Όταν ο μέσος Έλληνας δεξιός λέει εθνικό δεν εννοεί το έθνος κράτος ως πολιτικό κατόρθωμα με διαφορετικές στιγμές στην πορεία του (λαμπρές και φωτεινές ου μη μόνον και σκοτεινές και ντροπιαστικές) αλλά μία αυτοκολακευτική, παραδοσιακή αφήγηση περί του ελληνισμού και της διαχρονικής υπεροχής του.
Ν. Σεβαστάκης

Ιστορία και αυταπάτες

Πάνω στο θυμό του, ο δεξιός λόγος μπορεί με αυτοϋποτιμητική έξαρση, να φωνάξει πως είμαστε ένα τίποτα ― μια φωλιά απατεώνων στη σκιά της Δύσης!

Ας μην έχουμε αυταπάτες. Όταν ο μέσος Έλληνας δεξιός λέει εθνικό δεν εννοεί το έθνος κράτος ως πολιτικό κατόρθωμα με διαφορετικές στιγμές στην πορεία του (λαμπρές και φωτεινές ου μη μόνον και σκοτεινές και ντροπιαστικές) αλλά μία αυτοκολακευτική, παραδοσιακή αφήγηση περί του ελληνισμού και της διαχρονικής υπεροχής του. Πάνω στο θυμό του μάλιστα, ο δεξιός λόγος μπορεί να στραφεί στην αντίστροφη, αυτοϋποτιμητική έξαρση, φωνάζοντας πως είμαστε ένα τίποτα ή απλώς μια φωλιά απατεώνων στη σκιά της Δύσης!.

 

Όταν, από την άλλη, ο προοδευτικο-αριστερός μιλάει για το κοινωνικό ή το κοινωνιολογικό δεν εννοεί, αλίμονο, τη θεμιτή συνεισφορά της κοινωνικής ιστορίας (σε σχέση, ας πούμε, με τα διπλωματικά και πολιτικά γεγονότα) αλλά μια αφήγηση όπου οι «πάνω» και οι «κάτω» αντιμάχονται ως δυο ηθικά στρατόπεδα μέχρι την κατάργηση συνόρων και  άδικων περιφράξεων. Ακόμα και εκσυγχρονισμένη και με καινούρια και πιο σοφιστικέ λεξιλόγια, αυτή είναι η προτιμητέα ιστορία των μεν και των δε.

 

Δεν πείθει ούτε ο κοινωνιστικός λαϊκισμός ως σοβαρή εναλλακτική στην παραδοσιακή εθνική ιδεολογία. Για έναν κυρίως λόγο: φέρνει και αυτός με τη σειρά του μια απεριόριστη φιλοδοξία φρονηματισμού και βέβαια τη διάθεση να μειώσει ή και να αρνηθεί όλα όσα δημιουργήθηκαν σε αυτή τη χώρα από τον αστισμό και από κατά τεκμήριο συντηρητικούς θεσμούς όπως η Εκκλησία

 

Το θέμα είναι όμως ότι η δημόσια εκπαίδευση οφείλει να καλλιεργεί αποστάσεις από αυτές τις τονισμένες μαχητικά ευαισθησίες. Να προάγει μια ισορροπημένη και πλουραλιστική αντίληψη αν και είναι βέβαιο ότι οι εκπαιδευτικοί με σάρκα και οστά θα προσθέτουν/ θα υποβάλλουν, άμεσα ή έμμεσα, το δικό τους εξηγητικό σχόλιο μέσα στην τάξη, ό, τι και αν γράφουν τα διδακτικά εγχειρίδια. Εκεί παίζεται και όλο το παιχνίδι, στον παρεμβατισμό και στην ευρυχωρία του δασκάλου.  

 

Το θέμα είναι λοιπόν ότι δεν πείθει ο κοινωνιστικός λαϊκισμός και οι πολυπολιτισμικές, μειονοτικές μετασκευές του ως σοβαρή εναλλακτική στην παραδοσιακή εθνική ιδεολογία και σε κάποια μοτίβα της. Για έναν κυρίως λόγο: φέρνει και αυτός με τη σειρά του μια απεριόριστη φιλοδοξία φρονηματισμού και βέβαια τη διάθεση να μειώσει ή και να αρνηθεί όλα όσα δημιουργήθηκαν σε αυτή τη χώρα από τον αστισμό και από κατά τεκμήριο συντηρητικούς θεσμούς όπως η Εκκλησία. Με άλλα λόγια, δεν αρκεί να κατακεραυνώνει κανείς τον παραδοσιακό εθνοκεντρισμό για να διεκδικήσει τη θέση του υπερασπιστή της ανοιχτής κοινωνίας και της ελεύθερης ιστορικής παιδείας.

 

Σε πολλά ζητήματα, ο συμβατικός μεταπολιτευτικός προοδευτισμός έχτισε τις δικές του σκληρές συμβάσεις στη θέση των φθαρμένων ελληνοχριστιανικών «εγκυκλίων». Και βέβαια συμβάσεις θα έχουμε σε κάθε δυνατό σύστημα εκπαίδευσης και δεν μπορεί να συμβεί αλλιώς όταν το  Κράτος έχει την ευθύνη ενός ενιαίου, εθνικού εκπαιδευτικού συστήματος. Ας συντηρούμε όμως τη καλή θέληση να παραδεχτούμε πως οι περίφημες ιδεολογικές καταχρήσεις της Ιστορίας δεν πηγάζουν μόνο από τους απέναντι. Φυτρώνουν παντού και το μόνο, σχετικό, αντίδοτο είναι να ακούμε τον άλλον, να μαθαίνουμε και από φωνές ή πηγές που δεν το περιμένουμε και, φυσικά, όταν δεν σπεύδουμε στα ετοιμοπαράδοτα φορτία της δεκαετίας του ΄50.  

 

 

 

 

 

 

Απόψεις