτσα των Γαλατών.

 

Γρίφος κανονικός είναι οι διπλές λεξούλες που επανέρχονται μηχανικά στις συζητήσεις και θεωρούνται ορφανές· το μάνι μάνι προέρχεται από το ιταλικό ντι μάνο ιν μάνο (από χέρι σε χέρι), το φιρί φιρί από το τουρκικό φίριλ φίριλ (κυκλικά) και κατ' άλλους από το θυρί θυρί (από πόρτα σε πόρτα)· το αμέτι μουχαμέτι είναι κι αυτό της απέναντι ακτής, το κούτσα κούτσα μπορεί να μιμείται το γαλλικό κλοπέν κλοπάν· όσο για το τσί(ύ)μα τσί(ύ)μα, παραπέμπει στο ιταλικό βλαστός (σίμα) και πιθανότατα είναι αντιδάνειο από το αρχαιοελληνικό κύμα.

 

Όσοι έχουν ελεύθερο χρόνο και τους αποφεύγουν οι σκοτούρες, όλες τις γνωστές φράσεις που κυκλοφορούν ατελώνιστες από στόμα σε στόμα (πέθανε στην ψάθα, ψώνισε από σβέρκο, όποτε του καπνίσει, έφαγε τη χυλόπιτα, έχει το κοκαλάκι της νυχτερίδας κ.λπ. κ.λπ.), μπορούν να τις αναζητήσουν στο γνωστό βιβλίο του Τάκη Νατσούλη - και βέβαια να έχουν παρά πόδας το λεξικό του Μπαμπινιώτη.

 

_____

Το άρθρο δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2007

Απόψεις
6 Σχόλια
avatar
Γράφων 22.1.2019 | 12:59
Σύμφωνα με τον Σαραντάκο ο Νατσούλης πολλά τα έχει βγάλει από το μυαλό του διότι του κόλλαγαν ηχητικά (βλ. πχ. ετυμολογία της λέξης νταμιτζάνα από κάποια κυρία-Ιωάννα, dame Jeanne).

Κατά τα λοιπά να προβούμε σε κάνα-δυο προσθήκες.

Το παιδί τζιμάνι δεν είναι τίποτα άλλο παρά ακρωνύμιο του Government Man (Gi-Manι), ήτοι των Βρετανών κυβερνητικών που ήσαντο οι μόνοι που ξέραν το μέλλον στην υπό ελληνική κατοχή Σμύρνη...

Μία από τις πιθανές ετυμολογίες της λέξης λαμόγιο είναι από το ιταλικό la moglie (= η σύζυγος). Όταν τα λαμόγια οι χαρτοπαίκται εφτάνασι να κερδίζουσι σημαντικά ποσά την κάναν επικαλούμενοι την σύζυγο που τους περίμενε.

Αντιστρόφως με το κοινώς νοούμενο το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής, η οποία ήτο εκεί που είναι σήμερις η boutique του Ολυμπιακού στην Ηφαίστου (σ.σ. μια από τις πολλές εκκλησιές που γκρεμίστηκαν για να χτιστεί η σημερινή πρωτεύουσα), ήταν μια ιστορία πόνου. Την πλάκωνε στο ξύλο την κυρά ο κύριος κάθε βράδυ. Ακουγόσαντο δε τα "αχ και βαχ" σε όλη τη γειτονιά. Όμως τα πρωινά δεν δίναν δικαιώματα. Βγαίναν αγαπημένοι και καθώς-πρέπει, σα να αγαπιούνται.

Ο δε χαβαλές είναι από το αραβικό hawala. Hawala είναι η ανταλλαγή, η επιταγή, δηλ. βάρος -που το ξεφορτώνεσαι. Γιαυτό με το χαβαλέ νιώθεις σα να σου έφυγε ένα βάρος.
Ashton Heston III 22.1.2019 | 15:25
G-men: αμερικανοί ομοσπονδιακοί.

According to the Merriam-Webster Dictionary, its first known use in America was in 1928. The earliest citation in the Oxford English Dictionary for the American usage is 1930 from a book on Al Capone by FD Pasley.

Είναι μάλλον ελληνοαμερικανικής προέλευσης έκφραση--να μην ξεχνάμε πως πολλοί από τους μαφιόζους του Αλ Καπονε ήταν δικά μας παιδιά. Λίγο αργότερα εμφανίζεται στα ρεμπέτικα--Ο Νίκος ο τρελάκιας του Δελιά (1936).

In FBI mythology, the nickname is held to have originated during the arrest of gangster George "Machine Gun" Kelly by agents of the Bureau of Investigation (BOI), a forerunner of the FBI, in September 1933. Finding himself unarmed, Kelly supposedly shouted, "Don't shoot, G-Men! Don't shoot, G-Men!". (Αν έχετε δει την ταινία Dillinger θα θυμάστε την συγκεκριμένη σκηνή).
Ashton Heston III 22.1.2019 | 14:26
"Του κώλου τα εννιάμερα": κάτι ανάξιο λόγου, όπως τα εννιάμερα κάποιου ασήμαντου ανθρώπου (προφανώς αστειευόμενος ο Παπαγιώργης, παραθέτει folk etymologies σε πολλά σημεία του κειμένου--μην τα πάρετε δηλαδή όλα όσα γράφει στο παραπάνω κείμενο τοις μετρητοίς).
avatar
Γράφων 22.1.2019 | 17:58
Υπάρχει και μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία του Ασκητή...

Για το τζιανι τόχα διαβάσει στο Λεξικό του Ρεμπέτικου. Δεν ενθυμούμαι λοιπά στοιχεία...
Ashton Heston III 22.1.2019 | 21:32
Για το τζιμάνι (από τους αμερικανούς G-men) το διάβασα σε κάποια βιβλία του Πετρόπουλου (σε περισσότερα του ενός--ως γνωστόν επαναλαμβάνεται συχνά-πυκνά)--και έψαξα σήμερα στις πηγές που παρέθεσα να δω αν οι χρονολογίες εμφάνισης του όρου στις ΗΠΑ ταιριάζουν με την εμφάνιση στα ρεμπέτικα. Και νομίζω πως ταιριάζουν--άλλωστε τα πρώτα ρεμπέτικα ηχογραφήθηκαν στις ΗΠΑ από ομογενείς μουσικούς, ή από Πειραιώτες/Μικρασιάτες κλπ μουσικούς που είχαν ταξιδέψει στις ΗΠΑ γι αυτόν τον σκοπό (και για να παίξουν στην ομογένεια). Υπήρχε δηλαδή μεγάλο πάρε-δώσε ανάμεσα στις διάφορες κοινότητες στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα.

Την σκαμπρόζικη ετυμολογία (δήθεν) του Ασκητή--που την είδα κι εγώ προ ολίγου--πάντως δεν την πιστεύω: αμφιβάλλω πως είναι όντως του Ασκητή (κάποιος λέει πως τον άκουσε και τρέχα-γύρευε).

Ο Σαραντάκος εξαιρετική πηγή για τέτοιου είδους θέματα (όχι όμως για τις πολιτικές του απόψεις, κατά την γνώμη μου--τον έχω κόψει από το '15).
Ashton Heston III 22.1.2019 | 15:10
("Τα εννιάμερα ενός τιποτένιου ανθρώπου" καλύτερα).