«Το τραγουδάκι είναι ωραίο, γιατί μας τα "χώνει" έξυπνα μέσω του αυτοσαρκασμού – και πολύ καλά κάνει!».
Απόψεις

Η Ημέρα των Νεκρών στο Μεξικό, ο αλβανικής καταγωγής ράπερ Τζιμ Kush και η δίκη της Χρυσής Αυγής

Οι αντιδράσεις που δημιούργησαν τα άρθρα και τα posts μας την περασμένη εβδομάδα.

☛ Με αφορμή την Ημέρα των Νεκρών και τους εορτασμούς που γίνονται κάθε χρόνο στο Μεξικό, η Βάλια Σκουρτσή αφηγήθηκε ένα δικό της ταξίδι στη χώρα όπου έδρασαν η Φρίντα Κάλο και η Τίνα Μοντότι. Ο χρήστης Νίκος Νικολαΐδης – ΣΦ συμπλήρωσε τα εξής: «Το Μεξικό (ή Μέχικο, όπως το προφέρουν οι ίδιοι) έχει παρόμοια γεωγραφία, Ιστορία, δημογραφική ταυτότητα και εξίσου προβληματική και σεισμογενή πρωτεύουσα με την Ελλάδα. Και οι δύο λαοί ζήσαμε τον Μεσαίωνα υπό την κατοχή αυτοκρατοριών, με διαφορά μόλις πενήντα χρόνων. Έχουμε παρόμοια προβλήματα επικοινωνίας στη σχέση μας με την Αμερική, πράγμα που ναι μεν είναι δικαιολογημένο, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις γίνεται τροχοπέδη στα συμφέροντα και στην υγεία της εσωτερικής πολιτικής μας υπόστασης, με αποτέλεσμα στην ανάδυση φαινομένων όπως η δημαγωγία και ο λαϊκισμός. Φυσικά, αυτό είναι αποτέλεσμα και της διχασμένης και πολλές φορές σχιζοφρενικής εθνικής μας ταυτότητας.

 

»Στο Μεξικό, τον ρόλο που παίζουν σ' εμάς οι Ανατολικοί, τον έχουν οι Ινδιάνοι, ενώ τα αντίστοιχα ρεμπέτικα τραγούδια γι' αυτούς είναι τα "ραντσέρα". Ο δικός τους "μάγκας" λέγεται "chingones", ενώ η αντίστοιχη δική τους ρωμιοσύνη είναι η "mexicanidad". Άλλωστε, μόνο ένας Μεξικανός θα μπορούσε να ενσαρκώσει κινηματογραφικά τον Ζορμπά και αντίστοιχα μόνο ένας Έλληνας τον Ζαπάτα. Τέλος, το δικό τους Άξιον Εστί είναι ο Λαβύρινθος της Μοναξιάς του νομπελίστα ποιητή Οκτάβιο Πας, του οποίου η αξία είναι ανάλογη του δικού μας Ελύτη».


☛ Για τον Τζιμ Kush, έναν Λαρισαίο αλβανικής καταγωγής που ραπάρει στον Θεσσαλικό Κάμπο, έγραψε η Εύη Λαμπροπούλου. Με αφορμή αυτό το άρθρο, ο χρήστης Ο Νοών... νοείτω σημείωσε: «Το τραγουδάκι είναι ωραίο, γιατί μας τα "χώνει" έξυπνα μέσω του αυτοσαρκασμού – και πολύ καλά κάνει! Ας ξεκολλήσουμε, επιτέλους, από τα ρατσιστικά στερεότυπα και ας κοιτάξουμε ο καθένας τα δικά του χάλια, κάνοντας παράλληλα την αυτοκριτική μας. Προσωπικά, απ' όσες αλβανικές οικογένειες γνωρίζω που έχουν εγκατασταθεί στην Ελλάδα μετά το άνοιγμα των συνόρων, έχω διαπιστώσει ότι είναι άνθρωποι άξιοι, προκομμένοι, δουλευταράδες, καλοί επιχειρηματίες και καλοί χαρακτήρες. Οι εξαιρέσεις δεν αποτελούν τον κανόνα».

 

»Σύμφωνος με αυτή την άποψη ήταν και ο χρήστης orion21, ο οποίος έγραψε: «Μέχρι και πριν από 20 χρόνια τα αρβανίτικα ήταν μια διάλεκτος που μιλιόνταν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπως η Αττική, η Βοιωτία, η Πελοπόννησος, η Ήπειρος και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Σταδιακά, η Ελλάδα επέκτεινε τα σύνορά της και είχε την τύχη να ανήκει στον δυτικό κόσμο. Τα χρήματα που έλαβε από την Ε.Ε., σε συνδυασμό με την "ανοιχτή αγορά", είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη και ευημερία του ελληνικού λαού. Έτσι, ξέχασαν τη φτώχεια των πατεράδων τους. Έγιναν "in", ντεμέκ Ευρωπαίοι όσον αφορά το στυλ, κοροϊδεύοντας όμως τους φτωχούς γείτονες. Τους έβαλαν στη δούλεψή τους και έγιναν αφεντικά. Ως τέτοια το έπαιζαν ανώτεροι, παρότι οι μισοί από αυτούς δεν είχαν τελειώσει καν το δημοτικό. Όταν, όμως, το κράτος δεν έχει μια ελάχιστη βασική μεταναστευτική πολιτική και δείχνει τον ρατσισμό του απέναντι στους μετανάστες, ο λαός ακολουθεί σε μεγαλύτερο βαθμό, καθώς δεν υπάρχουν νόμοι και όρια να τους προστατεύουν. Όμως σήμερα, μετά από 20 χρόνια, οι μετανάστες έχουν εξελιχθεί σε εργοδότες, τα παιδιά τους σπουδάζουν και σηκώνουν τις σημαίες. Ζητούν ισότιμες ευκαιρίες και σεβασμό. Μπορεί να γεννήθηκαν και να μεγάλωσαν στην Ελλάδα, αλλά τους αντιμετωπίζουν ακόμα ως μετανάστες. Τότε, ο χλευασμός εκ μέρους τους είναι απόλυτα αναμενόμενος. Όλοι είμαστε ίσοι. Όλοι είμαστε Αλβανοί!».


☛ Στην τελική ευθεία όπου έχει μπει η δίκη της Χρυσής Αυγής αναφέρθηκε ο Θοδωρής Αντωνόπουλος. Ο χρήστης σαλιγκάρι σχολίασε τα εξής: «Τολμώ να πω ότι χαίρομαι που φαίνεται, επιτέλους, ποιοι είμαστε. Στην Ελλάδα η υποκρισία είναι σε δυσθεώρητα ύψη και καλύπτει τα πάντα. Η φαντασίωση ότι είναι λίγοι αυτοί που δεν θέλουν τους μετανάστες είναι από μόνη της μια μεγάλη υποκρισία, ενώ αυτός που τη δημιουργεί υποκρίνεται εξίσου. Οι περισσότεροι στην Ελλάδα δεν τους θέλουν – αυτοί που τους βλέπουν ως ισότιμους είναι ελάχιστοι. Οι φενάκες και οι φαντασιώσεις κάνουν μεγάλο κακό και, δυστυχώς, όποιος τις εκφράζει κάνει ο ίδιος μεγάλο κακό και υπεκφεύγει. Επίσης, η διαπίστωση ότι η ΕΛ.ΑΣ. αναλώνεται στο να «καθαρίζει» τα Εξάρχεια αντί να κάνει πραγματική δουλειά είναι εξίσου υποκριτική και επικίνδυνη. Η ΕΛ.ΑΣ. οφείλει να κάνει όλες τις δουλειές και όχι να αφήνει τις "λιγότερο σημαντικές", κατά τη γνώμη κάποιων. Εξάλλου, αυτοί οι "κάποιοι" είναι που θέλουν να δημιουργήσουν πάλι εντυπώσεις και να αισθανθούν υπέροχοι επαναστάτες από τον καναπέ τους. Ευτυχώς, πάντως, που μπροστά στους μετανάστες καταρρέει το πώς θέλουμε να δείχνουμε και γρήγορα μένουμε ακάλυπτοι. Επομένως, μόνο η αλήθεια κάνει καλό και μόνο αν δούμε ποιοι είμαστε μπορούμε να γίνουμε καλύτεροι. Κάθε είδους υποκρισία μάς πάει στον πάτο».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LifO.

 

Απόψεις