Eικονογράφηση: Stupid Greg/ LIFO
Απόψεις

Δημοσιογραφία ή δημόσια αφωνία;

Όταν ο ρόλος του δημοσιογράφου στην Ελλάδα τίθεται σε αμφισβήτηση.

Μπορεί ένας δημοσιογράφος να κάνει έρευνα για ένα δύσκολο θέμα με πιθανές εκλογικές συνέπειες; Είναι ο ρόλος του να παρεμβαίνει στο πολιτικό παιχνίδι ή πρέπει να κρατά μια στάση ιερής ουδετερότητας; Είναι ο στόχος της ενημέρωσης η πολιτική ορθότητα ή η αποκάλυψη όλων εκείνων των εξουσιαστικών παραμέτρων που πολλές φορές ενδύονται το κοστούμι της κανονικότητας;


Όλα τα παραπάνω ερωτήματα μένουν γριφώδη στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Το είδαμε με το πρόσφατο δημοσιογραφικό ντοκιμαντέρ του Αλέξη Παπαχελά στο Σκάι για τη θανατηφόρα καταστροφή στο Μάτι. Η κυβέρνηση και μέσα φίλα προσκείμενα σε αυτήν εξαπέλυσαν επίθεση εναντίον αυτής της δημοσιογραφικής δουλειάς, όχι τόσο σχετικά με το αν περιείχε αληθή ή ψευδή στοιχεία όσο για το timing, κατηγορώντας την ότι εξυπηρετεί προεκλογικές πολιτικές σκοπιμότητες της αντιπολίτευσης. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που ο ρόλος του δημοσιογράφου στην Ελλάδα τίθεται σε αμφισβήτηση, τόσο για τις προθέσεις όσο και για τα μέσα που χρησιμοποιεί.


Η ιστορία της αντιδημοσιογραφικής στάσης στην Ελλάδα έχει ήδη μια αξιοσημείωτη ιστορία που κορυφώνεται την εποχή του Διαδικτύου και της «δημοσιογραφίας των πολιτών». Εκφράζεται από συνθήματα αντιεξουσιαστών («αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι») αλλά και από υπουργούς που απειλούν να θάψουν κάτω από τη γη δημοσιογράφους (βλ. Παύλο Πολάκη).

 

Εάν η δημοσιογραφία δεν μπορούσε να ασκήσει κριτικό έλεγχο στην πολιτική εξουσία (κυβέρνηση, κρατικές υπηρεσίες, αυτοδιοίκηση) για τους 101 θανάτους στο Μάτι, προεκλογικά, μετεκλογικά ή όποτε άλλοτε ήθελε, τότε απλώς θα υπηρετούσε του «λειτούργημα» της δημόσιας αφωνίας, ταιριαστό μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.


Το σκάνδαλο Κοσκωτά στα τέλη της δεκαετίας του '80 αποτελεί ένα ορόσημο στο οποίο μπορούμε να εντοπίσουμε τα πρώτα δείγματα αμφισβήτησης της χρόνιας ταύτισης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος με την παραταξιακή ενημέρωση. Η μερική αποσύνδεση τότε του Τύπου από στενά κομματικές και ιδεολογικές στοχεύσεις, αντί να εκληφθεί ως η αρχή μιας νέας, πιο αυτόνομης εποχής του εμπορευματοποιημένου χώρου της ενημέρωσης (που στο παρελθόν δεν αναπτύχθηκε), αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως μια ήττα του πολιτικού συστήματος έναντι του μιντιακού.

 

Η είσοδος νέων επιχειρηματικών συμφερόντων στον Τύπο, και ιδίως στην ιδιοκτησία τηλεοπτικών σταθμών, θεωρήθηκε μια εισβολή που διέλυσε τις παλιές ισορροπίες πολιτικής ενημέρωσης και που για περίπου τριάντα χρόνια ακούει στο δημοφιλές όνομα «διαπλοκή» (νονός, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στις αρχές της δεκαετίας του '90). Οι χρόνιες αδυναμίες της εγχώριας δημοσιογραφίας, ο έντονα ιδεολογικός προσανατολισμός (συνήθως κεντροαριστερών και εθνικολαϊκιστικών προθέσεων) σημαντικού μέρους των δημοσιογράφων ανεξάρτητα ή σε σύμπλευση με τους ιδιοκτήτες των μέσων θα παραβλεφθούν κάτω από υπόνοιες για την ύπαρξη ενός κατεστημένου «συστήματος» που εξυπηρετεί οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα (για «νταβατζήδες» μιλούσε ο Κώστας Καραμανλής, απολαμβάνοντας τον γύρο του στον Μπαϊρακτάρη, μόλις ανέλαβε τον πρωθυπουργικό θώκο).

 

Όσο κι αν η συζήτηση περί διαπλοκής αποτέλεσε συνώνυμο των σημαντικών δυσλειτουργιών των ελληνικών ΜΜΕ, από ένα σημείο κι ύστερα, κυρίως κατά τη διάρκεια της κρίσης, μετεξελίχθηκε στην πιο επιτυχημένη συνωμοσιολογική θεωρία. Σε αυτό συνέβαλε τα μέγιστα η ραγδαία ανάπτυξη της διαδικτυακής ενημέρωσης που με τρόπο εν πολλοίς αναπόδεικτο θα ορίσει τον εαυτό της σε επίπεδο περιεχομένου στον αντίποδα των παλιών μέσων. Η «διαπλοκή» ταίριαξε στο εθνικολαϊκιστικό επιχείρημα αόριστης κατάδειξης εσωτερικών εχθρών που εξυπηρετούν τα συμφέροντα ξένων δυνάμεων για την επιβολή των μνημονίων και αποτέλεσε κομβικό σημείο της ρητορικής που οδήγησε στην κυβέρνηση τους ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝ.ΕΛ. Η προσπάθεια για μείωση των τηλεοπτικών σταθμών εθνικής εμβέλειας, που ναυάγησε εξαιτίας της απόφασης του ΣτΕ, αλλά και η αποδυνάμωση των ιδεολογικών αντιπάλων της κυβέρνησης στον χώρο του Τύπου αποτέλεσε ακριβώς τη λογική συνέπεια αυτού του κλιμακούμενου κυνηγητού μαγισσών που κεφαλαιοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο με το κλείσιμο του Mega.


Το ευνοϊκό κλίμα ανάπτυξης διεθνώς νεολαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων κατέστησε την κριτική απέναντι στους τρόπους λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης βασικό σχήμα πολιτικής καταγγελίας. Η περίπτωση του Ντόναλντ Τραμπ που συναντά με οξύμωρο τρόπο τον Νόαμ Τσόμσκι στην καταγγελία των σημαντικότερων αμερικανικών μέσων ενημέρωσης για ψευδείς ειδήσεις και προπαγάνδα εναντίον του είναι η πιο χαρακτηριστική. Ο αντιδημοσιογραφικός λόγος γίνεται όπλο των πιο αντιδραστικών, των πιο αντιφιλελεύθερων και εν τέλει αντιδημοκρατικών δυνάμεων που, όταν δεν τους αρέσει ο τρόπος κάλυψης των ειδήσεων, εφευρίσκουν τον όρο των «fake news», στα οποία, κατά τα άλλα, επιδίδονται συστηματικά στην καθημερινή πολιτική τους πρακτική.

 

Η ασύλληπτη καταστροφή στο Μάτι, οι τραγικές της συνέπειες και η όλη επιχειρησιακή και επικοινωνιακή διαχείρισή της υπήρξε η αφορμή ώστε η ελληνική δημοσιογραφία να σηκωθεί στα πόδια της, να αποδείξει ότι μπορεί να κάνει ερευνητική δουλειά χωρίς προϋποθέσεις και αστερίσκους. Είναι το γεγονός που δεν επιδέχεται καμία (αυτο)λογοκρισία, καμία (άλλη) επιλεκτική μνήμη. Είναι το γεγονός που δεν επιτάσσει καμία δραματοποίηση, γιατί ανήκει ήδη στα όρια της φρίκης. Είναι το γεγονός που σφραγίζει την απόλυτη εκτράχυνση όλων των παθολογιών της ελληνικής πολιτικής και δημόσιας διοίκησης. Είναι το γεγονός μετά από το οποίο κανείς δεν δικαιούται να λέει ότι δεν ήξερε και να φέρει την ιδιότητα του πολίτη.


Εάν η δημοσιογραφία δεν μπορούσε να ασκήσει κριτικό έλεγχο στην πολιτική εξουσία (κυβέρνηση, κρατικές υπηρεσίες, αυτοδιοίκηση) για τους 101 θανάτους στο Μάτι, προεκλογικά, μετεκλογικά ή όποτε άλλοτε ήθελε, τότε απλώς θα υπηρετούσε του «λειτούργημα» της δημόσιας αφωνίας, ταιριαστό μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

Απόψεις
4 Σχόλια
avatar
leonlm 9.5.2019 | 09:00
Στην Ελλαδα τα τελευταια 30 χρονια που θυμαμαι..οι ταξιτζηδες υπερασπιζονται τους αγενεις ή πιθανον απατεωνες συναδελφους τους,οι γιατροι εκεινους που παιρνουν φακελακια αλλα ..πληρωνονται πενιχρα,οι αστυνομικοι τους κουρασμενους συναδελφους τους που πιθανον να γινονται υπερβολικα βιαιοι λογω πιεσης,οι καθηγητες τους τεμπεληδες συναδελφους τους αφου ασκουν εξουθενωτικο λειτουργημα κ.ο.κ....ετσι και οι δημοσιογραφοι υπερασπιζονται τον καλδο τους

"συνωμοσιολογική θεωρία"...λετε.Η αυτοκριτικη του κλαδου των δημοσιογραφων δεν θα ωφελησει μονο την κοινωνια αλλα κατι περισσοτερο σημαντικο κατα την αποψη μου.Την δημοκρατια
avatar
Γράφων 9.5.2019 | 10:06
Διερωτώμαι σε παρόντα χρόνο και για τον ελλαδικό χώρο:

Είναι τυχαίο που το "αλήτες, ρουφιάνοι, δημοσιογράφοι", η κριτική για το ρεπορτάζ για το Μάτι, ο εμπρησμός βιβλιοπωλείων*, η προσεπίκληση στη λογοκρισία για λόγους προσβολής της ταυτότητας ενός εκάστου έχουν ως επί των πλείστων κοινή ιδεολογική προέλευση;

Ο ισχυρός είναι που θέλει να φιμώνει τις αντιπολιτευόμενες φωνές. Και στην Ελλάδα ο ισχυρός δεν φοράει απαραίτητα γραβάτα στη χώρα μας. Πχ ο πρωθυπουργός δεν φοράει. Ούτε οι κουκουλοφόροι-εμπρηστές βιβλιοπωλείων. Έχουν και οι δύο όμως την ισχύ να απαιτούν να μην υπάρχουν αντίθετες με τις δικές τους απόψεις. Και ένα -διόλου ευκαταφρόνητο- ποσοστό της κοινωνίας ή το αποδέχεται ή απλά το ανέχεται.

Να πούμε ότι ο Έλληνας δημοσιογράφος, σε γενικές γραμμές, είναι άκακος και αβλαβής για τον ισχυρό. Γι΄αυτό και για τα εξοπλιστικά δεν μάθαμε ποτέ τίποτα από εδώ και οι πληροφορίες ήρθαν πακέτο από Γερμανία όπως και για τη Siemens (σ.σ. ό,τι μάθαμε για τα εξοπλιστικά ήταν από τον Τέλλογλου, εργαζόμενο στον ίδιο σταθμό που μας είπε και για το Μάτι, τυχαίο;).

Η κουλτούρα του "εναλλακτικού" δημοσιογράφου στην Ελλάδα δεν είναι να κάνει έρευνα και να αποδείξει ή να υποδείξει παρανομίες ή άλλες βλαβερές συμπεριφορές. Η κουλτούρα του "εναλλακτικού" δημοσιογράφου είναι αν ποτέ συλληφθεί κανένας εμπρηστής βιβλιοπωλείου να μας πει πως του συμπεριφέρθηκε η αστυνομία, να μας πει ότι η δικαιοσύνη που θα τον δικάσει ότι είναι μεροληπτική και να διαφημίσει την πορεία των αλληλέγγυων κατά την οποία θα καούνε κι άλλα πράγματα πέραν του βιβλιοπωλείου.

Η αφωνία -συνήθως- στην Ελλάδα είναι πρωτίστως εθελοντική.

--------
* Ναι, ζητώ συγγνώμη που το αναφέρω ξανά, ξέρω ότι δεν κάνει, αλλά όταν διαφωνούμε με το περιεχόμενο ενός βιβλίου ή με τον συγγραφέα του ή με τον εκδότη του ΔΕΝ δικαιολογείται να κάψουμε το βιβλιοπωλείο που εμπορεύεται τα βιβλία αυτά είτε αναφερόμαστε στον Άδωνι είτε στον Πλεύρη Sr είτε στον Καραμπελιά. Ποιος πχ θυμάται ότι η Νέα Θέσις, το βιβλιοπωλείο που πουλούσε τα βιβλία του Πλεύρη, το 2007 καιγόταν κάθε 15 μέρες;
Tor Mentor 9.5.2019 | 10:40
Λόγω χρόνου δεν προλαβαίνω να απαντήσω λέξη προς λέξη στο ενδιαφέρον άρθρο σας.
Εν συντομία λοιπόν, η δημοσιογραφία μπορεί και πρέπει να ασκεί κριτικό έλεγχο στην πολιτική εξουσία.
Και ο πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να αξιολογεί την ποιότητα της ενημέρωσης που του παρέχεται.
Αν ο πολίτης έχει αντιρρήσεις ή αμφιβολίες για το δημοσιογραφικό προϊόν, μπορεί ο καλός δημοσιογράφος να απαντήσει συγκεκριμένα σε αυτές, αντί να κολλάει νεολαϊκιστικά, ακροδεξιά ή ακροαριστερά ετικετάκια στον αντιρρησία, αναλόγως την περίπτωση.
Έχει κάποια στοιχεία αυτοκριτικής του κλάδου το άρθρο, ίσως να φτάσετε στο συμπέρασμα πως για την μη αποδοχή του προϊόντος από το κοινό, μπορεί οι παραγωγοί να έχουν μεγαλύτερη ευθύνη απ’όση υποθέτετε.

Αν τέλος θεωρούμε ερευνητική τη δουλειά το ρεπορτάζ του Παπαχελά, αν έδειξε δηλαδή κάτι που το κοινό δεν γνώριζε, εμένα με συγχωρείτε αλλά ερευνητική δημοσιογραφία θεωρούσα αυτήν της Μπουγάτσου πχ.

Καλή συνέχεια!

avatar
Προσωρινώς ο Ποκοπίκος 10.5.2019 | 06:26
Το προβλημα της δημοσιογραφιας μεχρι και πριν το ιντερνετ ήταν ότι οχι μονο γευτικε εξουσια πραγματκη αλλα την κακοποιησε, ακομα δεν εχουν υπάρξει ερευνες για την διαπλοκη δημοσιογραφιας/πολιτικων/επιχειρηματιων.

Μετα το ιντερνετ; ακριβως επειδη δεν απεγκλωβιστικε απο πολιτικα/επιχειρηματικα συμφεροντα βλεπουμε την αυξανομενη δυσπιστια σε αυτα και ανοδο των διαφορων μπλογκ/καναλια...και η δημοσιογραφια αντι να αναθεωρησει και να λογοδοτησει για την χρονια παθογενια της προτιμησε να παρουσιαστει ως θυμα.

Αποτελεσμα; η δημοσιογραφια είναι δεσμια των πολιτικων/επιχειρηματικων/ιδεοληπτικων συμφεροντων, αμφιβολου ποιοτητας και συμφεροντων εναλλακτικοι ενημερωτες να θεριευουν και οι πολιτες καταδικασμενοι να κανουν μια επιλογη μεταξυ Σκυλλας και Χαρυβδης.

Πως θα αρχισει η δημοσιογραφια να διορθωνεται; όταν επαναδεσμευτει οικονομικα με τους αναγνωστες και οχι με τους διαφημιστες, αυτη την στιγμη οι αναγνωστες είναι το εμπορευμα, οι διαφημιστες οι πελατες και οι ειδησεις το μεσο...ενω θα επρεπε να είναι οι ειδησεις το εμπορευμα και οι αναγνωστες οι πελατες και αυτο είναι μονο η αναγκαια αρχη, ουτε καν το μεσο ποσο μαλιστα το τελος. Μεχρι τοτε το μονο που μπορει να κανει ενας αναγνωστης είναι να γνωριζει τι πολιτικα/επιχειρηματικα/ιδεολογικα συμφεροντα υπηρετει ο καθε δημοσιογραφος/ιστοσελιδα/τυπος και να πλοηγηθει μεσα απο τα bias αυτων (συνειδητων/ασυνειδητων). Μεγαλυτερο παραδειγμα πολιτικων/ιδεολογικων bias στη δημοσιογραφια είναι η αμερικανικες εκλογες, πως καλυψαν ολα (ρεμπουμπλικανικα/δημοκρατικα) τους υποψηφιους που δεν ηταν των πολιτικοοικονομικων συμφεροντων τους και οι μεν και οι δε με μια συνειδητα στοχευμενη τρομολαγνεια σε ελπιδα να επιρρεασουν το εκλογικο αποτελεσμα εις οφελος τους. Στην Ελλαδα; ας πουμε ότι ο διχασμος κατα το δημοψηφισμα δεν εγινε με την δημοσιογραφια αμετοχη, οσο η δημοσιογραφια θα υπηρετει τους "κρινομενους" τοσο θα χειροτερευει και οσο χειροτερευει τοσο θα στρεφονται οι πολιτες σε προς το παρον "αθωες" ανεξαρτητες πηγες ενημερωσης.