Ο Μητσοτάκης επιθυμεί να εδραιώσει την πολιτική του κυριαρχία στο κέντρο και είναι ευτυχής με την αποδοχή που δείχνει να απολαμβάνει από το κοινό αυτό στις δημοσκοπήσεις.
Β. Σιούτη

Στρατηγικές και συμμαχίες για την κατάληψη του κέντρου

Στραβοτιμονιές (προς τα αριστερά και τα δεξιά)

Χαμηλούς τόνους, κεντρώο προφίλ και στρατηγική συναίνεσης επιδιώκει για την κυβέρνησή του ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για τον οποίο υπάρχουν ήδη γκρίνιες από κάποιους στη ΝΔ ότι στρίβει το τιμόνι «αριστερά». Από την άλλη, ο Αλέξης Τσίπρας, στρίβοντας δεξιά, επιχειρεί να φέρει κι αυτός το κόμμα του προς το κέντρο, όπου μοιάζει να δημιουργείται πολιτικός συνωστισμός. Την ίδια ώρα, το κεντρώο ΚΙΝ.ΑΛ. φαίνεται να περνάει κρίση ταυτότητας και, σαν το εκκρεμές, πηγαίνει μια δεξιά και μια αριστερά. Την τελευταία εβδομάδα, που ήταν η σειρά της αριστερής φάσης, μάλλον το παράκανε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει εσωκομματικό διχασμό αλλά και ειρωνικά σχόλια απ' όλες τις παρατάξεις.


Αφορμή αυτήν τη φορά ήταν η κατακόκκινη αφίσα που έβγαλε το επικοινωνιακό επιτελείο του και απεικόνιζε ένα εργοστάσιο του οποίου η καμινάδα κατέληγε σε ένα ανθρώπινο χέρι, σφιγμένο σε γροθιά, με το σύνθημα «Η κυβέρνηση θα μας βρει απέναντι μέσα και έξω από τη Βουλή!». Πολλοί, ακόμα και μέσα στο ΚΙΝ.ΑΛ., κατηγόρησαν τους συνεργάτες της Φώφης Γεννηματά ότι «έπαθαν ΣΥΡΙΖΑ», ενώ άλλοι σχολίασαν ότι παρέπεμπε σε επικοινωνιακή πολιτική κόμματος της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Η άλλη πλευρά χαρακτήρισε όσους αντέδρασαν με αυτά τα σχόλια «Kyriakistas», δηλαδή κρυφούς οπαδούς του Κυριάκου Μητσοτάκη.


Το πρώην ΠΑΣΟΚ, νυν ΚΙΝ.ΑΛ., παρά τη συρρίκνωσή του πάντως, εξακολουθεί να παίζει ρόλο στην πολιτική σκηνή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει τόσο ΠΑΣΟΚ μέσα της όσο είχε σχεδόν και η κυβέρνηση Τσίπρα, ενώ το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛ. έχει γίνει το μήλον της έριδος μεταξύ ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ.

 

Στρατηγικός στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη, αναμφίβολα, είναι η κατάληψη του κέντρου, όπως και του Αλέξη Τσίπρα άλλωστε, αν και ο πρώτος έχει πολύ περισσότερα εργαλεία για να το πετύχει, αφού κατέχει την εξουσία. Ο πρωθυπουργός βαδίζει, χωρίς να ακούει τις άλλες φωνές, προς τον στόχο του, την ώρα που ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει βρει ακόμα στρατηγική και δεν λέει να συνηθίσει ότι είναι στην αντιπολίτευση.


Εδώ και καιρό στο ΚΙΝ.ΑΛ. παίζουν το παιχνίδι της διελκυστίνδας, όπου οι δύο πλευρές τραβούν το σχοινί, προσπαθώντας να φέρουν η μία την άλλη στη μεριά που θέλει η καθεμία. Κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει καν αν το κόμμα αυτό θα καταφέρει να φτάσει ως το τέλος της κοινοβουλευτικής περιόδου ακέραιο, καθώς οι πιέσεις είναι πολλές.

 

Για τη ΝΔ θα ήταν πολύ σημαντική μια συμμαχία μαζί του, καθώς θα πετύχαινε τον μαγικό αριθμό των 180 ψήφων (158+22), που θα της επέτρεπε να αλλάξει τον εκλογικό νόμο (της απλής αναλογικής που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ και θα ισχύει στο εξής), αλλά και να ψηφίσουν μαζί τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που θα προτείνει. Δεν μοιάζει να έχουν πολλές ελπίδες γι' αυτό όμως, ειδικά για το θέμα του εκλογικού νόμου, απ' όσα τουλάχιστον λένε τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη.

 

Στρατηγικός στόχος του Κυριάκου Μητσοτάκη, αναμφίβολα, είναι η κατάληψη του κέντρου, όπως και του Αλέξη Τσίπρα άλλωστε, αν και ο πρώτος έχει πολύ περισσότερα εργαλεία για να το πετύχει, αφού κατέχει την εξουσία. Ο πρωθυπουργός βαδίζει, χωρίς να ακούει τις άλλες φωνές, προς τον στόχο του, την ώρα που ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει βρει ακόμα στρατηγική και δεν λέει να συνηθίσει ότι είναι στην αντιπολίτευση.


Ο Μητσοτάκης επιθυμεί να εδραιώσει την πολιτική του κυριαρχία στο κέντρο και είναι ευτυχής με την αποδοχή που δείχνει να απολαμβάνει από το κοινό αυτό στις δημοσκοπήσεις. Η στρατηγική μετατόπισης προς το κέντρο φαίνεται και από πολλά πρόσωπα που επιλέγει για να στελεχώσουν τον ευρύτερο κρατικό μηχανισμό, πράγμα που θα συνεχιστεί, αν και αναμένεται να αυξήσει την γκρίνια στο εσωτερικό της ΝΔ.

 

Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, πιθανή επιτυχία του πολιτικού στόχου του Κυριάκου Μητσοτάκη θα μπορούσε να καταστεί παγίδα για τον ίδιο, καθώς η στρατηγική αυτή θα αφήσει ακάλυπτη τη δεξιά πτέρυγα που πέτυχε να ενσωματώσει στις εκλογές κι αυτό μπορεί να έχει σημαντικό πολιτικό κόστος.


Ήδη υπογείως υπάρχει δυσαρέσκεια που δεν εκδηλώνεται ακόμα, γιατί είναι νωρίς, τόσο για το θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών και το Μακεδονικό όσο και για το μεταναστευτικό. Για το πρώτο, η κριτική είναι ότι με το που έγινε κυβέρνηση η ΝΔ εγκατάλειψε το θέμα, επιβεβαιώνοντας έτσι κατά κάποιον τρόπο τις κατηγορίες του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ περί πολιτικής υποκρισίας. Για το μεταναστευτικό υπάρχει έντονη απογοήτευση στις τάξεις των ψηφοφόρων της ΝΔ, που περίμεναν αυστηρή φύλαξη των συνόρων και αλλαγή πολιτικής και σήμερα γκρινιάζουν ότι η κυβέρνηση ακολουθεί την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ.


Ωστόσο, τον Κυριάκο Μητσοτάκη, για την ώρα, μοιάζει να τον ενδιαφέρει περισσότερο να διαψεύσει τον ΣΥΡΙΖΑ, που προσπαθούσε να τον παρομοιάσει με τον Όρμπαν και τον Σαλβίνι. Αυτό που παραβλέπει όμως είναι ότι οι Όρμπαν και Σαλβίνι έχουν πολλούς θαυμαστές μεταξύ των ψηφοφόρων της ΝΔ και αν νιώσουν πολιτικά ακάλυπτοι, ενδεχομένως να του γυρίσουν την πλάτη.


Το θέμα των επόμενων ημερών θα είναι η αναθεώρηση του Συντάγματος, αν και έξι από τα άρθρα που θα αναθεωρηθούν είχαν λάβει αυξημένη πλειοψηφία άνω των 180 βουλευτών στην προηγούμενη Βουλή και μπορούν να αναθεωρηθούν με την απλή πλειοψηφία των 151. Όσο για το άρθρο που αφορά την αποσύνδεση της διάλυσης της Βουλής από τη μη εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις πληροφορίες από την κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός φέρεται αποφασισμένος να προχωρήσει στην εκλογή με 151 ψήφους, ώστε να μην έχει πρόβλημα το 2020, παρά τις αντιδράσεις που μπορεί να υπάρξουν. Ιδανικά, βέβαια, θα προτιμούσε ο νέος Πρόεδρος που θα προτείνει να έχει συναίνεση και την ψήφο 180 βουλευτών, αλλά το υπόγειο παζάρι για το συγκεκριμένο θέμα είναι μεγάλο και βρίσκεται σε εξέλιξη στο παρασκήνιο. 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO

 

Απόψεις
2 Σχόλια
avatar
Γράφων 18.9.2019 | 16:28
Εγώ αν πάω στην Κίνα δεν γίνομαι Κινέζος.
Κεντρώος δεν γίνεσαι με "μετακίνηση". Γίνεσαι με τις πολτικές επιλογές σου.
Ugg-α-μπ-Uggas 24.9.2019 | 14:49
Ας φροντίσει, τουλάχιστον, να μην ξεχάσει από πού προέρχεται η βάση των ψηφοφόρων του. Αν τους απογοητεύσει, γρήγορα θα του γυρίσουν την πλάτη για μικρότερα κόμματα.